| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20576 | θερμόλουτρο | θερ-μό-λου-τρο ουσ. (ουδ.): λουτρό με ζεστό νερό που γίνεται για ιαματικούς ή αναζωογονητικούς σκοπούς και συνεκδ. το οίκημα στο οποίο μπορεί κάποιος να κάνει αυτά τα λουτρά: τουρκικά ~α (= χαμάμ). Βλ. -λουτρο. [< μεσν. θερμόλουτρον] | |
| 20577 | θερμόλυση | θερ-μό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. χημική διάσπαση σώματος μέσω της έκθεσής του σε υψηλή θερμοκρασία· θερμική διάσπαση. Πβ. πυρόλυση. Βλ. φωτο~. [< γαλλ. thermolyse, 1903, αγγλ. thermolysis] | |
| 20578 | θερμομαγνητικός | , ή, ό θερ-μο-μα-γνη-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τον θερμομαγνητισμό: ~ός: διακόπτης. ~ή: προστασία. ~ές: διατάξεις. [< γαλλ. thermomagnétique, αγγλ. thermomagnetic] | |
| 20579 | θερμομαγνητισμός | θερ-μο-μα-γνη-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. μαγνητισμός προκαλούμενος από την επίδραση της θερμότητας. [< γαλλ. thermomagnétisme, αγγλ. thermomagnetism] | |
| 20580 | θερμομεταλλικός | , ή, ό θερ-μο-με-ταλ-λι-κός επίθ.: (κυρ. για νερό, πηγή) που περιέχει μεταλλικά στοιχεία και συμβάλλει στη θεραπεία ορισμένων παθήσεων και την αναζωογόνηση του οργανισμού. Βλ. ιαματικά λουτρά. [< αγγλ. thermal mineral] | |
| 20581 | θερμομεταφορά | θερ-μο-με-τα-φο-ρά ουσ. (θηλ.): τεχνική αποτύπωσης κειμένου, σχεδίου πάνω σε ύφασμα ή χαρτί με τη χρήση θερμότητας: μηχάνημα/πρέσα/στάμπες/υλικά ~άς. [< αγγλ. thermal transfer] | |
| 20582 | θερμομέτρηση | θερ-μο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.): μέτρηση της θερμοκρασίας, κυρ. του ανθρώπινου σώματος: ~ από το στόμα. Ανέπαφη ~ επιβατών. Ανίχνευση της ωορρηξίας με ~. Βλ. -μέτρηση. [< γαλλ. thermométrie, αγγλ. thermometry] | |
| 20583 | θερμομετρικός | , ή, ό θερ-μο-με-τρι-κός επίθ.: σχετικός με το θερμόμετρο ή τη θερμομέτρηση: ~ή: άνοδος/διαφορά/κλίμακα/μέθοδος. ~ό: διάγραμμα/εύρος. [< γαλλ. thermométrique, αγγλ. thermometric(al)] | |
| 20584 | θερμόμετρο | θερ-μό-με-τρο ουσ. (ουδ.) 1. όργανο μέτρησης της θερμοκρασίας σε βαθμονομημένη κλίμακα: ~ αερίου/ζαχαροπλαστικής/μαγειρικής/νερού/οινοπνεύματος/τοίχου/υδραργύρου/(εξωτερικού/εσωτερικού) χώρου/ψυγείου. ~ αυτιού. Υπέρυθρο ~ μετώπου. ~ υπερύθρων. Ηλεκτρονικό/καταγραφικό/οπτικό/ψηφιακό ~. Το ~ ανέβηκε/κατέβηκε/έφτασε στους ... βαθμούς Κελσίου. Βλ. -μετρο. 2. (μτφ.) ένταση: Στα ύψη το πολιτικό ~ (: από τον Τύπο). ● ΦΡ.: ανεβαίνει το θερμόμετρο/ο πυρετός (μτφ.): για να δηλωθεί όξυνση μιας κατάστασης, συναισθηματική ένταση, αύξηση ενδιαφέροντος: ~ το θερμόμετρο της αγωνίας/της αντιπαράθεσης/του εθνικισμού/του κεφιού. ~ το θερμόμετρο στην αγορά ακινήτων.|| ~ ο πυρετός εν όψει των εκλογών., το θερμόμετρο χτυπάει/χτύπησε κόκκινο (μτφ.): κάτι φτάνει στην κορύφωση, στο απόγειό του: Το θερμόμετρο του ανταγωνισμού/της διασκέδασης ~ ~.|| ~ χτύπησε κόκκινο (: σε καύσωνα)., ανεβάζει το θερμόμετρο βλ. ανεβάζω [< γαλλ. thermomètre, αγγλ. thermometer] | |
| 20585 | θερμομετρώ | [θερμομετρῶ] θερ-μο-με-τρώ ρ. (μτβ.) {θερμομέτρ-ησα, -ήσει, -ηθεί, -ώντας}: υπολογίζω τη θερμοκρασία με θερμόμετρο. Βλ. -μετρώ. | |
| 20586 | θερμομηχανικός | , ή, ό θερ-μο-μη-χα-νι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που είναι σχετικός με τις θερμικές και μηχανικές ιδιότητες συστήματος: ~ή: ανάλυση/συμπεριφορά. ● Ουσ.: θερμομηχανική (η): ο αντίστοιχος κλάδος. [< γαλλ. thermomécanique, αγγλ. thermomechanical] | |
| 20587 | θερμομόνωση | θερ-μο-μό-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. σύνολο μεθόδων που χρησιμοποιούνται για την αποφυγή μεταφοράς θερμότητας από έναν χώρο προς το περιβάλλον και αντίστροφα: εξωτερική/εσωτερική ~. ~ δαπέδου/κατοικίας/κτιρίου/οικοδομών/οροφής/παραθύρων/στέγης/σωληνώσεων/τοίχων. Συντελεστής ~ης. Πβ. θερμοπροστασία. Βλ. ηχομόνωση. [< γαλλ. isolation thermique ή γερμ. Wärmeisolation] | |
| 20588 | θερμομονωτικός | , ή, ό θερ-μο-μο-νω-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τη θερμομόνωση ή χρησιμοποιείται για αυτή: ~ός: σοβάς/συντελεστής. ~ή: αξία/απόδοση/επένδυση/ιδιότητα (της πολυουρεθάνης)/ικανότητα (του ξύλου)/προστασία/στρώση. ~ό: γυαλί/κρύσταλλο/σύστημα/τζάμι. ~ά: κουφώματα/παράθυρα/πλακίδια/τούβλα. ~ή επάρκεια κτιρίου. | |
| 20589 | θερμοπαρακαλώ | [θερμοπαρακαλῶ] θερ-μο-πα-ρα-κα-λώ ρ. (μτβ.) {θερμοπαρακαλ-εί κ. -ά, -ώντας | θερμοπαρακάλ-εσα}: παρακαλώ κάποιον με έντονο και επίμονο τρόπο: Με ~εσε να μην αναφέρω λέξη. Πβ. εκλιπαρώ, ικετεύω. | |
| 20590 | θερμοπερατότητα | θερ-μο-πε-ρα-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. ο βαθμός ροής θερμότητας μέσω υλικού ή δομικού στοιχείου, συνήθ. τοίχου, παράθυρου: χαμηλή ~. Δείκτης/συντελεστής/τιμή ~ας. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. heat permeability] | |
| 20591 | θερμοπηγή | θερ-μο-πη-γή ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΓΕΩΛ. φυσική πηγή θερμού ύδατος, η θερμοκρασία του οποίου κυμαίνεται σε επίπεδα υψηλότερα από τη μέση θερμοκρασία του αέρα ή του ανθρώπινου σώματος: ιαματικές/υποθαλάσσιες ~ές. [< γερμ. Wärmequelle] | |
| 20592 | θερμοπίδακας | θερ-μο-πί-δα-κας ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΛ. φυσική πηγή ηφαιστειακής προέλευσης, από την οποία εκτοξεύεται ζεστό νερό, πλούσιο σε άλατα μεταλλικών στοιχείων. ΣΥΝ. γκέιζερ | |
| 20593 | θερμοπλαστικό | θερ-μο-πλα-στι-κό ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. οργανική πολυμερής ένωση, η οποία γίνεται εύπλαστη, όταν θερμαίνεται, με αποτέλεσμα να είναι δυνατή η επεξεργασία της. Βλ. θερμόκολλα. [< αγγλ. thermoplastic, 1929, γαλλ. thermoplastique, 1948] | |
| 20594 | θερμοπλαστικός | , ή, ό θερ-μο-πλα-στι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με το θερμοπλαστικό: ~ή: κόλλα (βλ. θερμόκολλα). ~ό: καουτσούκ/υλικό. ~οί: νάρθηκες/σωλήνες. ~ές: ίνες/μεμβράνες. ~ά: φύλλα. [< αγγλ. thermoplastic, γαλλ. thermoplastique, 1948] | |
| 20595 | θερμοπληξία | θερ-μο-πλη-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. απότομη και ανεξέλεγκτη αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος με παράλληλη παύση της λειτουργίας του ρυθμιστικού μηχανισμού της εφίδρωσης που προκαλείται από πολύωρη παραμονή σε υγρό και θερμό περιβάλλον: Έπαθε/υπέστη ~. Βλ. ηλίαση, θερμική εξάντληση. [< γερμ. Hitzschlag] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ