| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20488 | θεουργικός | , ή, ό θε-ουρ-γι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τη θεουργία: ~ή: ένωση/θεραπευτική. ~ές: τελετές. Πβ. μαγικός. [< μτγν. θεουργικός, γαλλ. théurgique, αγγλ. theurgic] | |
| 20489 | θεουργός | θε-ουρ-γός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): μύστης θεουργικών τελετών· κατ' επέκτ. τσαρλατάνος. Πβ. αγύρτης, θαυματοποιός, μάγος. Βλ. ιεροφάντης. [< μτγν. επίθ. θεουργός ‘σχετικός με μυστικιστική τελετή’, γαλλ. théurgiste, αγγλ. theurgist] | |
| 20490 | θεούσα | [θεοῦσα] θε-ού-σα ουσ. (θηλ.) {σπανιότ.-καταχρ. αρσ. θεούσος} (συνήθ. ειρων.): υπερβολικά θρησκόληπτη και συντηρητική γυναίκα: (κ. ως επίθ.) ~ γειτόνισσα. Βλ. ηθικολόγος, χαμηλοβλεπούσα. | |
| 20491 | Θεοφάνεια | Θε-ο-φά-νει-α ουσ. (ουδ.) (τα) {Θεοφανεί-ων} & Θεοφάνια: ΕΚΚΛΗΣ. τα Φώτα: η ακολουθία/τα έθιμα/ο εορτασμός/οι ύμνοι των ~ων. ΣΥΝ. Επιφάνια [< μτγν. Θεοφάνεια (ἡ), μεσν. Θεοφάνια (τα)] | |
| 20492 | Θεοφιλέστατος | Θε-ο-φι-λέ-στα-τος επίθ./ουσ. {-ου (λόγ.) -άτου}: ΕΚΚΛΗΣ. προσφώνηση και προσωνύμιο επισκόπου, χωρεπισκόπου ή μητροπολίτη: Ακολουθία του Νυμφίου, χοροστατούντος του ~ου Επισκόπου ... Βλ. Μακαρι-, Παναγι-, Πανιερ-, Σεβασμι-ότατος. [< αρχ. θεοφιλέστατος] | |
| 20493 | θεοφιλής | , ής, ές θε-ο-φι-λής επίθ. (επίσ.-κυρ. σε εκκλησ. κείμενα): αγαπητός, αρεστός στον Θεό: ~ής: βίος. ~ής: ψυχή. ~ές: έργο. Πβ. θεάρεστος. ΑΝΤ. θεομίσητος [< αρχ. θεοφιλής] | |
| 20494 | θεοφοβούμενος | , η, ο θε-ο-φο-βού-με-νος επίθ.: που φοβάται τον Θεό και υπακούει στις εντολές Του, θεοσεβούμενος: ~ος: χριστιανός. Πβ. ευσεβής, θεοσεβής, θρήσκος. | |
| 20495 | θεοφόρος | , ος, ο θε-ο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που καθοδηγείται από τη θεία χάρη, που φέρει μέσα του τον Θεό: ~ος: ιεράρχης. ~ο: πνεύμα. Οι Άγιοι ~οι Πατέρες της Εκκλησίας. Βλ. -φόρος. [< αρχ. θεοφόρος] | |
| 20496 | θεόφτωχος | , η, ο θε-ό-φτω-χος επίθ. (προφ.-επιτατ.): πάμφτωχος. Βλ. θεο-. | |
| 20497 | θεοφώτιστος | , η, ο θε-ο-φώ-τι-στος επίθ.: που έχει λάβει τη θεία φώτιση ή έχει συντελεστεί υπό την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος: ~ος: γέροντας/διδάσκαλος. ~οι: Πατέρες.|| ~η: διδασκαλία. Πβ. ένθεος, θεόπνευστος. [< μεσν. θεοφώτιστος] | |
| 20498 | θεραπεία | θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. κάθε μέσο καταπολέμησης νόσου ή αποκατάστασης προβλήματος υγείας· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) η χρησιμοποιούμενη μέθοδος: άμεση/αποτελεσματική/ειδική/ενδεδειγμένη/εντατική/επαναστατική/επιθετική/μακροχρόνια/πειραματική/πρωτοποριακή/ριζική/στοχευμένη/συμπληρωματική ~. Αιτιολογική/γονιδιακή (= γονιδιο~)/εμπειρική (: με βάση μόνο την παρατήρηση του ασθενούς)/εξατομικευμένη/θερμική/οδοντιατρική/ορμονική (= ορμονο~)/προληπτική/συμπτωματική (: για αντιμετώπιση των συμπτωμάτων ασθένειας)/συνιστώμενη/συντηρητική (: χωρίς χειρουργείο)/φαρμακευτική/χειρουργική (: με επέμβαση) ~. ~ της ακμής/της γρίπης/των εγκαυμάτων/της μόλυνσης (από χλαμύδια). ~ απεξάρτησης/διαταραχών (λόγου). ~ γονιμότητας/συντήρησης/υποκατάστασης (ορμονών). Διάγνωση και ~. Διακοπή/έναρξη/επανάληψη/εφαρμογή/λήξη/συνέχιση της ~ας. Τα αποτελέσματα/τα έξοδα/οι επιπλοκές/τα στάδια μιας ~ας. Κέντρο/πρόγραμμα ~ας. Δοκιμάστηκε/παρέχεται ~. Ακολουθώ/κάνω/ξεκινώ ~. Υποβάλλομαι σε ~. ~-ελπίδα.|| (ΨΥΧΟΛ.-ΨΥΧΙΑΤΡ.) Συμβουλευτική/ψυχιατρική (πβ. ψυχο~) ~. ~ αποστροφής/συμπεριφοράς. ~ της κατάθλιψης.|| Εναλλακτικές/ολιστικές/ομοιοπαθητικές/φυσικές ~ες. Πβ. αγωγή, γιατρειά, ίαση. 2. αισθητική περιποίηση ή παρέμβαση: αντιγηραντική ~. ~ προσώπου/ρυτίδων με λέιζερ/με μπότοξ. ~ κυτταρίτιδας. ~ες μαλλιών/ομορφιάς. Πβ. κούρα. 3. (μτφ.) επιτυχής αντιμετώπιση αρνητικής κατάστασης: ~ των αδυναμιών (του συστήματος)/της φτώχειας. 4. (σπάν.-μτφ.) συστηματική ενασχόληση με ένα γνωστικό αντικείμενο: ~ της επιστήμης/της τέχνης. ● ΣΥΜΠΛ.: βιολογική θεραπεία: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. θεραπευτική μέθοδος με βιολογικές ουσίες και ειδική βιοτεχνολογία, που επιδιώκει την τροποποίηση της δραστηριότητας του ανοσοποιητικού συστήματος με σκοπό την ενίσχυση της άμυνάς του: ~ ~ του καρκίνου. Πβ. ανοσοθεραπεία. [< αγγλ. biological therapy] , γνωσιακή/γνωστική θεραπεία/ψυχοθεραπεία: ΨΥΧΟΛ. η οποία αλλάζει τον τρόπο σκέψης κάποιου για τον εαυτό του, τον κόσμο και το μέλλον: ~ ~ για την αντιμετώπιση της κατάθλιψης. [< αγγλ. cognitive therapy] , συνδυασμένη θεραπεία: ΙΑΤΡ. που γίνεται με ταυτόχρονη χορήγηση περισσότερων του ενός φαρμάκων ή με τη χρήση περισσότερων της μίας μεθόδων: ~ ~ κατά του HIV. ~ ~ υπερήχων και ηλεκτροθεραπείας. Πβ. συγχορήγηση. ΑΝΤ. μονοθεραπεία, αίτηση θεραπείας βλ. αίτηση, κρανιοϊερή θεραπεία βλ. κρανιοϊερός, Μονάδα Εντατικής Θεραπείας βλ. μονάδα, ομαδική ψυχοθεραπεία/ομαδική θεραπεία βλ. ψυχοθεραπεία, στεγνά (θεραπευτικά) προγράμματα βλ. στεγνός [< 1: αρχ. θεραπεία, γαλλ. thérapie, αγγλ. therapy, treatment, cure] | |
| 20500 | θεραπεύσιμος | , η, ο θε-ρα-πεύ-σι-μος επίθ.: ΙΑΤΡ. που μπορεί να θεραπευτεί: ~ος: καρκίνος. ~η: νόσος/πάθηση. ~ο: στάδιο. ΣΥΝ. ιάσιμος, ιατός ΑΝΤ. αγιάτρευτος, αθεράπευτος (1), ανίατος [< μτγν. θεραπεύσιμος] | |
| 20501 | θεραπευσιμότητα | θε-ρα-πευ-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδότητα του θεραπεύσιμου: ~ του καρκίνου. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. ιασιμότητα | |
| 20502 | θεραπευτήριο | θε-ρα-πευ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): ίδρυμα στο οποίο παρέχεται ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και θεραπεία σε ασθενείς: ιδιωτικό/κρατικό ~. ~ χρόνιων/ψυχικών παθήσεων. Πβ. κλινική, νοσηλευτήριο, νοσοκομείο. Βλ. αναρρωτήριο, υδρο~, -τήριο. [< πβ. μτγν. θεραπευτήριον 'τρόπος θεραπείας'] | |
| 20503 | θεραπευτής | θε-ρα-πευ-τής ουσ. (αρσ.) , θεραπεύτρια (η): πρόσωπο που εφαρμόζει ιατρικές ή συνηθέστ. μη επιστημονικές μεθόδους για τη θεραπεία ασθενειών: οικογενειακός ~ (= ψυχο~). ~ λόγου και ομιλίας (= λογο~). Κέντρο φυσικοθεραπείας με εξειδικευμένους ~ές. Βλ. εργο~, κινησιο~, μεσο~.|| Εναλλακτικός/πνευματικός/πρακτικός ~. Βλ. γιάτρισσσα. [< αρχ. θεραπευτής ‘υπηρέτης’, ~ των καμνόντων ‘γιατρός’, γαλλ. thérapeute, αγγλ. therapeutist] | |
| 20504 | θεραπευτικός | , ή, ό θε-ρα-πευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη θεραπεία ή τον θεραπευτή: ~ός: μηχανισμός/παράγοντας/ρόλος/στόχος. ~ή: αγωγή/αντιμετώπιση (της υπέρτασης)/αξία (των παραμυθιών/της πίστης)/δράση/δύναμη/ιατρική/ιδιότητα/μέθοδος/μονάδα/παρέμβαση. ~ό: αποτέλεσμα/κέντρο (= θεραπευτήριο)/μέσο/πρόγραμμα. ~ές: ικανότητες. ~ά: βότανα/φυτά. Για ~ούς λόγους/σκοπούς. Πβ. ιαματικός. Βλ. αερο~, εργο~, οδοντο~, υδρο~, ψυχο~. ● Ουσ.: θεραπευτική (η): ΙΑΤΡ. κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη και παροχή ιατροφαρμακευτικών μέσων για τη θεραπεία ασθενειών: εναλλακτική ~. Βλ. ραδιο~. [< γαλλ. thérapeutique, αγγλ. therapeutic] ● επίρρ.: θεραπευτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: θεραπευτική ιππασία βλ. ιππασία, θεραπευτική κοινότητα βλ. κοινότητα, θεραπευτικό κατάστημα βλ. κατάστημα, ιαματικός/θεραπευτικός τουρισμός βλ. τουρισμός [< αρχ. θεραπευτικός, γαλλ. thérapeutique, αγγλ. therapeutic] | |
| 20505 | θεραπεύω | θε-ρα-πεύ-ω ρ. (μτβ.) {θεράπευ-σα, θεραπεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -τεί (λόγ.) -θεί, -όμενος, -μένος, -οντας} 1. αποκαθιστώ την υγεία κάποιου ή καταπολεμώ πρόβλημα υγείας: Αγωγή/φάρμακο/χάπι που ~ει την αρθρίτιδα/την κατάθλιψη. ~ τον άρρωστο/τον τραυματία. Η ιατρική/ομοιοπαθητική ~ει ψυχικές και σωματικές παθήσεις. Νόσος που δεν ~εται (= ιάται). ~τηκε πλήρως από την ασθένεια (= αποθεραπεύτηκε).|| (μτφ.) Βιβλία που ~ουν την ψυχή. Ψυχικό τραύμα που ~τηκε. Πβ. επουλώνω, ιαίνω. ΣΥΝ. γιατρεύω (1) 2. (μτφ.) διορθώνω ή αντιμετωπίζω κάτι δραστικά: ~σε την (κοινωνική) αδικία/την (οικονομική) ανάγκη/την ανισότητα/τη βλάβη/τη ζημιά/το κακό. Δεν αρκεί να ~ουμε τα προβλήματα, αλλά πρέπει και να τα προλαμβάνουμε. 3. (σπάν.-λόγ.) ασχολούμαι συστηματικά ή με ζήλο με κάτι, ιδ. επιστήμη, τέχνη ή γράμματα: ~ τη ζωγραφική/τη λογοτεχνία/τις Μούσες (: τις καλές τέχνες). Εκδόσεις που ~ουν την ποίηση. Πβ. καλλιεργώ. ● Μτχ.: θεραπευόμενος , η, ο: που μπορεί να θεραπευτεί ή που υποβάλλεται σε θεραπεία: ~α: νοσήματα. Χρόνια, μη ~η υπέρταση. Πβ. θεραπεύσ-, ιάσ-ιμος. ΑΝΤ. αθεράπευτος.|| Ο ~ ακολουθεί ειδική δίαιτα. ● ΦΡ.: θεραπεύει πάσα(ν) νόσο(ν) και πάσα(ν) μαλακία(ν) (λόγ.-ειρων.): για κάποιον ή κάτι που θεωρείται ότι γιατρεύει ή επιλύει τα πάντα. [< 1: αρχ. θεραπεύω, γαλλ. guérir, remédier] | |
| 20506 | θέραπι | θέ-ρα-πι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: θεραπεία· κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: γκρουπ θέραπι βλ. γκρουπ, σόπινγκ θέραπι βλ. σόπινγκ [< αγγλ. therapy] | |
| 20507 | θεράπων | θε-ρά-πων ουσ. (αρσ.) & θεράποντας {θηλ. θεραπαινίδα κ. θεράπαινα} (λόγ.): που προσφέρει τις υπηρεσίες του σε κάτι: (για πρόσ.) ~ της επιστήμης/της τέχνης.|| (για κλάδο ή θεσμό) Η φιλοσοφία ως ~ίδα της θεολογίας. (αρνητ. συνυποδ.) ~ίδα της εξουσίας. ● ΣΥΜΠΛ.: θεράπων/θεράποντας (γ)ιατρός: που έχει αναλάβει την παρακολούθηση και θεραπεία ασθενούς: Οι ~ες ~οί συνέστησαν ... [< γαλλ. médecin traitant] [< αρχ. θεράπων] | |
| 20508 | θέρετρο | θέ-ρε-τρο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): περιοχή η οποία προσφέρεται για διακοπές και ειδικότ. οι εγκαταστάσεις που προορίζονται για διαμονή παραθεριστών: εξωτικό/θερινό/κοσμοπολίτικο/οικογενειακό/ορεινό/παραθαλάσσιο/παραθεριστικό/πολυσύχναστο/τουριστικό/χειμερινό ~. ~ για γκολφ/σκι/σπα.|| Οργανωμένα/πολυτελή ~α. Βλ. -τρο. [< αρχ. θέρετρον ‘τόπος θερινής κατοικίας’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ