| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20550 | θερμογόνος | , ος/α, ο θερ-μο-γό-νος επίθ.: που παράγει θερμότητα: ~ος: πηγή. Η ~ δύναμη των καυσίμων. Πβ. θερμαντικός.|| Σκευάσματα με ~ο δράση (= θερμογενετική). Βλ. -γόνος. [< γαλλ. thermogène, αγγλ. thermogenous] | |
| 20551 | θερμογραφία | θερ-μο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): μέθοδος με την οποία ανιχνεύεται η εκπομπή θερμικής ακτινοβολίας από σώμα ή υλικό και συνεκδ. η αποτύπωση της εικόνας του μέσω υπέρυθρων φωτογραφιών. Βλ. -γραφία. [< αγγλ. thermography, γαλλ. thermographie] | |
| 20552 | θερμογραφικός | , ή, ό θερ-μο-γρα-φι-κός επίθ. (επιστ.): που απεικονίζει με τη βοήθεια της θερμότητας: ~ός: έλεγχος (πβ. υπέρυθρος). ~ή: κάμερα (= θερμοκάμερα). ● ΣΥΜΠΛ.: θερμικό/θερμογραφικό/θερμοευαίσθητο χαρτί βλ. χαρτί [< αγγλ. thermographic, γαλλ. thermographique] | |
| 20553 | θερμοδιακοπή | θερ-μο-δι-α-κο-πή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. παρεμβολή μονωτικού υλικού σε μεταλλικά κουφώματα για καλύτερη θερμομόνωση: χυτή ~. Συστήματα με ~. Περιμετρικό λάστιχο ~ής. [< αγγλ. thermal break] | |
| 20554 | θερμοδιαφορικός | , ή, ό θερ-μο-δι-α-φο-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με μεταβολή της θερμοκρασίας· ειδικότ. για συσκευή, μηχανισμό που ενεργοποιείται, όταν η άνοδος της θερμοκρασίας υπερβεί μια συγκεκριμένη τιμή ή σημειωθεί απότομη αύξηση διαφοράς της θερμοκρασίας εντός καθορισμένου χρόνου: ~ός: (πυρ)ανιχνευτής. [< αγγλ. thermal differential] | |
| 20555 | θερμοδοχείο | [θερμοδοχεῖο] θερ-μο-δο-χεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ΤΕΧΝΟΛ. θερμαντήρας νερού: ηλιακό ~. ~ από ανοξείδωτο ατσάλι/χάλυβα. Κατακόρυφο ~ λεβητοστασίου. ~ αποθήκευσης ζεστού νερού. Πβ. μπόιλερ. [< γαλλ. chaudière] | |
| 20556 | θερμοδυναμική | θερ-μο-δυ-να-μι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. κλάδος που μελετά τη μηχανική επίδραση και τις σχέσεις της θερμότητας: εφαρμοσμένη/κλασική/στατιστική/τεχνική ~. Οι νόμοι της ~ής. Βλ. ενθαλπία, εντροπία. [< γαλλ. thermodynamique, αγγλ. thermodynamics] | |
| 20557 | θερμοδυναμικός | , ή, ό θερ-μο-δυ-να-μι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που είναι σχετικός με τη θερμοδυναμική: ~ός: βαθμός (απόδοσης)/νόμος. ~ή: ανάλυση/θερμοκρασία/θεωρία. ~ό: αξίωμα/μοντέλο. ~ές: εξισώσεις/μεταβολές. ~ά μεγέθη και ιδιότητες υλικών.|| ~ή στατιστική/φυσική. ● ΣΥΜΠΛ.: θερμοδυναμική ισορροπία: κατάσταση κατά την οποία οι θερμικές, μηχανικές, χημικές ιδιότητες θερμοδυναμικού συστήματος παραμένουν αμετάβλητες., θερμοδυναμικό σύστημα: σύνολο σωματιδίων που ανταλλάσσουν ενέργεια με το περιβάλλον και μεταξύ τους σε μορφή θερμότητας ή έργου., θερμοδυναμικός κύκλος: ΜΗΧΑΝΟΛ. το σύνολο των διαδοχικών θερμοδυναμικών διαδικασιών σε μηχανή εσωτερικής καύσης. [< γαλλ. thermodynamique, αγγλ. thermodynamic] | |
| 20558 | θερμοεσώρουχα | θερ-μο-ε-σώ-ρου-χα ουσ. (ουδ.) (τα): ισοθερμικά, θερμικά εσώρουχα. | |
| 20559 | θερμοευαίσθητος | , η, ο θερ-μο-ευ-αί-σθη-τος επίθ. ΑΝΤ. θερμοανθεκτικός 1. ΒΙΟΛ. που μεταβάλλεται ή αλλοιώνεται με την άνοδο της θερμοκρασίας: ~ες: πρωτεΐνες. 2. ΤΕΧΝΟΛ. που είναι ευαίσθητος στη θερμότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: θερμικό/θερμογραφικό/θερμοευαίσθητο χαρτί βλ. χαρτί [< αγγλ. thermosensitive, 1918] | |
| 20560 | θερμοηλεκτρικός | , ή, ό θερ-μο-η-λε-κτρι-κός επίθ. (επιστ.): που είναι σχετικός με τον θερμοηλεκτρισμό: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ός: σταθμός. ~ή: μονάδα. ~ό: εργοστάσιο (: όπου παράγεται ηλεκτρικό ρεύμα με μετατροπή της θερμικής σε ηλεκτρική ενέργεια). ~ές: εγκαταστάσεις.|| ~ή: γεννήτρια/συσκευή/στήλη. ~ό: ζεύγος (= θερμοστοιχείο). ~ές: διατάξεις.|| (ΦΥΣ.) ~ή: ενέργεια/ισχύς. ~ό: φαινόμενο. ~ές: ιδιότητες (υλικών). [< γερμ. thermoelektrisch, γαλλ. thermoélectrique, αγγλ. thermo-electric] | |
| 20561 | θερμοηλεκτρισμός | θερ-μο-η-λε-κτρι-σμός ουσ. (αρσ.) ΦΥΣ. 1. κλάδος που μελετά την αλληλεπίδραση μεταξύ θερμικών και ηλεκτρικών φαινομένων. 2. ο ηλεκτρισμός που παράγεται από τη θερμική ενέργεια. [< γερμ. Thermoelektrizität, γαλλ. thermoélectricité, αγγλ. thermo-electricity] | |
| 20562 | θερμοηχομόνωση | θερ-μο-η-χο-μό-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μόνωση που διατηρεί τη θερμοκρασία ενός χώρου σταθερή και εμποδίζει τη μεταφορά των ήχων: ~ δαπέδου/κτιρίου. Λάστιχο/υλικά ~ης. Κουφώματα με άριστη ~. Πόρτα με διπλά τζάμια για καλύτερη ~. | |
| 20563 | θερμοηχομονωτικός | , ή, ό θερ-μο-η-χο-μο-νω-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που παρέχει θερμική και ηχητική μόνωση: ~ή: επένδυση/κατασκευή/προστασία. ~ό: υλικό. ~ά: κουφώματα/κρύσταλλα/τζάμια. [< αγγλ. heat/sound-proofing] | |
| 20564 | θερμοθάλαμος | θερ-μο-θά-λα-μος ουσ. (αρσ.): θερμαινόμενο συρτάρι ηλεκτρικής κουζίνας ή συσκευή, όπου τοποθετούνται φαγητά ή σκεύη, για να διατηρούνται ζεστά: μαγειρική εστία με μικρό φούρνο και ~ο.|| ~ σφολιατοειδών/για τυρόπιτες (= τυροπιτιέρα). Επιδαπέδιος/επιτραπέζιος ~ με βιτρίνα. ~ πιατικών (: για την προθέρμανσή τους πριν από το σερβίρισμα). | |
| 20565 | θερμοθεραπεία | θερ-μο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρήση θερμότητας για θεραπευτικούς σκοπούς· η αντίστοιχη μέθοδος: επιφανειακή ~ με ζεστά επιθέματα. Κρουστικό μασάζ και ~ με υπέρυθρο φως. Διουρηθρική/εστιασμένη ~ μικροκυμάτων. (στην εναλλακτική και την αισθητική ιατρική:) ~ με μόξα. Κάνει ~ες, για να αδυνατίσει. Βλ. -θεραπεία, διαθερμία, παραφινόλουτρο, υπέρηχος, φωτόλουτρο. [< γαλλ. thermothérapie, αγγλ. thermotherapy] | |
| 20566 | θερμοκάμερα | θερ-μο-κά-με-ρα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. θερμογραφική κάμερα: ραδιομετρική/ψηφιακή ~. [< αγγλ. thermal (imaging) camera] | |
| 20567 | θερμοκέφαλος | , η, ο θερ-μο-κέ-φα-λος επίθ./ουσ.: που χαρακτηρίζεται από οξυθυμία, οργή: ~ος: νεαρός. ~οι: εθνικιστές/οπαδοί. Πβ. ευέξαπτος, ευερέθιστος, θερμόαιμος, οξύθυμος.|| ~η: αντίδραση/ενέργεια/συμπεριφορά (πβ. απερίσκεπτη). ~ες: εκδηλώσεις. Βλ. παρορμητικός.|| (ως ουσ.) Επεισόδια μεταξύ ~ων μετά τη λήξη του αγώνα. Βλ. -κέφαλος. ΑΝΤ. ψύχραιμος. [< γαλλ. (avoir la) tête chaude] | |
| 20568 | θερμοκηπιακός | , ή, ό θερ-μο-κη-πι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με το θερμοκήπιο: ~ός: εξοπλισμός/(εκθεσιακός) χώρος. ~ή: γεωργία/παραγωγή. ~ές: καλλιέργειες/μονάδες. ~ά: προϊόντα. Γεωργικές επιχειρήσεις ~ού τύπου. ● ΣΥΜΠΛ.: αέρια του θερμοκηπίου βλ. αέριο | |
| 20569 | θερμοκήπιο | θερ-μο-κή-πι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. στεγασμένος και περίκλειστος χώρος από διαφανές πλαστικό ή γυαλί, μέσα στον οποίο καλλιεργούνται λαχανικά, φρούτα ή καλλωπιστικά φυτά σε περιβάλλον ελεγχόμενων συνθηκών θερμοκρασίας, ηλιακής ακτινοβολίας, υγρασίας, νερού, θερμοκρασίας εδάφους, για προστασία από ακραία καιρικά φαινόμενα, ζιζάνια και παράσιτα: γυάλινο/τοξωτό/υαλόφρακτο ~. Πράσινο ~ (βλ. βιοαέριο, γεωθερμία). ~ λουλουδιών (βλ. ανθόκηπος)/μπανάνας. Καλλιέργειες/κηπευτικά/λαχανικά/ντομάτες ~ίου. Ηλιακά/κάθετα (: για την παραγωγή βιολογικών αγροτικών προϊόντων μέσα στην πόλη)/υδροπονικά ~α. Εγκαταστάσεις ~ίων. ΣΥΝ. σέρα 2. (μτφ.) χώρος, περιβάλλον που λειτουργεί προστατευτικά, υποστηρικτικά ή/και ενισχυτικά: ~ ιδεών (πβ. φυτώριο).|| ~ διαπλοκής/διαφθοράς (πβ. εκκολαπτήριο). ● ΣΥΜΠΛ.: φαινόμενο του θερμοκηπίου: ΜΕΤΕΩΡ. η αύξηση της θερμοκρασίας της επιφάνειας της Γης και των χαμηλότερων στρωμάτων της ατμόσφαιρας λόγω παγίδευσης της ηλιακής ακτινοβολίας από το διοξείδιο του άνθρακα. Βλ. υπερθέρμανση. [< αγγλ. greenhouse effect, 1907] , αέρια του θερμοκηπίου βλ. αέριο [< γαλλ. serre (chaude)] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ