| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20509 | θεριακλής | θε-ρια-κλής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. θεριακλού} (λαϊκό): άνθρωπος που έχει πάθος με το κάπνισμα ή τον καφέ. Βλ. μερακλής, -λής. [< τουρκ. tiryaki] | |
| 20510 | θεριεύω | θε-ριεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. σπάν. μτβ.) {θέρι-εψε, -εμένος} 1. (μτφ.) αυξάνομαι σε ένταση, σφοδρότητα, μέγεθος: (για φυσικό φαινόμενο) Ο αέρας/η φωτιά ~εψε. Πβ. λυσσομανά, μαίνεται, μανιάζει.|| (για αφηρημένη έννοια) Η ακρίβεια ~ει. Το μίσος/ο ρατσισμός ~εψε. Πβ. γιγαντώνω, φουντώνει. 2. αναπτύσσομαι με ταχύ ρυθμό: (για έφηβο) ~εψε το παιδί, έγινε σωστός άντρας.|| (για φυτό) ~εμένη: βλάστηση. Πβ. μεγαλώνω, ψηλώνω. | |
| 20511 | θεριζοαλωνιστικός | , ή, ό θε-ρι-ζο-α-λω-νι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το θέρισμα και το αλώνισμα: ~ό: τρακτέρ.|| (ως ουσ.) Αυτοκινούμενη/ρυμουλκούμενη ~ή (ενν. μηχανή). ΣΥΝ. κομπίνα2. [< γαλλ. moissoneuse-batteuse, 1906, γερμ. Mähdreschmaschine, Mähdrescher] | |
| 20512 | θερίζω | θε-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. σπάν. αμτβ.) {θέρι-σα, θερί-στηκε, -σμένος, θερίζ-οντας} 1. ΓΕΩΡΓ. κόβω, με ειδική μηχανή ή παλαιότ. με δρεπάνι και σε συγκεκριμένο μήνα του χρόνου, φυτά με όρθιους βλαστούς, για να συγκομίσω τους καρπούς τους, να τα κάνω ζωοτροφή ή να κατασκευάσω με αυτά συγκεκριμένα αντικείμενα: ~σαν τη σοδειά/τα σπαρτά/τα στάχυα/τα χόρτα (βλ. αποψιλώνω). ~στηκε το στάρι. ~σμένος: κάμπος (ΑΝΤ. αθέριστος). ~σμένο: καλαμπόκι. ~σμένες: καλλιέργειες. ~σμένα: δημητριακά. Βλ. παρα~.|| (αμτβ.) Τον Ιούνιο ~ουν. Βλ. αλωνίζω, οργώνω. 2. (μτφ.) απολαμβάνω τα θετικά ή δέχομαι τα αρνητικά επακόλουθα των πράξεών μου: Θα ~σουν τους καρπούς των κόπων τους/τις συνέπειες της ανυπακοής τους. Πβ. αποκομίζω, δρέπω. ● θερίζει (μτφ.) 1. δημιουργεί έντονο αίσθημα κρύου ή πείνας ή προκαλεί διάρροια: (αμτβ.) ~ έξω το κρύο!|| Μας ~σε η πείνα. Κάτι έφαγα και με ~σε (βλ. κόψιμο). 2. προκαλεί ομαδικούς θανάτους ή μαζική καταστροφή· αποδεκατίζει: ~ η ασιτία/το έιτζ (σ)τις χώρες του Τρίτου Κόσμου (: μαστίζει, σπέρνει τον θάνατο). Πληθυσμοί που ~στηκαν από τις ασθένειες/τις επιδημίες/τη φτώχεια. Πβ. εξολοθρεύω, εξοντώνω.|| (κατ' επέκτ.) Η ανεργία ~/τα ναρκωτικά ~ουν (σ)τους νέους. Τους ~σε το χαλάζι (: προξένησε εκτεταμένες καταστροφές). ● ΦΡ.: ό,τι σπείρεις, θα θερίσεις (ΚΔ, παροιμ.): η ανταμοιβή είναι ανάλογη των πράξεων. ΣΥΝ. όπως έστρωσε(ς)/στρώσει(ς), θα κοιμηθεί(ς)/θα πλαγιάσει(ς), όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες βλ. άνεμος [< 1: αρχ. θερίζω] | |
| 20513 | θερινός | θε-ρι-νός επίθ. (λόγ.): που γίνεται ή ισχύει κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού: ~ός: κινηματογράφος (= υπαίθριος)/τουρισμός. ~ή: άδεια/απασχόληση/κατασκήνωση/κατοικία/λειτουργία (βιβλιοθήκης)/σεζόν. ~ό: ηλιοστάσιο/πρόγραμμα/σχολείο/τμήμα (της Βουλής)/ωράριο. ~ές: διακοπές. ~ά: μαθήματα. Η περίοδος των ~ών εκπτώσεων. Βλ. εαρ-, φθινοπωρ-ινός.|| (ως ουσ.-προφ.) Πάμε ~ό απόψε (ενν. σινεμά); ΣΥΝ. καλοκαιρινός ΑΝΤ. χειμερινός ● ΣΥΜΠΛ.: θερινή νάρκη: ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. κατάσταση βιολογικής αδράνειας στην οποία περιέρχονται ορισμένα ζώα, για να αντιμετωπίσουν την ξηρασία. Βλ. χειμερία νάρκη. [< γαλλ.-αγγλ. estivation] , θερινή ώρα: που τίθεται σε ισχύ από τα ξημερώματα της τελευταίας Κυριακής του Μαρτίου μέχρι τα ξημερώματα της τελευταίας Κυριακής του Οκτωβρίου: αλλαγή της ~ής ~ας σε χειμερινή. Ρυθμίζω το ρολόι στη ~ ~ (: μία ώρα μπροστά). Βλ. ζώνη ώρας. ● ΦΡ.: κάνω (κάτι) καλοκαιρινό βλ. καλοκαιρινός, όνειρο θερινής νυκτός βλ. όνειρο [< αρχ. θερινός] | |
| 20514 | θεριό | θε-ριό ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-λογοτ.) κάποιος ή κάτι που χαρακτηρίζεται από αγριότητα ή σφοδρότητα: Λογοφέραμε κι έγινε ~.|| Το κύμα βγήκε ~ στην παραλία! 2. (λαϊκό-λογοτ.) άγριο σαρκοφάγο ζώο. ● ΣΥΜΠΛ.: θεριό ανήμερο & ανήμερο θεριό, θηρίο ανήμερο (μτφ.): για κάποιον που εξοργίζεται, εξαγριώνεται, θυμώνει πολύ: Δεν πρόλαβαν να του πουν δεύτερη λέξη κι έγινε ~ ~ (= έγινε θηρίο, έξω φρενών, πυρ και μανία). Πβ. αγρίμι. ● ΦΡ.: φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό το Γιάννη (παροιμ.): για να δηλωθεί ο αμοιβαίος φόβος μεταξύ αντίπαλων πλευρών. [< μεσν. θεριό] | |
| 20515 | θέρισμα | θέ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΡΓ. θερισμός. Βλ. αλώνισμα. [< μεσν. θέρισμα] | |
| 20516 | θερισμός | θε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΡΓ. κόψιμο σιτηρών ή χόρτων και συγκομιδή καρπών· συνεκδ. η χρονική περίοδος των εργασιών αυτών: ~ του γκαζόν/των δημητριακών/του σταριού. Ιούνιος, ο μήνας του ~ού (= ο Θεριστής). Πβ. θέρος1. Βλ. αλώνισμα, -ισμός, όργωμα, παρα~, σπορά. ΣΥΝ. θέρισμα [< αρχ. θερισμός] | |
| 20517 | θεριστής | θε-ρι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. θερίστρια κ. (λαϊκό) θερίστρα} 1. αγρότης που θερίζει: Οι ~ές μάζεψαν τα στάχυα σε δεμάτια. Βλ. παρα~. 2. (μτφ.-λογοτ.) αυτός που ευθύνεται για μαζικούς θανάτους: Χάρος, ο ~ ψυχών. 3. {μόνο στο αρσ.} (με κεφαλ. Θ) (λαϊκό) ο μήνας Ιούνιος. Βλ. Αλωνιστής. [< 1,2: αρχ. θεριστής 3: μεσν.] | |
| 20518 | θεριστικός | , ή, ό θε-ρι-στι-κός επίθ./ουσ.: που σχετίζεται με τον θερισμό ή χρησιμεύει σε αυτόν: ~ή: λεπίδα. ~ό: εργαλείο/μηχάνημα. ~ά: δρεπάνια. Βλ. (θεριζο)αλωνιστικός, παρα~. ● ΣΥΜΠΛ.: θεριστική βολή/θεριστικό πυρ: ΣΤΡΑΤ. δέσμη βολών που εξαπολύεται στον οριζόντιο άξονα και σε μικρή απόσταση από το έδαφος: ~ά πυρά αυτομάτων και πολυβόλων. [< μτγν. θεριστικός] | |
| 20519 | θερμ- | βλ. θερμο- | |
| 20520 | θερμαγωγός | , ός, ό θερ-μα-γω-γός επίθ.: ΦΥΣ. που μεταβιβάζει θερμότητα: ~ό: σώμα/υγρό/υλικό. ~ά: τοιχώματα. Βλ. καλός/κακός αγωγός. [< γαλλ. conducteur de chaleur, caloporteur, 1958, γερμ. Wärmeleiter] | |
| 20521 | Θερμαϊκός | Θερ-μα-ϊ-κός ουσ. (αρσ.): κόλπος του βορειοδυτικού Αιγαίου. ● ΣΥΜΠΛ.: η νύ(μ)φη του Θερμαϊκού: η Θεσσαλονίκη. [< μτγν. Θερμαϊκός] | |
| 20522 | θερμαίνω | θερ-μαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {θέρμ-ανα, -άνω, -άνθηκε, θερμαιν-όμενος, θερμ-ασμένος, θερμαίν-οντας} ΑΝΤ. ψυχραίνω 1. αυξάνω τη θερμοκρασία, ζεσταίνω· εκπέμπω θερμότητα: Ο θερμοσίφωνας ~ανε το νερό. ~οντας το σπίτι. Το κλιματιστικό δεν ~ει καλά. ~όμενος: σωλήνας/χώρος. Βλ. προ~, υπερ~. ΑΝΤ. κρυώνω (2), ψύχω 2. (μτφ.) αναζωογονώ, τονώνω ή εμψυχώνω: Οι επενδύσεις ~αναν την αγορά. ΑΝΤ. απο~.|| Η ελπίδα ~ανε τις καρδιές/την πίστη όλων. Πβ. αναπτερώνω, εγκαρδιώνω, ενδυναμώνω, ενθαρρύνω. 3. (μτφ.) κάνω κάτι πιο οικείο, φιλικό, ζεστό: Η παρουσία του ~ανε την ατμόσφαιρα. Προσπαθεί να ~άνει τη σχέση με την πρώην του. Πβ. ανα~. [< 1,3: αρχ. θερμαίνω 2: γαλλ. chauffer] | |
| 20523 | θερμαλισμός | θερ-μα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): χρήση ιαματικών φυσικών πόρων για τη διατήρηση, βελτίωση ή αποκατάσταση της σωματικής και ψυχικής υγείας και ευεξίας· συνεκδ. η σχετική μορφή τουρισμού: κέντρο ~ού. Βλ. λουτρο-, υδρο-θεραπεία, σπα, -ισμός. [< γαλλ. thermalisme] | |
| 20524 | θερμαλιστικός | , ή, ό θερ-μα-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον θερμαλισμό: ~ός: τουρισμός. ~ό: κέντρο. Βλ. -ιστικός1. | |
| 20525 | θέρμανση | θέρ-μαν-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. ψύξη 1. αύξηση της θερμοκρασίας ενός χώρου με τεχνητά μέσα· συνεκδ. το δίκτυο παραγωγής και μεταφοράς της θερμότητας: οικιακή ~. Ηλιακή ~ κτιρίου. ~ με φυσικό αέριο. Επίδομα (πετρελαίου) θέρμανσης. (Εναλλακτικές) πηγές ~ης. Συσκευές/σώματα ~ης (βλ. αερόθερμο, καλοριφέρ, σόμπα). ~-αερισμός-κλιματισμός.|| (Ηλεκτρική) ~ δαπέδου (= ενδοδαπέδια). Απόδοση ~ης. Η ~ δεν λειτουργεί. Βλ. προ~, τηλε~. 2. (γενικότ.) ζέσταμα: ~ του νερού. ~ του γυαλιού (βλ. πυράκτωση). ~ τροφίμων (βλ. φούρνος μικροκυμάτων). Βλ. ανα~. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόνομη θέρμανση & ατομική θέρμανση: εγκατάσταση για ανεξάρτητη ρύθμιση της θέρμανσης χώρου, συνήθ. διαμερίσματος: ηλεκτροβάνα/θερμοστάτης ~ης ~ης. Μονοκατοικία/οικοδομή/σπίτι με ~ ~. ~ ~ αερίου., κεντρική θέρμανση: μονάδα που παρέχει θέρμανση ή/και ζεστό νερό σε όλα τα διαμερίσματα κτιρίου: σύστημα ~ής ~ης. Ο καυστήρας/ο λέβητας/οι σωληνώσεις της ~ής ~ης., υπερθέρμανση/θέρμανση του πλανήτη βλ. υπερθέρμανση [< αρχ. θέρμανσις, γαλλ. chauffage] | |
| 20526 | θερμαντήρας | θερ-μα-ντή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ειδική συσκευή για τη θέρμανση κυρ. υγρών ή αερίων: ~ καφέ (βλ. θερμός)/νερού (πβ. βραστήρας, θερμοδοχείο, μπόιλερ). Ηλιακός ~ (πβ. θερμοσίφωνας, συλλέκτης). Ψηφιακός ~ (για) μπιμπερό. Ηλεκτρικός ~ με θερμοστάτη. Φορητό ψυγείο-~. Βλ. προ~, -τήρας. [< μτγν. θερμαντήρ, αγγλ. heater, boiler] | |
| 20527 | θερμαντικός1 | , ή, ό θερ-μα-ντι-κός επίθ./ουσ.: που παράγει θερμότητα ή έχει την ιδιότητα να θερμαίνει: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: αντίσταση/λάμπα/πλάκα/ύλη. ~ό: καλώδιο/μέσο/στοιχείο/σύστημα. Η ~ή επιφάνεια του λέβητα. Η ~ή (= θερμογόνος) δύναμη/ισχύς των καυσίμων.|| ~ή: αλοιφή/κρέμα. Λάδι με ~ή δράση.|| ~ό: ποτό/ρόφημα (πβ. ζεστό).|| (ως ουσ.) ~ά εξωτερικών χώρων (πβ. σόμπα). ● ΣΥΜΠΛ.: θερμαντική ικανότητα: θερμότητα που παράγεται από την τέλεια καύση της μονάδας μάζας καύσιμης ύλης. [< γαλλ. pouvoir calorifique] , θερμαντικό σώμα 1. & θερμαντική συσκευή: που χρησιμοποιείται για τη θέρμανση χώρου: ~ά ~ατα ακτινοβολίας/μαρμάρου. Βλ. αερόθερμο, θερμοσυσσωρευτής, κλιματιστικό. 2. (ειδικότ.) καλοριφέρ: ~ά ~ατα πάνελ (: από χαλύβδινα ελάσματα συγκολλημένα, ώστε να σχηματίζουν υδροφόρα πλάκα). [< αρχ. θερμαντικός, γαλλ. chauffant] | |
| 20528 | θερμαντικός2 | , ή, ό θερ-μα-ντι-κός επίθ.: που έχει ενεργειακή αξία για τον οργανισμό. Πβ. θερμιδογόνος. [< γαλλ. calorifique] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ