| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20537 | θερμιδομετρία | θερ-μι-δο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ.-ΧΗΜ. μέτρηση των ποσοτήτων θερμότητας που αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια φυσικοχημικών ή βιολογικών φαινομένων και ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος: άμεση/δυναμική/έμμεση/στατική ~. Διαφορική ~ σάρωσης. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. calorimétrie] | |
| 20538 | θερμιδόμετρο | θερ-μι-δό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ.-ΧΗΜ. συσκευή μέτρησης της θερμότητας που αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια φυσικοχημικών ή βιολογικών φαινομένων: αδιαβατικό/διαφορικό/ηλεκτρομαγνητικό ~. ~ νερού. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. calorimètre] | |
| 20539 | θερμικός | , ή, ό θερ-μι-κός επίθ.: που έχει σχέση με τη θερμότητα ή λειτουργεί με αυτή: ~ός: έλεγχος. ~ή: αίσθηση/απόδοση/διεργασία/δράση/επεξεργασία/καταπόνηση/κατεργασία/μόνωση (= θερμομόνωση). ~ό: περιβάλλον. ~ά: πάνελ.|| (ΦΥΣ.) ~ός: συντελεστής. ~ή: αγωγιμότητα/ακτινοβολία/ανάλυση/διάσπαση (= θερμόλυση)/διαστολή/ισχύς. ~ό: κύμα/φαινόμενο/φορτίο. ~ θάνατος του Σύμπαντος.|| (ΧΗΜ.) ~ό: υγρό.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: θεραπεία (= θερμοθεραπεία). ~ό: έγκαυμα (: λόγω αύξησης της θερμοκρασίας ή τριβής).|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ός: διακόπτης/εκτυπωτής/κινητήρας/σταθμός (παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος). ~ή: μηχανή (: που μετατρέπει τη θερμότητα σε μηχανική ενέργεια· βλ. θερμοδυναμική)/μονάδα ηλεκτροπαραγωγής. ~ό: αυτοκίνητο (βλ. ηλεκτρικό)/εργοστάσιο. ~ά: αεροπλάνα/ελικόπτερα/λεωφορεία (: που κινούνται με ντίζελ ή φυσικό αέριο). Βλ. ηλιο~.|| (ως ουσ.) Μοτέρ με ~ό προστασίας (πβ. θερμοστάτη). Βλ. αντι~, γεω~, ενδο~, εξω~, εσω~, ηλεκτρο~, ισο~, κυκλο~, ξηρο~, υδρο~. ● επίρρ.: θερμικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: θερμικά εσώρουχα/ρούχα: ισοθερμικά εσώρουχα ή ρούχα. Πβ. θερμοεσώρουχα., θερμική ενέργεια: ΦΥΣ. η κινητική ενέργεια των σωματιδίων. Πβ. θερμότητα., θερμική επαφή: ΦΥΣ. αλληλεπίδραση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων σωμάτων με διαφορετική θερμοκρασία που έχει ως αποτέλεσμα την ανταλλαγή θερμότητας., θερμική ισορροπία: ΦΥΣ. κατάσταση κατά την οποία δεν παρατηρείται ανταλλαγή θερμότητας μεταξύ σωμάτων που βρίσκονται σε επαφή, επειδή η θερμοκρασία τους είναι η ίδια., θερμική μόλυνση: ΟΙΚΟΛ. αύξηση της θερμοκρασίας σε θάλασσες, ποταμούς ή λίμνες, η οποία προκαλείται από τη διοχέτευση ανεπεξέργαστων λυμάτων και είναι επιβλαβής για την υδρόβια ζωή. [< αγγλ. thermal pollution, 1966] , θερμικό στρες: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ψυχοσωματικές αλλαγές που προκαλούνται σε ανθρώπους, ή βιολογικές μεταβολές που υφίστανται ζώα και φυτά εξαιτίας έντονου ψύχους ή υπερβολικής ζέστης. [< αγγλ. heat/temperature stress] , θερμικός άνεμος: ΜΕΤΕΩΡ. που δημιουργείται τις πρώτες πρωινές ή τις μεσημβρινές ώρες λόγω της διαφοράς θερμοκρασίας μεταξύ στεριάς και θάλασσας., θερμικός θόρυβος: ΦΥΣ. που προκαλείται σε ηλεκτρικό κύκλωμα από την αύξηση της κινητικότητας των ηλεκτρονίων, η οποία οφείλεται στην απορρόφηση θερμότητας., ενεργητικά/θερμικά ηλιακά συστήματα βλ. ενεργητικός, θερμική άνεση βλ. άνεση, θερμική ασπίδα βλ. ασπίδα, θερμική εξάντληση βλ. εξάντληση, θερμική νησίδα βλ. νησίδα, θερμικό σοκ βλ. σοκ, θερμικό/θερμογραφικό/θερμοευαίσθητο χαρτί βλ. χαρτί, θερμικός ισημερινός βλ. ισημερινός [< γαλλ. thermique, αγγλ. thermic, thermal] | |
| 20540 | θερμιονικός | , ή, ό θερ-μι-ο-νι-κός επίθ.: ΦΥΣ. σχετικός με την εκπομπή ηλεκτρονίων από την επιφάνεια θερμαινόμενου σώματος: ~ές: λυχνίες. Βλ. θερμικός θόρυβος. [< αγγλ. thermionic, 1909, γαλλ. thermoïonique, 1933] | |
| 20541 | θερμίστορ | θερ-μί-στορ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΥΣ. αντίσταση που μεταβάλλεται με τις αλλαγές θερμοκρασίας και χρησιμοποιείται σε θερμομετρικά όργανα ή θερμοστατικά συστήματα: ρελέ ~. Αισθητήρας με ~. Κινητήρας με ~ προστασίας. [< αγγλ. thermistor, 1940] | |
| 20542 | θερμο- & θερμό- | & θερμ-: α' συνθετικό λέξεων με αναφορά 1. στη θερμότητα: θερμο-κήπιο/~κοιτίδα/~στάτης. Θερμό-μετρο.|| Θερμο-θεραπεία/~πληξία. Θερμό-σφαιρα. 2. (μτφ.-επιτατ.) σε πολύ έντονη ενέργεια ή κατάσταση: θερμο-παρακαλώ.|| (για πρόσ.) Θερμο-κέφαλος. Θερμό-αιμος. | |
| 20543 | θερμόαιμος | , η, ο θερ-μό-αι-μος επίθ. 1. (μτφ.) που θυμώνει και παρεκτρέπεται εύκολα ή που εκδηλώνει τα ερωτικά κυρ. συναισθήματά του με ένταση και πάθος: ~οι: θαμώνες/οπαδοί. Πβ. ευέξαπτος, ευερέθιστος, θερμοκέφαλος, οξύθυμος. ΑΝΤ. ψύχραιμος.|| (ως ουσ., συχνά μειωτ.) ~οι εκσφενδόνισαν αντικείμενα στο γήπεδο.|| (ειρων.) ~ος: εραστής (πβ. λατίνος, φλογερός). Με κοντομάνικο μες στον χειμώνα; Είσαι πολύ ~η! 2. ΒΙΟΛ. (για ζώο) ομοιόθερμος: ~α: θηλαστικά. ΣΥΝ. ενδόθερμος (2) ΑΝΤ. εξώθερμος (2), ποικιλόθερμος, ψυχρόαιμος [< 1: γαλλ. (avoir le) sang chaud 2: γερμ. warmblütig, Warmblütler, γαλλ. (animal à) sang chaud] | |
| 20544 | θερμοανθεκτικός | , ή, ό θερ-μο-αν-θε-κτι-κός επίθ. (επιστ.): που αντέχει στις υψηλές θερμοκρασίες: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ή: κόλλα. ~ά: καλώδια. Σκεύη από ~ό υλικό (πβ. πυράντοχος, πυρίμαχος).|| (BIOΛ.) ~ή: τοξίνη. ~ά: σπόρια (παθογόνων βακτηρίων). ΣΥΝ. θερμοάντοχος. ΑΝΤ. θερμοευαίσθητος. [< αγγλ. thermotolerant, 1940] | |
| 20546 | θερμοβαθμίδα | θερ-μο-βαθ-μί-δα ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. η τιμή της μεταβολής της θερμοκρασίας της ατμόσφαιρας ανά μονάδα μήκους, δηλ. συνήθ. ανά ένα χιλιόμετρο: κατακόρυφη ~. Ξηρή/υγρή αδιαβατική ~. [< αγγλ. thermal/temperature gradient] | |
| 20547 | θερμοβαρικός | , ή, ό θερ-μο-βα-ρι-κός επίθ.: που μετατρέπει τον ατμοσφαιρικό αέρα σε εκρηκτικό μείγμα, το οποίο στη συνέχεια αναφλέγεται: ~ή: βόμβα. ~ά: εκρηκτικά/όπλα (βλ. συμβατικά). [< αγγλ. thermobaric, 1999 < ρωσ. termobaricheskiy, γαλλ. thermobarique] | |
| 20548 | θερμογένεση | θερ-μο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. μηχανισμός παραγωγής θερμότητας από τον οργανισμό: μεταγευματική (: o αριθμός των θερμίδων που απαιτούνται για τη διάσπαση και αφομοίωση των τροφών) ~. Αύξηση/ενεργοποίηση της ~ης. Οι καύσεις διεγείρουν τη ~. Βλ. -γένεση, μεταβολισμός. [< αγγλ. thermogenesis, γαλλ. thermogénèse] | |
| 20549 | θερμογενετικός | , ή, ό θερ-μο-γε-νε-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που αναφέρεται στη θερμογένεση: ~ή: δράση. ~ές: ιδιότητες.|| (για σκεύασμα) ~ό: λιποτροπικό/ρόφημα. ~ές: ουσίες. ~ά: προϊόντα.|| (ως ουσ.) Τα ~ά (ενν. συμπληρώματα διατροφής) αυξάνουν τον μεταβολικό ρυθμό. [< αγγλ. thermogen(et)ic, γαλλ. thermogénétique] | |
| 20550 | θερμογόνος | , ος/α, ο θερ-μο-γό-νος επίθ.: που παράγει θερμότητα: ~ος: πηγή. Η ~ δύναμη των καυσίμων. Πβ. θερμαντικός.|| Σκευάσματα με ~ο δράση (= θερμογενετική). Βλ. -γόνος. [< γαλλ. thermogène, αγγλ. thermogenous] | |
| 20551 | θερμογραφία | θερ-μο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): μέθοδος με την οποία ανιχνεύεται η εκπομπή θερμικής ακτινοβολίας από σώμα ή υλικό και συνεκδ. η αποτύπωση της εικόνας του μέσω υπέρυθρων φωτογραφιών. Βλ. -γραφία. [< αγγλ. thermography, γαλλ. thermographie] | |
| 20552 | θερμογραφικός | , ή, ό θερ-μο-γρα-φι-κός επίθ. (επιστ.): που απεικονίζει με τη βοήθεια της θερμότητας: ~ός: έλεγχος (πβ. υπέρυθρος). ~ή: κάμερα (= θερμοκάμερα). ● ΣΥΜΠΛ.: θερμικό/θερμογραφικό/θερμοευαίσθητο χαρτί βλ. χαρτί [< αγγλ. thermographic, γαλλ. thermographique] | |
| 20553 | θερμοδιακοπή | θερ-μο-δι-α-κο-πή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. παρεμβολή μονωτικού υλικού σε μεταλλικά κουφώματα για καλύτερη θερμομόνωση: χυτή ~. Συστήματα με ~. Περιμετρικό λάστιχο ~ής. [< αγγλ. thermal break] | |
| 20554 | θερμοδιαφορικός | , ή, ό θερ-μο-δι-α-φο-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με μεταβολή της θερμοκρασίας· ειδικότ. για συσκευή, μηχανισμό που ενεργοποιείται, όταν η άνοδος της θερμοκρασίας υπερβεί μια συγκεκριμένη τιμή ή σημειωθεί απότομη αύξηση διαφοράς της θερμοκρασίας εντός καθορισμένου χρόνου: ~ός: (πυρ)ανιχνευτής. [< αγγλ. thermal differential] | |
| 20555 | θερμοδοχείο | [θερμοδοχεῖο] θερ-μο-δο-χεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ΤΕΧΝΟΛ. θερμαντήρας νερού: ηλιακό ~. ~ από ανοξείδωτο ατσάλι/χάλυβα. Κατακόρυφο ~ λεβητοστασίου. ~ αποθήκευσης ζεστού νερού. Πβ. μπόιλερ. [< γαλλ. chaudière] | |
| 20556 | θερμοδυναμική | θερ-μο-δυ-να-μι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. κλάδος που μελετά τη μηχανική επίδραση και τις σχέσεις της θερμότητας: εφαρμοσμένη/κλασική/στατιστική/τεχνική ~. Οι νόμοι της ~ής. Βλ. ενθαλπία, εντροπία. [< γαλλ. thermodynamique, αγγλ. thermodynamics] | |
| 20557 | θερμοδυναμικός | , ή, ό θερ-μο-δυ-να-μι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που είναι σχετικός με τη θερμοδυναμική: ~ός: βαθμός (απόδοσης)/νόμος. ~ή: ανάλυση/θερμοκρασία/θεωρία. ~ό: αξίωμα/μοντέλο. ~ές: εξισώσεις/μεταβολές. ~ά μεγέθη και ιδιότητες υλικών.|| ~ή στατιστική/φυσική. ● ΣΥΜΠΛ.: θερμοδυναμική ισορροπία: κατάσταση κατά την οποία οι θερμικές, μηχανικές, χημικές ιδιότητες θερμοδυναμικού συστήματος παραμένουν αμετάβλητες., θερμοδυναμικό σύστημα: σύνολο σωματιδίων που ανταλλάσσουν ενέργεια με το περιβάλλον και μεταξύ τους σε μορφή θερμότητας ή έργου., θερμοδυναμικός κύκλος: ΜΗΧΑΝΟΛ. το σύνολο των διαδοχικών θερμοδυναμικών διαδικασιών σε μηχανή εσωτερικής καύσης. [< γαλλ. thermodynamique, αγγλ. thermodynamic] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ