Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [21340-21360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20496θεόφτωχος, η, ο θε-ό-φτω-χος επίθ. (προφ.-επιτατ.): πάμφτωχος. Βλ. θεο-.
20497θεοφώτιστος, η, ο θε-ο-φώ-τι-στος επίθ.: που έχει λάβει τη θεία φώτιση ή έχει συντελεστεί υπό την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος: ~ος: γέροντας/διδάσκαλος. ~οι: Πατέρες.|| ~η: διδασκαλία. Πβ. ένθεος, θεόπνευστος. [< μεσν. θεοφώτιστος]
20498θεραπείαθε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. κάθε μέσο καταπολέμησης νόσου ή αποκατάστασης προβλήματος υγείας· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) η χρησιμοποιούμενη μέθοδος: άμεση/αποτελεσματική/ειδική/ενδεδειγμένη/εντατική/επαναστατική/επιθετική/μακροχρόνια/πειραματική/πρωτοποριακή/ριζική/στοχευμένη/συμπληρωματική ~. Αιτιολογική/γονιδιακή (= γονιδιο~)/εμπειρική (: με βάση μόνο την παρατήρηση του ασθενούς)/εξατομικευμένη/θερμική/οδοντιατρική/ορμονική (= ορμονο~)/προληπτική/συμπτωματική (: για αντιμετώπιση των συμπτωμάτων ασθένειας)/συνιστώμενη/συντηρητική (: χωρίς χειρουργείο)/φαρμακευτική/χειρουργική (: με επέμβαση) ~. ~ της ακμής/της γρίπης/των εγκαυμάτων/της μόλυνσης (από χλαμύδια). ~ απεξάρτησης/διαταραχών (λόγου). ~ γονιμότητας/συντήρησης/υποκατάστασης (ορμονών). Διάγνωση και ~. Διακοπή/έναρξη/επανάληψη/εφαρμογή/λήξη/συνέχιση της ~ας. Τα αποτελέσματα/τα έξοδα/οι επιπλοκές/τα στάδια μιας ~ας. Κέντρο/πρόγραμμα ~ας. Δοκιμάστηκε/παρέχεται ~. Ακολουθώ/κάνω/ξεκινώ ~. Υποβάλλομαι σε ~. ~-ελπίδα.|| (ΨΥΧΟΛ.-ΨΥΧΙΑΤΡ.) Συμβουλευτική/ψυχιατρική (πβ. ψυχο~) ~. ~ αποστροφής/συμπεριφοράς. ~ της κατάθλιψης.|| Εναλλακτικές/ολιστικές/ομοιοπαθητικές/φυσικές ~ες. Πβ. αγωγή, γιατρειά, ίαση. 2. αισθητική περιποίηση ή παρέμβαση: αντιγηραντική ~. ~ προσώπου/ρυτίδων με λέιζερ/με μπότοξ. ~ κυτταρίτιδας. ~ες μαλλιών/ομορφιάς. Πβ. κούρα. 3. (μτφ.) επιτυχής αντιμετώπιση αρνητικής κατάστασης: ~ των αδυναμιών (του συστήματος)/της φτώχειας. 4. (σπάν.-μτφ.) συστηματική ενασχόληση με ένα γνωστικό αντικείμενο: ~ της επιστήμης/της τέχνης. ● ΣΥΜΠΛ.: βιολογική θεραπεία: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. θεραπευτική μέθοδος με βιολογικές ουσίες και ειδική βιοτεχνολογία, που επιδιώκει την τροποποίηση της δραστηριότητας του ανοσοποιητικού συστήματος με σκοπό την ενίσχυση της άμυνάς του: ~ ~ του καρκίνου. Πβ. ανοσοθεραπεία. [< αγγλ. biological therapy] , γνωσιακή/γνωστική θεραπεία/ψυχοθεραπεία: ΨΥΧΟΛ. η οποία αλλάζει τον τρόπο σκέψης κάποιου για τον εαυτό του, τον κόσμο και το μέλλον: ~ ~ για την αντιμετώπιση της κατάθλιψης. [< αγγλ. cognitive therapy] , συνδυασμένη θεραπεία: ΙΑΤΡ. που γίνεται με ταυτόχρονη χορήγηση περισσότερων του ενός φαρμάκων ή με τη χρήση περισσότερων της μίας μεθόδων: ~ ~ κατά του HIV. ~ ~ υπερήχων και ηλεκτροθεραπείας. Πβ. συγχορήγηση. ΑΝΤ. μονοθεραπεία, αίτηση θεραπείας βλ. αίτηση, κρανιοϊερή θεραπεία βλ. κρανιοϊερός, Μονάδα Εντατικής Θεραπείας βλ. μονάδα, ομαδική ψυχοθεραπεία/ομαδική θεραπεία βλ. ψυχοθεραπεία, στεγνά (θεραπευτικά) προγράμματα βλ. στεγνός [< 1: αρχ. θεραπεία, γαλλ. thérapie, αγγλ. therapy, treatment, cure]
20500θεραπεύσιμος, η, ο θε-ρα-πεύ-σι-μος επίθ.: ΙΑΤΡ. που μπορεί να θεραπευτεί: ~ος: καρκίνος. ~η: νόσος/πάθηση. ~ο: στάδιο. ΣΥΝ. ιάσιμος, ιατός ΑΝΤ. αγιάτρευτος, αθεράπευτος (1), ανίατος [< μτγν. θεραπεύσιμος]
20501θεραπευσιμότηταθε-ρα-πευ-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδότητα του θεραπεύσιμου: ~ του καρκίνου. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. ιασιμότητα
20502θεραπευτήριοθε-ρα-πευ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): ίδρυμα στο οποίο παρέχεται ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και θεραπεία σε ασθενείς: ιδιωτικό/κρατικό ~. ~ χρόνιων/ψυχικών παθήσεων. Πβ. κλινική, νοσηλευτήριο, νοσοκομείο. Βλ. αναρρωτήριο, υδρο~, -τήριο. [< πβ. μτγν. θεραπευτήριον 'τρόπος θεραπείας']
20503θεραπευτήςθε-ρα-πευ-τής ουσ. (αρσ.) , θεραπεύτρια (η): πρόσωπο που εφαρμόζει ιατρικές ή συνηθέστ. μη επιστημονικές μεθόδους για τη θεραπεία ασθενειών: οικογενειακός ~ (= ψυχο~). ~ λόγου και ομιλίας (= λογο~). Κέντρο φυσικοθεραπείας με εξειδικευμένους ~ές. Βλ. εργο~, κινησιο~, μεσο~.|| Εναλλακτικός/πνευματικός/πρακτικός ~. Βλ. γιάτρισσσα. [< αρχ. θεραπευτής ‘υπηρέτης’, ~ των καμνόντων ‘γιατρός’, γαλλ. thérapeute, αγγλ. therapeutist]
20504θεραπευτικός, ή, ό θε-ρα-πευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη θεραπεία ή τον θεραπευτή: ~ός: μηχανισμός/παράγοντας/ρόλος/στόχος. ~ή: αγωγή/αντιμετώπιση (της υπέρτασης)/αξία (των παραμυθιών/της πίστης)/δράση/δύναμη/ιατρική/ιδιότητα/μέθοδος/μονάδα/παρέμβαση. ~ό: αποτέλεσμα/κέντρο (= θεραπευτήριο)/μέσο/πρόγραμμα. ~ές: ικανότητες. ~ά: βότανα/φυτά. Για ~ούς λόγους/σκοπούς. Πβ. ιαματικός. Βλ. αερο~, εργο~, οδοντο~, υδρο~, ψυχο~. ● Ουσ.: θεραπευτική (η): ΙΑΤΡ. κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη και παροχή ιατροφαρμακευτικών μέσων για τη θεραπεία ασθενειών: εναλλακτική ~. Βλ. ραδιο~. [< γαλλ. thérapeutique, αγγλ. therapeutic] ● επίρρ.: θεραπευτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: θεραπευτική ιππασία βλ. ιππασία, θεραπευτική κοινότητα βλ. κοινότητα, θεραπευτικό κατάστημα βλ. κατάστημα, ιαματικός/θεραπευτικός τουρισμός βλ. τουρισμός [< αρχ. θεραπευτικός, γαλλ. thérapeutique, αγγλ. therapeutic]
20505θεραπεύωθε-ρα-πεύ-ω ρ. (μτβ.) {θεράπευ-σα, θεραπεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -τεί (λόγ.) -θεί, -όμενος, -μένος, -οντας} 1. αποκαθιστώ την υγεία κάποιου ή καταπολεμώ πρόβλημα υγείας: Αγωγή/φάρμακο/χάπι που ~ει την αρθρίτιδα/την κατάθλιψη. ~ τον άρρωστο/τον τραυματία. Η ιατρική/ομοιοπαθητική ~ει ψυχικές και σωματικές παθήσεις. Νόσος που δεν ~εται (= ιάται). ~τηκε πλήρως από την ασθένεια (= αποθεραπεύτηκε).|| (μτφ.) Βιβλία που ~ουν την ψυχή. Ψυχικό τραύμα που ~τηκε. Πβ. επουλώνω, ιαίνω. ΣΥΝ. γιατρεύω (1) 2. (μτφ.) διορθώνω ή αντιμετωπίζω κάτι δραστικά: ~σε την (κοινωνική) αδικία/την (οικονομική) ανάγκη/την ανισότητα/τη βλάβη/τη ζημιά/το κακό. Δεν αρκεί να ~ουμε τα προβλήματα, αλλά πρέπει και να τα προλαμβάνουμε. 3. (σπάν.-λόγ.) ασχολούμαι συστηματικά ή με ζήλο με κάτι, ιδ. επιστήμη, τέχνη ή γράμματα: ~ τη ζωγραφική/τη λογοτεχνία/τις Μούσες (: τις καλές τέχνες). Εκδόσεις που ~ουν την ποίηση. Πβ. καλλιεργώ. ● Μτχ.: θεραπευόμενος , η, ο: που μπορεί να θεραπευτεί ή που υποβάλλεται σε θεραπεία: ~α: νοσήματα. Χρόνια, μη ~η υπέρταση. Πβ. θεραπεύσ-, ιάσ-ιμος. ΑΝΤ. αθεράπευτος.|| Ο ~ ακολουθεί ειδική δίαιτα. ● ΦΡ.: θεραπεύει πάσα(ν) νόσο(ν) και πάσα(ν) μαλακία(ν) (λόγ.-ειρων.): για κάποιον ή κάτι που θεωρείται ότι γιατρεύει ή επιλύει τα πάντα. [< 1: αρχ. θεραπεύω, γαλλ. guérir, remédier]
20506θέραπιθέ-ρα-πι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: θεραπεία· κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: γκρουπ θέραπι βλ. γκρουπ, σόπινγκ θέραπι βλ. σόπινγκ [< αγγλ. therapy]
20507θεράπωνθε-ρά-πων ουσ. (αρσ.) & θεράποντας {θηλ. θεραπαινίδα κ. θεράπαινα} (λόγ.): που προσφέρει τις υπηρεσίες του σε κάτι: (για πρόσ.) ~ της επιστήμης/της τέχνης.|| (για κλάδο ή θεσμό) Η φιλοσοφία ως ~ίδα της θεολογίας. (αρνητ. συνυποδ.) ~ίδα της εξουσίας. ● ΣΥΜΠΛ.: θεράπων/θεράποντας (γ)ιατρός: που έχει αναλάβει την παρακολούθηση και θεραπεία ασθενούς: Οι ~ες ~οί συνέστησαν ... [< γαλλ. médecin traitant] [< αρχ. θεράπων]
20508θέρετροθέ-ρε-τρο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): περιοχή η οποία προσφέρεται για διακοπές και ειδικότ. οι εγκαταστάσεις που προορίζονται για διαμονή παραθεριστών: εξωτικό/θερινό/κοσμοπολίτικο/οικογενειακό/ορεινό/παραθαλάσσιο/παραθεριστικό/πολυσύχναστο/τουριστικό/χειμερινό ~. ~ για γκολφ/σκι/σπα.|| Οργανωμένα/πολυτελή ~α. Βλ. -τρο. [< αρχ. θέρετρον ‘τόπος θερινής κατοικίας’]
20509θεριακλήςθε-ρια-κλής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. θεριακλού} (λαϊκό): άνθρωπος που έχει πάθος με το κάπνισμα ή τον καφέ. Βλ. μερακλής, -λής. [< τουρκ. tiryaki]
20510θεριεύωθε-ριεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. σπάν. μτβ.) {θέρι-εψε, -εμένος} 1. (μτφ.) αυξάνομαι σε ένταση, σφοδρότητα, μέγεθος: (για φυσικό φαινόμενο) Ο αέρας/η φωτιά ~εψε. Πβ. λυσσομανά, μαίνεται, μανιάζει.|| (για αφηρημένη έννοια) Η ακρίβεια ~ει. Το μίσος/ο ρατσισμός ~εψε. Πβ. γιγαντώνω, φουντώνει. 2. αναπτύσσομαι με ταχύ ρυθμό: (για έφηβο) ~εψε το παιδί, έγινε σωστός άντρας.|| (για φυτό) ~εμένη: βλάστηση. Πβ. μεγαλώνω, ψηλώνω.
20511θεριζοαλωνιστικός, ή, ό θε-ρι-ζο-α-λω-νι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το θέρισμα και το αλώνισμα: ~ό: τρακτέρ.|| (ως ουσ.) Αυτοκινούμενη/ρυμουλκούμενη ~ή (ενν. μηχανή). ΣΥΝ. κομπίνα2. [< γαλλ. moissoneuse-batteuse, 1906, γερμ. Mähdreschmaschine, Mähdrescher]
20512θερίζωθε-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. σπάν. αμτβ.) {θέρι-σα, θερί-στηκε, -σμένος, θερίζ-οντας} 1. ΓΕΩΡΓ. κόβω, με ειδική μηχανή ή παλαιότ. με δρεπάνι και σε συγκεκριμένο μήνα του χρόνου, φυτά με όρθιους βλαστούς, για να συγκομίσω τους καρπούς τους, να τα κάνω ζωοτροφή ή να κατασκευάσω με αυτά συγκεκριμένα αντικείμενα: ~σαν τη σοδειά/τα σπαρτά/τα στάχυα/τα χόρτα (βλ. αποψιλώνω). ~στηκε το στάρι. ~σμένος: κάμπος (ΑΝΤ. αθέριστος). ~σμένο: καλαμπόκι. ~σμένες: καλλιέργειες. ~σμένα: δημητριακά. Βλ. παρα~.|| (αμτβ.) Τον Ιούνιο ~ουν. Βλ. αλωνίζω, οργώνω. 2. (μτφ.) απολαμβάνω τα θετικά ή δέχομαι τα αρνητικά επακόλουθα των πράξεών μου: Θα ~σουν τους καρπούς των κόπων τους/τις συνέπειες της ανυπακοής τους. Πβ. αποκομίζω, δρέπω.θερίζει (μτφ.) 1. δημιουργεί έντονο αίσθημα κρύου ή πείνας ή προκαλεί διάρροια: (αμτβ.) ~ έξω το κρύο!|| Μας ~σε η πείνα. Κάτι έφαγα και με ~σε (βλ. κόψιμο). 2. προκαλεί ομαδικούς θανάτους ή μαζική καταστροφή· αποδεκατίζει: ~ η ασιτία/το έιτζ (σ)τις χώρες του Τρίτου Κόσμου (: μαστίζει, σπέρνει τον θάνατο). Πληθυσμοί που ~στηκαν από τις ασθένειες/τις επιδημίες/τη φτώχεια. Πβ. εξολοθρεύω, εξοντώνω.|| (κατ' επέκτ.) Η ανεργία ~/τα ναρκωτικά ~ουν (σ)τους νέους. Τους ~σε το χαλάζι (: προξένησε εκτεταμένες καταστροφές). ● ΦΡ.: ό,τι σπείρεις, θα θερίσεις (ΚΔ, παροιμ.): η ανταμοιβή είναι ανάλογη των πράξεων. ΣΥΝ. όπως έστρωσε(ς)/στρώσει(ς), θα κοιμηθεί(ς)/θα πλαγιάσει(ς), όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες βλ. άνεμος [< 1: αρχ. θερίζω]
20513θερινόςθε-ρι-νός επίθ. (λόγ.): που γίνεται ή ισχύει κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού: ~ός: κινηματογράφος (= υπαίθριος)/τουρισμός. ~ή: άδεια/απασχόληση/κατασκήνωση/κατοικία/λειτουργία (βιβλιοθήκης)/σεζόν. ~ό: ηλιοστάσιο/πρόγραμμα/σχολείο/τμήμα (της Βουλής)/ωράριο. ~ές: διακοπές. ~ά: μαθήματα. Η περίοδος των ~ών εκπτώσεων. Βλ. εαρ-, φθινοπωρ-ινός.|| (ως ουσ.-προφ.) Πάμε ~ό απόψε (ενν. σινεμά); ΣΥΝ. καλοκαιρινός ΑΝΤ. χειμερινός ● ΣΥΜΠΛ.: θερινή νάρκη: ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. κατάσταση βιολογικής αδράνειας στην οποία περιέρχονται ορισμένα ζώα, για να αντιμετωπίσουν την ξηρασία. Βλ. χειμερία νάρκη. [< γαλλ.-αγγλ. estivation] , θερινή ώρα: που τίθεται σε ισχύ από τα ξημερώματα της τελευταίας Κυριακής του Μαρτίου μέχρι τα ξημερώματα της τελευταίας Κυριακής του Οκτωβρίου: αλλαγή της ~ής ~ας σε χειμερινή. Ρυθμίζω το ρολόι στη ~ ~ (: μία ώρα μπροστά). Βλ. ζώνη ώρας. ● ΦΡ.: κάνω (κάτι) καλοκαιρινό βλ. καλοκαιρινός, όνειρο θερινής νυκτός βλ. όνειρο [< αρχ. θερινός]
20514θεριόθε-ριό ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-λογοτ.) κάποιος ή κάτι που χαρακτηρίζεται από αγριότητα ή σφοδρότητα: Λογοφέραμε κι έγινε ~.|| Το κύμα βγήκε ~ στην παραλία! 2. (λαϊκό-λογοτ.) άγριο σαρκοφάγο ζώο. ● ΣΥΜΠΛ.: θεριό ανήμερο & ανήμερο θεριό, θηρίο ανήμερο (μτφ.): για κάποιον που εξοργίζεται, εξαγριώνεται, θυμώνει πολύ: Δεν πρόλαβαν να του πουν δεύτερη λέξη κι έγινε ~ ~ (= έγινε θηρίο, έξω φρενών, πυρ και μανία). Πβ. αγρίμι. ● ΦΡ.: φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό το Γιάννη (παροιμ.): για να δηλωθεί ο αμοιβαίος φόβος μεταξύ αντίπαλων πλευρών. [< μεσν. θεριό]
20515θέρισμαθέ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΡΓ. θερισμός. Βλ. αλώνισμα. [< μεσν. θέρισμα]
20516θερισμόςθε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΡΓ. κόψιμο σιτηρών ή χόρτων και συγκομιδή καρπών· συνεκδ. η χρονική περίοδος των εργασιών αυτών: ~ του γκαζόν/των δημητριακών/του σταριού. Ιούνιος, ο μήνας του ~ού (= ο Θεριστής). Πβ. θέρος1. Βλ. αλώνισμα, -ισμός, όργωμα, παρα~, σπορά. ΣΥΝ. θέρισμα [< αρχ. θερισμός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.