| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20517 | θεριστής | θε-ρι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. θερίστρια κ. (λαϊκό) θερίστρα} 1. αγρότης που θερίζει: Οι ~ές μάζεψαν τα στάχυα σε δεμάτια. Βλ. παρα~. 2. (μτφ.-λογοτ.) αυτός που ευθύνεται για μαζικούς θανάτους: Χάρος, ο ~ ψυχών. 3. {μόνο στο αρσ.} (με κεφαλ. Θ) (λαϊκό) ο μήνας Ιούνιος. Βλ. Αλωνιστής. [< 1,2: αρχ. θεριστής 3: μεσν.] | |
| 20518 | θεριστικός | , ή, ό θε-ρι-στι-κός επίθ./ουσ.: που σχετίζεται με τον θερισμό ή χρησιμεύει σε αυτόν: ~ή: λεπίδα. ~ό: εργαλείο/μηχάνημα. ~ά: δρεπάνια. Βλ. (θεριζο)αλωνιστικός, παρα~. ● ΣΥΜΠΛ.: θεριστική βολή/θεριστικό πυρ: ΣΤΡΑΤ. δέσμη βολών που εξαπολύεται στον οριζόντιο άξονα και σε μικρή απόσταση από το έδαφος: ~ά πυρά αυτομάτων και πολυβόλων. [< μτγν. θεριστικός] | |
| 20519 | θερμ- | βλ. θερμο- | |
| 20520 | θερμαγωγός | , ός, ό θερ-μα-γω-γός επίθ.: ΦΥΣ. που μεταβιβάζει θερμότητα: ~ό: σώμα/υγρό/υλικό. ~ά: τοιχώματα. Βλ. καλός/κακός αγωγός. [< γαλλ. conducteur de chaleur, caloporteur, 1958, γερμ. Wärmeleiter] | |
| 20521 | Θερμαϊκός | Θερ-μα-ϊ-κός ουσ. (αρσ.): κόλπος του βορειοδυτικού Αιγαίου. ● ΣΥΜΠΛ.: η νύ(μ)φη του Θερμαϊκού: η Θεσσαλονίκη. [< μτγν. Θερμαϊκός] | |
| 20522 | θερμαίνω | θερ-μαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {θέρμ-ανα, -άνω, -άνθηκε, θερμαιν-όμενος, θερμ-ασμένος, θερμαίν-οντας} ΑΝΤ. ψυχραίνω 1. αυξάνω τη θερμοκρασία, ζεσταίνω· εκπέμπω θερμότητα: Ο θερμοσίφωνας ~ανε το νερό. ~οντας το σπίτι. Το κλιματιστικό δεν ~ει καλά. ~όμενος: σωλήνας/χώρος. Βλ. προ~, υπερ~. ΑΝΤ. κρυώνω (2), ψύχω 2. (μτφ.) αναζωογονώ, τονώνω ή εμψυχώνω: Οι επενδύσεις ~αναν την αγορά. ΑΝΤ. απο~.|| Η ελπίδα ~ανε τις καρδιές/την πίστη όλων. Πβ. αναπτερώνω, εγκαρδιώνω, ενδυναμώνω, ενθαρρύνω. 3. (μτφ.) κάνω κάτι πιο οικείο, φιλικό, ζεστό: Η παρουσία του ~ανε την ατμόσφαιρα. Προσπαθεί να ~άνει τη σχέση με την πρώην του. Πβ. ανα~. [< 1,3: αρχ. θερμαίνω 2: γαλλ. chauffer] | |
| 20523 | θερμαλισμός | θερ-μα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): χρήση ιαματικών φυσικών πόρων για τη διατήρηση, βελτίωση ή αποκατάσταση της σωματικής και ψυχικής υγείας και ευεξίας· συνεκδ. η σχετική μορφή τουρισμού: κέντρο ~ού. Βλ. λουτρο-, υδρο-θεραπεία, σπα, -ισμός. [< γαλλ. thermalisme] | |
| 20524 | θερμαλιστικός | , ή, ό θερ-μα-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον θερμαλισμό: ~ός: τουρισμός. ~ό: κέντρο. Βλ. -ιστικός1. | |
| 20525 | θέρμανση | θέρ-μαν-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. ψύξη 1. αύξηση της θερμοκρασίας ενός χώρου με τεχνητά μέσα· συνεκδ. το δίκτυο παραγωγής και μεταφοράς της θερμότητας: οικιακή ~. Ηλιακή ~ κτιρίου. ~ με φυσικό αέριο. Επίδομα (πετρελαίου) θέρμανσης. (Εναλλακτικές) πηγές ~ης. Συσκευές/σώματα ~ης (βλ. αερόθερμο, καλοριφέρ, σόμπα). ~-αερισμός-κλιματισμός.|| (Ηλεκτρική) ~ δαπέδου (= ενδοδαπέδια). Απόδοση ~ης. Η ~ δεν λειτουργεί. Βλ. προ~, τηλε~. 2. (γενικότ.) ζέσταμα: ~ του νερού. ~ του γυαλιού (βλ. πυράκτωση). ~ τροφίμων (βλ. φούρνος μικροκυμάτων). Βλ. ανα~. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόνομη θέρμανση & ατομική θέρμανση: εγκατάσταση για ανεξάρτητη ρύθμιση της θέρμανσης χώρου, συνήθ. διαμερίσματος: ηλεκτροβάνα/θερμοστάτης ~ης ~ης. Μονοκατοικία/οικοδομή/σπίτι με ~ ~. ~ ~ αερίου., κεντρική θέρμανση: μονάδα που παρέχει θέρμανση ή/και ζεστό νερό σε όλα τα διαμερίσματα κτιρίου: σύστημα ~ής ~ης. Ο καυστήρας/ο λέβητας/οι σωληνώσεις της ~ής ~ης., υπερθέρμανση/θέρμανση του πλανήτη βλ. υπερθέρμανση [< αρχ. θέρμανσις, γαλλ. chauffage] | |
| 20526 | θερμαντήρας | θερ-μα-ντή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ειδική συσκευή για τη θέρμανση κυρ. υγρών ή αερίων: ~ καφέ (βλ. θερμός)/νερού (πβ. βραστήρας, θερμοδοχείο, μπόιλερ). Ηλιακός ~ (πβ. θερμοσίφωνας, συλλέκτης). Ψηφιακός ~ (για) μπιμπερό. Ηλεκτρικός ~ με θερμοστάτη. Φορητό ψυγείο-~. Βλ. προ~, -τήρας. [< μτγν. θερμαντήρ, αγγλ. heater, boiler] | |
| 20527 | θερμαντικός1 | , ή, ό θερ-μα-ντι-κός επίθ./ουσ.: που παράγει θερμότητα ή έχει την ιδιότητα να θερμαίνει: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: αντίσταση/λάμπα/πλάκα/ύλη. ~ό: καλώδιο/μέσο/στοιχείο/σύστημα. Η ~ή επιφάνεια του λέβητα. Η ~ή (= θερμογόνος) δύναμη/ισχύς των καυσίμων.|| ~ή: αλοιφή/κρέμα. Λάδι με ~ή δράση.|| ~ό: ποτό/ρόφημα (πβ. ζεστό).|| (ως ουσ.) ~ά εξωτερικών χώρων (πβ. σόμπα). ● ΣΥΜΠΛ.: θερμαντική ικανότητα: θερμότητα που παράγεται από την τέλεια καύση της μονάδας μάζας καύσιμης ύλης. [< γαλλ. pouvoir calorifique] , θερμαντικό σώμα 1. & θερμαντική συσκευή: που χρησιμοποιείται για τη θέρμανση χώρου: ~ά ~ατα ακτινοβολίας/μαρμάρου. Βλ. αερόθερμο, θερμοσυσσωρευτής, κλιματιστικό. 2. (ειδικότ.) καλοριφέρ: ~ά ~ατα πάνελ (: από χαλύβδινα ελάσματα συγκολλημένα, ώστε να σχηματίζουν υδροφόρα πλάκα). [< αρχ. θερμαντικός, γαλλ. chauffant] | |
| 20528 | θερμαντικός2 | , ή, ό θερ-μα-ντι-κός επίθ.: που έχει ενεργειακή αξία για τον οργανισμό. Πβ. θερμιδογόνος. [< γαλλ. calorifique] | |
| 20529 | θερμαστής | θερ-μα-στής ουσ. (αρσ.) {-ή (λόγ.) -ού}: εργάτης σε μηχανολογικές εγκαταστάσεις, υπεύθυνος για τη σωστή λειτουργία του λέβητα: ~ σε εργοστάσιο. Βοηθός ~ού. Άδεια ~ή.|| (παλαιότ.) ~ σε γκαζάδικο/τρένο/φορτηγό πλοίο. Βλ. αρχι~. [< γαλλ. chauffeur] | |
| 20530 | θερμάστρα | θερ-μά-στρα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συσκευή άμεσης θέρμανσης κλειστών χώρων, η οποία λειτουργεί με ηλεκτρισμό ή καύσιμη ύλη: ηλεκτρική ~. ~ αλογόνου/ξύλου (= ξυλόσομπα)/πετρελαίου/υγραερίου/χαλαζία. ~ μπάνιου. Πβ. σόμπα. Βλ. αερόθερμο. [< πβ. μτγν. θερμάστρα ‘φούρνος, καμίνι’, γαλλ. poêle] | |
| 20531 | θέρμη | θέρ-μη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έντονος, μεγάλος ενθουσιασμός: Χειροκρότησαν με ~ τον ομιλητή. Τον υποδέχτηκαν με ~ (πβ. εγκαρδιότητα). Μιλούσε με ~ για τον δάσκαλό του. Πβ. ζέση, ζήλος, προθυμία. ΑΝΤ. απροθυμία [< αρχ. θέρμη] | |
| 20532 | θερμίδα | θερ-μί-δα ουσ. (θηλ.) (σύμβ. cal) 1. μονάδα μέτρησης της ενεργειακής αξίας των τροφών και των ποτών: απώλεια/ισοζύγιο/μετρητής ~ων. Συνταγές χαμηλών ~ων. Υπολογισμός ημερήσιων ~ων. Δίαιτα 2.000 ~ων. Αναψυκτικό με λίγες ~ες (= διαιτητικό, λάιτ). Τροφές με αρνητικές ~ες (: για την αφομοίωση των οποίων ο οργανισμός δαπανά πολύ περισσότερες ~ες από αυτές που προσλαμβάνει). Γεύμα φτωχό/υψηλής περιεκτικότητας σε ~ες. Παίρνω/χρειάζομαι 1.200 ~ες την ημέρα. Καταναλώνει καθημερινά … ~ες. Με την άσκηση καις/χάνεις ~ες (βλ. μεταβολισμός). Βλ. διαιτολογία. 2. ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της θερμότητας. Βλ. τζάουλ. ΣΥΝ. καλορί [< γαλλ. calorie] | |
| 20533 | θερμιδικός | , ή, ό θερ-μι-δι-κός επίθ.: που είναι σχετικός με τις θερμίδες: ~ός: περιορισμός. ~ή: απόδοση (μιας τροφής)/απώλεια/κατανάλωση/πρόσληψη. ~ό: έλλειμμα/πλεόνασμα/φορτίο (μιας δίαιτας). Ημερήσιες ~ές ανάγκες/απαιτήσεις. Βλ. διατροφικός, θερμιδογόνος, θρεπτικός, ολιγο~. ● επίρρ.: θερμιδικά ● ΣΥΜΠΛ.: θερμιδική/ενεργειακή αξία: ποσότητα θερμίδων που περιέχεται σε τρόφιμα και ποτά: γεύμα υψηλής/χαμηλής ~ής ~ας. [< γαλλ. calorique, 1960] | |
| 20534 | θερμιδογόνος | , ος/α, ο θερ-μι-δο-γό-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. που παράγει ή περιέχει πολλές θερμίδες: ~ες: τροφές. ~α: συστατικά. Βλ. -γόνος, θρεπτικός. [< γαλλ. calorique, calorifique] | |
| 20535 | θερμιδομέτρηση | θερ-μι-δο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. υπολογισμός των θερμίδων που προσλαμβάνει ο οργανισμός. 2. προσδιορισμός της κατανάλωσης ενέργειας σε εγκαταστάσεις θέρμανσης. Βλ. ωρομέτρηση, -μέτρηση. | |
| 20536 | θερμιδομετρητής | θερ-μι-δο-με-τρη-τής ουσ. (αρσ.) 1. μικρό βιβλίο ή πίνακας με τις θερμίδες της κάθε τροφής: δίαιτα/μενού με ~ή. 2. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που υπολογίζει την κατανάλωση ενέργειας σε εγκαταστάσεις θέρμανσης: οι ενδείξεις του ~ή. Μπόιλερ νερού με ~ή. Βλ. -μετρητής. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ