Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [21380-21400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20529θερμαστήςθερ-μα-στής ουσ. (αρσ.) {-ή (λόγ.) -ού}: εργάτης σε μηχανολογικές εγκαταστάσεις, υπεύθυνος για τη σωστή λειτουργία του λέβητα: ~ σε εργοστάσιο. Βοηθός ~ού. Άδεια ~ή.|| (παλαιότ.) ~ σε γκαζάδικο/τρένο/φορτηγό πλοίο. Βλ. αρχι~. [< γαλλ. chauffeur]
20530θερμάστραθερ-μά-στρα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συσκευή άμεσης θέρμανσης κλειστών χώρων, η οποία λειτουργεί με ηλεκτρισμό ή καύσιμη ύλη: ηλεκτρική ~. ~ αλογόνου/ξύλου (= ξυλόσομπα)/πετρελαίου/υγραερίου/χαλαζία. ~ μπάνιου. Πβ. σόμπα. Βλ. αερόθερμο. [< πβ. μτγν. θερμάστρα ‘φούρνος, καμίνι’, γαλλ. poêle]
20531θέρμηθέρ-μη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έντονος, μεγάλος ενθουσιασμός: Χειροκρότησαν με ~ τον ομιλητή. Τον υποδέχτηκαν με ~ (πβ. εγκαρδιότητα). Μιλούσε με ~ για τον δάσκαλό του. Πβ. ζέση, ζήλος, προθυμία. ΑΝΤ. απροθυμία [< αρχ. θέρμη]
20532θερμίδαθερ-μί-δα ουσ. (θηλ.) (σύμβ. cal) 1. μονάδα μέτρησης της ενεργειακής αξίας των τροφών και των ποτών: απώλεια/ισοζύγιο/μετρητής ~ων. Συνταγές χαμηλών ~ων. Υπολογισμός ημερήσιων ~ων. Δίαιτα 2.000 ~ων. Αναψυκτικό με λίγες ~ες (= διαιτητικό, λάιτ). Τροφές με αρνητικές ~ες (: για την αφομοίωση των οποίων ο οργανισμός δαπανά πολύ περισσότερες ~ες από αυτές που προσλαμβάνει). Γεύμα φτωχό/υψηλής περιεκτικότητας σε ~ες. Παίρνω/χρειάζομαι 1.200 ~ες την ημέρα. Καταναλώνει καθημερινά … ~ες. Με την άσκηση καις/χάνεις ~ες (βλ. μεταβολισμός). Βλ. διαιτολογία. 2. ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της θερμότητας. Βλ. τζάουλ. ΣΥΝ. καλορί [< γαλλ. calorie]
20533θερμιδικός, ή, ό θερ-μι-δι-κός επίθ.: που είναι σχετικός με τις θερμίδες: ~ός: περιορισμός. ~ή: απόδοση (μιας τροφής)/απώλεια/κατανάλωση/πρόσληψη. ~ό: έλλειμμα/πλεόνασμα/φορτίο (μιας δίαιτας). Ημερήσιες ~ές ανάγκες/απαιτήσεις. Βλ. διατροφικός, θερμιδογόνος, θρεπτικός, ολιγο~. ● επίρρ.: θερμιδικά ● ΣΥΜΠΛ.: θερμιδική/ενεργειακή αξία: ποσότητα θερμίδων που περιέχεται σε τρόφιμα και ποτά: γεύμα υψηλής/χαμηλής ~ής ~ας. [< γαλλ. calorique, 1960]
20534θερμιδογόνος, ος/α, ο θερ-μι-δο-γό-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. που παράγει ή περιέχει πολλές θερμίδες: ~ες: τροφές. ~α: συστατικά. Βλ. -γόνος, θρεπτικός. [< γαλλ. calorique, calorifique]
20535θερμιδομέτρησηθερ-μι-δο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. υπολογισμός των θερμίδων που προσλαμβάνει ο οργανισμός. 2. προσδιορισμός της κατανάλωσης ενέργειας σε εγκαταστάσεις θέρμανσης. Βλ. ωρομέτρηση, -μέτρηση.
20536θερμιδομετρητήςθερ-μι-δο-με-τρη-τής ουσ. (αρσ.) 1. μικρό βιβλίο ή πίνακας με τις θερμίδες της κάθε τροφής: δίαιτα/μενού με ~ή. 2. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που υπολογίζει την κατανάλωση ενέργειας σε εγκαταστάσεις θέρμανσης: οι ενδείξεις του ~ή. Μπόιλερ νερού με ~ή. Βλ. -μετρητής.
20537θερμιδομετρίαθερ-μι-δο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ.-ΧΗΜ. μέτρηση των ποσοτήτων θερμότητας που αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια φυσικοχημικών ή βιολογικών φαινομένων και ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος: άμεση/δυναμική/έμμεση/στατική ~. Διαφορική ~ σάρωσης. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. calorimétrie]
20538θερμιδόμετροθερ-μι-δό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ.-ΧΗΜ. συσκευή μέτρησης της θερμότητας που αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια φυσικοχημικών ή βιολογικών φαινομένων: αδιαβατικό/διαφορικό/ηλεκτρομαγνητικό ~. ~ νερού. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. calorimètre]
20539θερμικός, ή, ό θερ-μι-κός επίθ.: που έχει σχέση με τη θερμότητα ή λειτουργεί με αυτή: ~ός: έλεγχος. ~ή: αίσθηση/απόδοση/διεργασία/δράση/επεξεργασία/καταπόνηση/κατεργασία/μόνωση (= θερμομόνωση). ~ό: περιβάλλον. ~ά: πάνελ.|| (ΦΥΣ.) ~ός: συντελεστής. ~ή: αγωγιμότητα/ακτινοβολία/ανάλυση/διάσπαση (= θερμόλυση)/διαστολή/ισχύς. ~ό: κύμα/φαινόμενο/φορτίο. ~ θάνατος του Σύμπαντος.|| (ΧΗΜ.) ~ό: υγρό.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: θεραπεία (= θερμοθεραπεία). ~ό: έγκαυμα (: λόγω αύξησης της θερμοκρασίας ή τριβής).|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ός: διακόπτης/εκτυπωτής/κινητήρας/σταθμός (παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος). ~ή: μηχανή (: που μετατρέπει τη θερμότητα σε μηχανική ενέργεια· βλ. θερμοδυναμική)/μονάδα ηλεκτροπαραγωγής. ~ό: αυτοκίνητο (βλ. ηλεκτρικό)/εργοστάσιο. ~ά: αεροπλάνα/ελικόπτερα/λεωφορεία (: που κινούνται με ντίζελ ή φυσικό αέριο). Βλ. ηλιο~.|| (ως ουσ.) Μοτέρ με ~ό προστασίας (πβ. θερμοστάτη). Βλ. αντι~, γεω~, ενδο~, εξω~, εσω~, ηλεκτρο~, ισο~, κυκλο~, ξηρο~, υδρο~. ● επίρρ.: θερμικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: θερμικά εσώρουχα/ρούχα: ισοθερμικά εσώρουχα ή ρούχα. Πβ. θερμοεσώρουχα., θερμική ενέργεια: ΦΥΣ. η κινητική ενέργεια των σωματιδίων. Πβ. θερμότητα., θερμική επαφή: ΦΥΣ. αλληλεπίδραση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων σωμάτων με διαφορετική θερμοκρασία που έχει ως αποτέλεσμα την ανταλλαγή θερμότητας., θερμική ισορροπία: ΦΥΣ. κατάσταση κατά την οποία δεν παρατηρείται ανταλλαγή θερμότητας μεταξύ σωμάτων που βρίσκονται σε επαφή, επειδή η θερμοκρασία τους είναι η ίδια., θερμική μόλυνση: ΟΙΚΟΛ. αύξηση της θερμοκρασίας σε θάλασσες, ποταμούς ή λίμνες, η οποία προκαλείται από τη διοχέτευση ανεπεξέργαστων λυμάτων και είναι επιβλαβής για την υδρόβια ζωή. [< αγγλ. thermal pollution, 1966] , θερμικό στρες: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ψυχοσωματικές αλλαγές που προκαλούνται σε ανθρώπους, ή βιολογικές μεταβολές που υφίστανται ζώα και φυτά εξαιτίας έντονου ψύχους ή υπερβολικής ζέστης. [< αγγλ. heat/temperature stress] , θερμικός άνεμος: ΜΕΤΕΩΡ. που δημιουργείται τις πρώτες πρωινές ή τις μεσημβρινές ώρες λόγω της διαφοράς θερμοκρασίας μεταξύ στεριάς και θάλασσας., θερμικός θόρυβος: ΦΥΣ. που προκαλείται σε ηλεκτρικό κύκλωμα από την αύξηση της κινητικότητας των ηλεκτρονίων, η οποία οφείλεται στην απορρόφηση θερμότητας., ενεργητικά/θερμικά ηλιακά συστήματα βλ. ενεργητικός, θερμική άνεση βλ. άνεση, θερμική ασπίδα βλ. ασπίδα, θερμική εξάντληση βλ. εξάντληση, θερμική νησίδα βλ. νησίδα, θερμικό σοκ βλ. σοκ, θερμικό/θερμογραφικό/θερμοευαίσθητο χαρτί βλ. χαρτί, θερμικός ισημερινός βλ. ισημερινός [< γαλλ. thermique, αγγλ. thermic, thermal]
20540θερμιονικός, ή, ό θερ-μι-ο-νι-κός επίθ.: ΦΥΣ. σχετικός με την εκπομπή ηλεκτρονίων από την επιφάνεια θερμαινόμενου σώματος: ~ές: λυχνίες. Βλ. θερμικός θόρυβος. [< αγγλ. thermionic, 1909, γαλλ. thermoïonique, 1933]
20541θερμίστορθερ-μί-στορ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΥΣ. αντίσταση που μεταβάλλεται με τις αλλαγές θερμοκρασίας και χρησιμοποιείται σε θερμομετρικά όργανα ή θερμοστατικά συστήματα: ρελέ ~. Αισθητήρας με ~. Κινητήρας με ~ προστασίας. [< αγγλ. thermistor, 1940]
20542θερμο- & θερμό-& θερμ-: α' συνθετικό λέξεων με αναφορά 1. στη θερμότητα: θερμο-κήπιο/~κοιτίδα/~στάτης. Θερμό-μετρο.|| Θερμο-θεραπεία/~πληξία. Θερμό-σφαιρα. 2. (μτφ.-επιτατ.) σε πολύ έντονη ενέργεια ή κατάσταση: θερμο-παρακαλώ.|| (για πρόσ.) Θερμο-κέφαλος. Θερμό-αιμος.
20543θερμόαιμος, η, ο θερ-μό-αι-μος επίθ. 1. (μτφ.) που θυμώνει και παρεκτρέπεται εύκολα ή που εκδηλώνει τα ερωτικά κυρ. συναισθήματά του με ένταση και πάθος: ~οι: θαμώνες/οπαδοί. Πβ. ευέξαπτος, ευερέθιστος, θερμοκέφαλος, οξύθυμος. ΑΝΤ. ψύχραιμος.|| (ως ουσ., συχνά μειωτ.) ~οι εκσφενδόνισαν αντικείμενα στο γήπεδο.|| (ειρων.) ~ος: εραστής (πβ. λατίνος, φλογερός). Με κοντομάνικο μες στον χειμώνα; Είσαι πολύ ~η! 2. ΒΙΟΛ. (για ζώο) ομοιόθερμος: ~α: θηλαστικά. ΣΥΝ. ενδόθερμος (2) ΑΝΤ. εξώθερμος (2), ποικιλόθερμος, ψυχρόαιμος [< 1: γαλλ. (avoir le) sang chaud 2: γερμ. warmblütig, Warmblütler, γαλλ. (animal à) sang chaud]
20544θερμοανθεκτικός, ή, ό θερ-μο-αν-θε-κτι-κός επίθ. (επιστ.): που αντέχει στις υψηλές θερμοκρασίες: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ή: κόλλα. ~ά: καλώδια. Σκεύη από ~ό υλικό (πβ. πυράντοχος, πυρίμαχος).|| (BIOΛ.) ~ή: τοξίνη. ~ά: σπόρια (παθογόνων βακτηρίων). ΣΥΝ. θερμοάντοχος. ΑΝΤ. θερμοευαίσθητος. [< αγγλ. thermotolerant, 1940]
20546θερμοβαθμίδαθερ-μο-βαθ-μί-δα ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. η τιμή της μεταβολής της θερμοκρασίας της ατμόσφαιρας ανά μονάδα μήκους, δηλ. συνήθ. ανά ένα χιλιόμετρο: κατακόρυφη ~. Ξηρή/υγρή αδιαβατική ~. [< αγγλ. thermal/temperature gradient]
20547θερμοβαρικός, ή, ό θερ-μο-βα-ρι-κός επίθ.: που μετατρέπει τον ατμοσφαιρικό αέρα σε εκρηκτικό μείγμα, το οποίο στη συνέχεια αναφλέγεται: ~ή: βόμβα. ~ά: εκρηκτικά/όπλα (βλ. συμβατικά). [< αγγλ. thermobaric, 1999 < ρωσ. termobaricheskiy, γαλλ. thermobarique]
20548θερμογένεσηθερ-μο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. μηχανισμός παραγωγής θερμότητας από τον οργανισμό: μεταγευματική (: o αριθμός των θερμίδων που απαιτούνται για τη διάσπαση και αφομοίωση των τροφών) ~. Αύξηση/ενεργοποίηση της ~ης. Οι καύσεις διεγείρουν τη ~. Βλ. -γένεση, μεταβολισμός. [< αγγλ. thermogenesis, γαλλ. thermogénèse]
20549θερμογενετικός, ή, ό θερ-μο-γε-νε-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που αναφέρεται στη θερμογένεση: ~ή: δράση. ~ές: ιδιότητες.|| (για σκεύασμα) ~ό: λιποτροπικό/ρόφημα. ~ές: ουσίες. ~ά: προϊόντα.|| (ως ουσ.) Τα ~ά (ενν. συμπληρώματα διατροφής) αυξάνουν τον μεταβολικό ρυθμό. [< αγγλ. thermogen(et)ic, γαλλ. thermogénétique]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.