Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [2120-2140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1139άζυμος, η, ο [ἄζυμος] ά-ζυ-μος επίθ. (σπάν.): (κυρ. για ψωμί) που ζυμώθηκε, παρασκευάστηκε χωρίς μαγιά ή προζύμι: ~η: πίτα. Βλ. λαγάνα, όστια.|| (ως ουσ.) Το ιουδαϊκό Πάσχα τρώνε αρνί και ~α. ΑΝΤ. ένζυμος [< αρχ. ἄζυμος]
1140αζύμωτος, η, ο [ἀζύμωτος] α-ζύ-μω-τος επίθ. 1. που δεν ζυμώθηκε αρκετά καλά: ~ο: ψωμί (ΑΝΤ. ζυμωμένο). 2. που δεν έχει υποστεί ζύμωση: ~ος: μούστος. ~ο: κρασί/τσάι (= πράσινο). ~α: στέμφυλα. ΣΥΝ. άβραστος (2) [< μεσν. αζύμωτος]
1142αζωθαιμία[ἀζωθαιμία] α-ζω-θαι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αύξηση των αζωτούχων ουσιών στο αίμα λόγω νεφρικής ανεπάρκειας. Βλ. -αιμία, ουραιμία. [< γαλλ. azotémie, 1909, αγγλ. azot(a)emia, 1900]
1143αζωικός, ή, ό [ἀζωικός] α-ζω-ι-κός επίθ.: που δεν έχει ίχνη ζωής ή δεν ευνοεί την ανάπτυξή της. ΑΝΤ. ζωικός2 ● ΣΥΜΠΛ.: αζωικός αιώνας/αζωική περίοδος: ΓΕΩΛ. μεγάλη γεωλογική περίοδος κατά την οποία δεν είχε ακόμη αναπτυχθεί ζωή στη Γη. ΣΥΝ. αρχαιοζωικός/αρχαϊκός αιώνας [< γαλλ. azoïque, αγγλ. azoic]
1144αζωοσπερμία[ἀζωοσπερμία] α-ζω-ο-σπερ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. απουσία σπερματοζωαρίων από το σπερματικό υγρό ή αδυναμία παραγωγής τους: (μη) αποφρακτική/εκκριτική ~. Πρόβλημα γονιμότητας λόγω ~ας. [< γαλλ. azoospermie, αγγλ. azoospermia]
1145άζωτο[ἄζωτο] ά-ζω-το ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ώτου}: ΧΗΜ. διατομικό χημικό στοιχείο (σύμβ. N, Ζ 7), που ανήκει στα αμέταλλα, είναι αέριο, άοσμο, άγευστο και άχρωμο σε κανονικές συνθήκες και μαζί με το οξυγόνο αποτελεί βασικό συστατικό του αέρα (σε ποσοστό 78,08%): αμμωνιακό/ατμοσφαιρικό/ελεύθερο/μοριακό/νιτρικό/οργανικό ~. Ενώσεις/κύκλος/οξείδια του ~ώτου. ● ΣΥΜΠΛ.: δέσμευση (του) αζώτου: αζωτοδέσμευση., μονοξείδιο του αζώτου: ΧΗΜ. ένα από τα οξείδια του αζώτου (σύμβ. ΝΟ), άχρωμο, μη εύφλεκτο, τοξικό αέριο που χρησιμοποιείται ως αναισθητικό και αναλγητικό: ρύποι ~ίου ~. Το ~ ~ παράγεται από αυτοκίνητα και βιομηχανικούς καυστήρες., υγρό άζωτο: ΦΥΣ. σε υγρή κατάσταση που χρησιμοποιείται ως ψυκτικό: Εμβόλιο/σπέρμα που αποθηκεύεται/καταψύχεται/φυλάσσεται σε ~ ~. [< γαλλ. azote liquide] , διοξείδιο του αζώτου βλ. διοξείδιο, νάρκωση αζώτου βλ. νάρκωση, υποξείδιο του αζώτου βλ. υποξείδιο [< γαλλ.-αγγλ. azote]
1146αζωτοδέσμευση[ἀζωτοδέσμευση] α-ζω-το-δέ-σμευ-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. διαδικασία κατά την οποία το ατμοσφαιρικό άζωτο δεσμεύεται από μικροοργανισμούς του εδάφους: ατμοσφαιρική/βιολογική/φυσική ~. Ένζυμο ~ης. ΣΥΝ. δέσμευση (του) αζώτου [< γαλλ. fixation de l'azote]
1147αζωτοποίηση[ἀζωτοποίηση] α-ζω-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. νιτροποίηση.
1148αζωτούχος, ος/α, ο [ἀζωτοῦχος] α-ζω-τού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει άζωτο: ~ος/α: (χημική) ένωση/λίπανση/μουστάρδα (: τοξική χημική ένωση, πβ. αέριο της μουστάρδας). ~ο: λίπασμα. ~ες: ομάδες/ουσίες. ~α: αέρια/άλατα/οξείδια/παράγωγα/προϊόντα. Βλ. -ούχος2. ● ΣΥΜΠΛ.: αζωτούχες βάσεις & (σπάν.) νουκλεϊκές/νουκλεϊνικές βάσεις: ΒΙΟΧ. τα συστατικά των νουκλεϊνικών οξέων (DNA, RNA), δηλ. η αδενίνη, η γουανίνη, η κυτοσίνη, η θυμίνη και η ουρακίλη. [< αγγλ. nitrogenous bases] [< γαλλ. azoté]
1149αζωχρώματα[ἀζωχρώματα] α-ζω-χρώ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα): ΧΗΜ. συνθετικές οργανικές χρωστικές ουσίες που περιέχουν άζωτο: διαλυτά ~. Βαφή με ~. Βλ. αμίνη, ανιλίνη. [< αγγλ. azo-colours, γερμ. Αzofarbstoffe]
1150Αηβλ. Αϊ
1151αηδής, ής, ές [ἀηδής] α-η-δής επίθ. {αηδ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· αηδέστ-ερος, -ατος} (επίσ.): αηδιαστικός. [< αρχ. ἀηδής]
1152αηδία[ἀηδία] α-η-δί-α ουσ. (θηλ.): (συν)αίσθημα έντονης δυσαρέσκειας, αποστροφής και συνεκδ. καθετί που την προκαλεί: γκριμάτσα/έκφραση ~ας. Κοιτάζω με/νιώθω/με πιάνει/μου έρχεται ~. Κάνω εμετό από (την) ~. Η εμφάνισή/η στάση/η συμπεριφορά του μου προκαλεί ~. Τα γαλακτοκομικά τού φέρνουν ~ (= αναγούλα). Πβ. απέχθεια, βδελυγμία, σιχαμάρα, σιχασιά.|| Το έργο/το ντύσιμο/το φαγητό είναι (σκέτη) ~/μια ~ (και μισή). Πώς μπορείς και τρως αυτή την ~;αηδίες (οι) (προφ.): ανόητα λόγια ή σπανιότ. πράξεις: Όλο ~ (= βλακείες) λες. Τι ~ (= κουταμάρες, σαχλαμάρες) είναι αυτές που κάνετε! Δεν θέλω ν' ακούω ~ (= χαζομάρες)! Ποιος διαδίδει τέτοιες ~ (= συκοφαντίες, ψέματα); ~ και ξεράσματα. (απαξιωτικά) -Υποσχέθηκε να μας δώσει αύξηση. -~! ● ΦΡ.: καταντά(ει) αηδία (προφ.): γίνεται ανυπόφορος, ενοχλητικός: Από κάποιο σημείο και έπειτα ~ ~, να λέει όλη την ώρα το ίδιο πράγμα. Φίλε, κατάντησες ~., μέχρι αηδίας & μέχρις αηδίας (εμφατ.): υπερβολικά, υπέρμετρα: Είναι σοβαρός/τυπικός ~ ~. Βλέπει τηλεόραση ~ ~. [< αρχ. ἀηδία, γαλλ. dégoût]
1153αηδιάζω[ἀηδιάζω] α-η-δι-ά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {αηδία-σα, -σμένος}: νιώθω ή προκαλώ αηδία, δυσαρεστούμαι από γεύση, οσμή, άγγιγμα, συμπεριφορά: ~ από τη μυρωδιά του αβγού (πβ. αναγουλιάζω, ανακατεύομαι). ~ να τον βλέπω/που τον ακούω! Η υποκρισία με ~ει. ~σμένη από τα ψέματά του. [< γαλλ. dégoûter]
1154αηδιαστικός, ή, ό [ἀηδιαστικός] α-η-δι-α-στι-κός επίθ.: που προξενεί αηδία: ~ή: γεύση/μυρωδιά/συμπεριφορά. ~ό: θέαμα/φαγητό. Αισχρές και ~ές πράξεις. Πβ. βδελυρός, σιχαμερός. ΣΥΝ. αηδής ● επίρρ.: αηδιαστικά [< γαλλ. dégoûtant]
1155αηδόνα[ἀηδόνα] α-η-δό-να ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): το θηλυκό αηδόνι· κυρ. ως χαρακτηρισμός γυναίκας με πολύ ωραία φωνή. [< μεσν. αηδόνα]
1156αηδόνι[ἀηδόνι] αη-δό-νι ουσ. (ουδ.) {αηδον-ιού | -ιών} 1. ΟΡΝΙΘ. μικρόσωμο πτηνό (επιστ. ονομασ. Luscinia megarhynchos), γνωστό για το κελάηδημα του αρσενικού που είναι πιο μελωδικό τη νύχτα: γλυκόλαλο ~. Βλ. κουφ~, ψευτ~, ωδικά πτηνά. 2. (μτφ., για πρόσ.) που είναι εξαιρετικά καλλίφωνος ή σπανιότ. έχει ευχέρεια λόγου. ● Υποκ.: αηδονάκι (το) ● ΦΡ.: μου πάει/έρχεται/κοστίζει/στοιχίζει ο κούκος αηδόνι & πληρώνω τον κούκο αηδόνι (προφ.): ακριβοπληρώνω κάτι, χωρίς να το αξίζει. [< μεσν. αηδόνιν]
1157αήθης, ης, ες [ἀήθης] α-ή-θης επίθ. {ουδ. άηθες, αήθ-ους | -εις (ουδ. -η)· αηθέστ-ερος, -ατος} (επίσ.): που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ήθους: ~ης: πόλεμος (συκοφαντιών)/χαρακτηρισμός. ~ης: ενέργεια/επίθεση/πρακτική/προπαγάνδα/συμπεριφορά (ΣΥΝ. άκοσμη, ΑΝΤ. κόσμια). ~ και ανέντιμος/κακοήθης. Θα φανεί ~ες και προσβλητικό αυτό που θα πω, αλλά ... Πβ. ανάρμοστος, ανήθικος, απρεπής. ΑΝΤ. ηθικός (1) [< αρχ. ἀήθης, γαλλ. inconvenant]
1158αήρ[ἀήρ] α-ήρ ουσ. (αρσ.) {αέρ-ος, -α} 1. (αρχαιοπρ.) αέρας: Τα τέσσερα επίγεια στοιχεία: πυρ, γη, ύδωρ και ~. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (σπάν.) λειτουργικό άμφιο που καλύπτει τα ιερά σκεύη στην Αγία Τράπεζα: χρυσοκέντητος ~. ΣΥΝ. αέρας (7) [< αρχ. ἀήρ]
1159ΑΗΣ(ο): Ατμοηλεκτρικός Σταθμός.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.