Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [21400-21420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20558θερμοεσώρουχαθερ-μο-ε-σώ-ρου-χα ουσ. (ουδ.) (τα): ισοθερμικά, θερμικά εσώρουχα.
20559θερμοευαίσθητος, η, ο θερ-μο-ευ-αί-σθη-τος επίθ. ΑΝΤ. θερμοανθεκτικός 1. ΒΙΟΛ. που μεταβάλλεται ή αλλοιώνεται με την άνοδο της θερμοκρασίας: ~ες: πρωτεΐνες. 2. ΤΕΧΝΟΛ. που είναι ευαίσθητος στη θερμότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: θερμικό/θερμογραφικό/θερμοευαίσθητο χαρτί βλ. χαρτί [< αγγλ. thermosensitive, 1918]
20560θερμοηλεκτρικός, ή, ό θερ-μο-η-λε-κτρι-κός επίθ. (επιστ.): που είναι σχετικός με τον θερμοηλεκτρισμό: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ός: σταθμός. ~ή: μονάδα. ~ό: εργοστάσιο (: όπου παράγεται ηλεκτρικό ρεύμα με μετατροπή της θερμικής σε ηλεκτρική ενέργεια). ~ές: εγκαταστάσεις.|| ~ή: γεννήτρια/συσκευή/στήλη. ~ό: ζεύγος (= θερμοστοιχείο). ~ές: διατάξεις.|| (ΦΥΣ.) ~ή: ενέργεια/ισχύς. ~ό: φαινόμενο. ~ές: ιδιότητες (υλικών). [< γερμ. thermoelektrisch, γαλλ. thermoélectrique, αγγλ. thermo-electric]
20561θερμοηλεκτρισμόςθερ-μο-η-λε-κτρι-σμός ουσ. (αρσ.) ΦΥΣ. 1. κλάδος που μελετά την αλληλεπίδραση μεταξύ θερμικών και ηλεκτρικών φαινομένων. 2. ο ηλεκτρισμός που παράγεται από τη θερμική ενέργεια. [< γερμ. Thermoelektrizität, γαλλ. thermoélectricité, αγγλ. thermo-electricity]
20562θερμοηχομόνωσηθερ-μο-η-χο-μό-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μόνωση που διατηρεί τη θερμοκρασία ενός χώρου σταθερή και εμποδίζει τη μεταφορά των ήχων: ~ δαπέδου/κτιρίου. Λάστιχο/υλικά ~ης. Κουφώματα με άριστη ~. Πόρτα με διπλά τζάμια για καλύτερη ~.
20563θερμοηχομονωτικός, ή, ό θερ-μο-η-χο-μο-νω-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που παρέχει θερμική και ηχητική μόνωση: ~ή: επένδυση/κατασκευή/προστασία. ~ό: υλικό. ~ά: κουφώματα/κρύσταλλα/τζάμια. [< αγγλ. heat/sound-proofing]
20564θερμοθάλαμοςθερ-μο-θά-λα-μος ουσ. (αρσ.): θερμαινόμενο συρτάρι ηλεκτρικής κουζίνας ή συσκευή, όπου τοποθετούνται φαγητά ή σκεύη, για να διατηρούνται ζεστά: μαγειρική εστία με μικρό φούρνο και ~ο.|| ~ σφολιατοειδών/για τυρόπιτες (= τυροπιτιέρα). Επιδαπέδιος/επιτραπέζιος ~ με βιτρίνα. ~ πιατικών (: για την προθέρμανσή τους πριν από το σερβίρισμα).
20565θερμοθεραπείαθερ-μο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρήση θερμότητας για θεραπευτικούς σκοπούς· η αντίστοιχη μέθοδος: επιφανειακή ~ με ζεστά επιθέματα. Κρουστικό μασάζ και ~ με υπέρυθρο φως. Διουρηθρική/εστιασμένη ~ μικροκυμάτων. (στην εναλλακτική και την αισθητική ιατρική:) ~ με μόξα. Κάνει ~ες, για να αδυνατίσει. Βλ. -θεραπεία, διαθερμία, παραφινόλουτρο, υπέρηχος, φωτόλουτρο. [< γαλλ. thermothérapie, αγγλ. thermotherapy]
20566θερμοκάμεραθερ-μο-κά-με-ρα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. θερμογραφική κάμερα: ραδιομετρική/ψηφιακή ~. [< αγγλ. thermal (imaging) camera]
20567θερμοκέφαλος, η, ο θερ-μο-κέ-φα-λος επίθ./ουσ.: που χαρακτηρίζεται από οξυθυμία, οργή: ~ος: νεαρός. ~οι: εθνικιστές/οπαδοί. Πβ. ευέξαπτος, ευερέθιστος, θερμόαιμος, οξύθυμος.|| ~η: αντίδραση/ενέργεια/συμπεριφορά (πβ. απερίσκεπτη). ~ες: εκδηλώσεις. Βλ. παρορμητικός.|| (ως ουσ.) Επεισόδια μεταξύ ~ων μετά τη λήξη του αγώνα. Βλ. -κέφαλος. ΑΝΤ. ψύχραιμος. [< γαλλ. (avoir la) tête chaude]
20568θερμοκηπιακός, ή, ό θερ-μο-κη-πι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με το θερμοκήπιο: ~ός: εξοπλισμός/(εκθεσιακός) χώρος. ~ή: γεωργία/παραγωγή. ~ές: καλλιέργειες/μονάδες. ~ά: προϊόντα. Γεωργικές επιχειρήσεις ~ού τύπου. ● ΣΥΜΠΛ.: αέρια του θερμοκηπίου βλ. αέριο
20569θερμοκήπιοθερ-μο-κή-πι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. στεγασμένος και περίκλειστος χώρος από διαφανές πλαστικό ή γυαλί, μέσα στον οποίο καλλιεργούνται λαχανικά, φρούτα ή καλλωπιστικά φυτά σε περιβάλλον ελεγχόμενων συνθηκών θερμοκρασίας, ηλιακής ακτινοβολίας, υγρασίας, νερού, θερμοκρασίας εδάφους, για προστασία από ακραία καιρικά φαινόμενα, ζιζάνια και παράσιτα: γυάλινο/τοξωτό/υαλόφρακτο ~. Πράσινο ~ (βλ. βιοαέριο, γεωθερμία). ~ λουλουδιών (βλ. ανθόκηπος)/μπανάνας. Καλλιέργειες/κηπευτικά/λαχανικά/ντομάτες ~ίου. Ηλιακά/κάθετα (: για την παραγωγή βιολογικών αγροτικών προϊόντων μέσα στην πόλη)/υδροπονικά ~α. Εγκαταστάσεις ~ίων. ΣΥΝ. σέρα 2. (μτφ.) χώρος, περιβάλλον που λειτουργεί προστατευτικά, υποστηρικτικά ή/και ενισχυτικά: ~ ιδεών (πβ. φυτώριο).|| ~ διαπλοκής/διαφθοράς (πβ. εκκολαπτήριο). ● ΣΥΜΠΛ.: φαινόμενο του θερμοκηπίου: ΜΕΤΕΩΡ. η αύξηση της θερμοκρασίας της επιφάνειας της Γης και των χαμηλότερων στρωμάτων της ατμόσφαιρας λόγω παγίδευσης της ηλιακής ακτινοβολίας από το διοξείδιο του άνθρακα. Βλ. υπερθέρμανση. [< αγγλ. greenhouse effect, 1907] , αέρια του θερμοκηπίου βλ. αέριο [< γαλλ. serre (chaude)]
20570θερμοκοιτίδαθερ-μο-κοι-τί-δα ουσ. (θηλ.) 1. συσκευή με διαφανή τοιχώματα, στην οποία επικρατούν συνθήκες ελεγχόμενης θερμοκρασίας, υγρασίας και οξυγόνωσης για τα πρόωρα βρέφη ή για όσα χρειάζονται ιατρική παρακολούθηση: φορητή ~. Βλ. επωαστήρας. 2. ΟΙΚΟΝ. επιχειρηματική πρακτική που συνίσταται στην παροχή υλικοτεχνικής υποδομής και υπηρεσιών σε νέες επιχειρήσεις, με στόχο την ανάπτυξη της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας: ~ νεοφυών επιχειρήσεων. Πβ. τεχνολογικό πάρκο. [< 1: αγγλ. incubator 2: αγγλ. business incubator]
20571θερμόκολλαθερ-μό-κολ-λα ουσ. (θηλ.): θερμοπλαστικό που θερμαίνεται μέσω ειδικής συσκευής και εφαρμόζεται σε επιφάνειες, χρησιμεύοντας ως κόλλα: διαφανής/κίτρινη/λευκή ~. ~ σιλικόνης. Πιστόλια ~ας. Βλ. -κόλλα. [< αγγλ. hot melt glue]
20572θερμοκόλλησηθερ-μο-κόλ-λη-ση ουσ. (θηλ.): μέθοδος κόλλησης και ειδικότ. βιβλιοδεσίας, με χρήση θερμόκολλας: ~ με μεταλλική/πλαστική ράχη.
20573θερμοκολλητικός, ή, ό θερ-μο-κολ-λη-τι-κός επίθ.: που είναι σχετικός με τη θερμοκόλληση: ~ή: πρέσα/ταινία. ~ό: εξώφυλλο/πιστόλι. ~ές: μηχανές βιβλιοδεσίας/στάμπες. ● Ουσ.: θερμοκολλητικό (το): ενν. μηχάνημα: ~ συσκευασίας (πλαστικής σακούλας)/χειρός.
20574θερμοκρασίαθερ-μο-κρα-σί-α ουσ. (θηλ.) {θερμοκρασιών}: ο βαθμός θερμότητας ή ψυχρότητας κυρ. του αέρα, αντικειμένου ή χώρου, που εκφράζεται με τους όρους διαφόρων συστημάτων μέτρησης: επιθυμητή/κανονική/μέγιστη/μέση/σταθερή/συνήθης/υψηλή/χαμηλή ~. ~ διαλύματος/εδάφους/περιβάλλοντος/φούρνου/ψυγείου. ~ της άμμου/ασφάλτου/ατμόσφαιρας/Γης/μηχανής/περιοχής/πόλης/Σελήνης. ~ ελαστικών/καυσαερίων/τοιχωμάτων/υδάτων. ~ βρασμού/πήξης του νερού. ~ τήξης του πάγου. Αυξάνω/ελέγχω/μειώνω/μεταβάλλω τη ~. Σε υψηλά επίπεδα θα κυμανθεί σήμερα η ~ στη χώρα. || ~ του σώματος (βλ. υπερθερμία). ~ των άκρων. || (μτφ.) Το θέαμα ανέβασε τη ~ (= την ένταση) στα ύψη. Πβ. υδράργυρος. ● ΣΥΜΠΛ.: απόλυτη θερμοκρασία βλ. απόλυτος, θερμοκρασία αυτανάφλεξης βλ. αυτανάφλεξη, θερμοκρασία δωματίου βλ. δωμάτιο, θερμοκρασία χρώματος βλ. χρώμα [< μεσν. θερμοκρασία ‘ζεστό μείγμα’, γαλλ. température, αγγλ. temperature]
20575θερμοκρασιακός, ή, ό θερ-μο-κρα-σι-α-κός επίθ.: που αναφέρεται στη θερμοκρασία: ~ός: έλεγχος/συντελεστής/χάρτης. ~ή: αντοχή/αύξηση/ισορροπία/κατανομή/κλίμακα/σταθερότητα. ~ό: εύρος/όριο/πεδίο/περιβάλλον. ~ές: διακυμάνσεις/διαφορές/μεταβολές/συνθήκες. ~ά: επίπεδα. ● επίρρ.: θερμοκρασιακά ● ΣΥΜΠΛ.: θερμοκρασιακή αναστροφή βλ. αναστροφή
20576θερμόλουτροθερ-μό-λου-τρο ουσ. (ουδ.): λουτρό με ζεστό νερό που γίνεται για ιαματικούς ή αναζωογονητικούς σκοπούς και συνεκδ. το οίκημα στο οποίο μπορεί κάποιος να κάνει αυτά τα λουτρά: τουρκικά ~α (= χαμάμ). Βλ. -λουτρο. [< μεσν. θερμόλουτρον]
20577θερμόλυσηθερ-μό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. χημική διάσπαση σώματος μέσω της έκθεσής του σε υψηλή θερμοκρασία· θερμική διάσπαση. Πβ. πυρόλυση. Βλ. φωτο~. [< γαλλ. thermolyse, 1903, αγγλ. thermolysis]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.