| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20570 | θερμοκοιτίδα | θερ-μο-κοι-τί-δα ουσ. (θηλ.) 1. συσκευή με διαφανή τοιχώματα, στην οποία επικρατούν συνθήκες ελεγχόμενης θερμοκρασίας, υγρασίας και οξυγόνωσης για τα πρόωρα βρέφη ή για όσα χρειάζονται ιατρική παρακολούθηση: φορητή ~. Βλ. επωαστήρας. 2. ΟΙΚΟΝ. επιχειρηματική πρακτική που συνίσταται στην παροχή υλικοτεχνικής υποδομής και υπηρεσιών σε νέες επιχειρήσεις, με στόχο την ανάπτυξη της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας: ~ νεοφυών επιχειρήσεων. Πβ. τεχνολογικό πάρκο. [< 1: αγγλ. incubator 2: αγγλ. business incubator] | |
| 20571 | θερμόκολλα | θερ-μό-κολ-λα ουσ. (θηλ.): θερμοπλαστικό που θερμαίνεται μέσω ειδικής συσκευής και εφαρμόζεται σε επιφάνειες, χρησιμεύοντας ως κόλλα: διαφανής/κίτρινη/λευκή ~. ~ σιλικόνης. Πιστόλια ~ας. Βλ. -κόλλα. [< αγγλ. hot melt glue] | |
| 20572 | θερμοκόλληση | θερ-μο-κόλ-λη-ση ουσ. (θηλ.): μέθοδος κόλλησης και ειδικότ. βιβλιοδεσίας, με χρήση θερμόκολλας: ~ με μεταλλική/πλαστική ράχη. | |
| 20573 | θερμοκολλητικός | , ή, ό θερ-μο-κολ-λη-τι-κός επίθ.: που είναι σχετικός με τη θερμοκόλληση: ~ή: πρέσα/ταινία. ~ό: εξώφυλλο/πιστόλι. ~ές: μηχανές βιβλιοδεσίας/στάμπες. ● Ουσ.: θερμοκολλητικό (το): ενν. μηχάνημα: ~ συσκευασίας (πλαστικής σακούλας)/χειρός. | |
| 20574 | θερμοκρασία | θερ-μο-κρα-σί-α ουσ. (θηλ.) {θερμοκρασιών}: ο βαθμός θερμότητας ή ψυχρότητας κυρ. του αέρα, αντικειμένου ή χώρου, που εκφράζεται με τους όρους διαφόρων συστημάτων μέτρησης: επιθυμητή/κανονική/μέγιστη/μέση/σταθερή/συνήθης/υψηλή/χαμηλή ~. ~ διαλύματος/εδάφους/περιβάλλοντος/φούρνου/ψυγείου. ~ της άμμου/ασφάλτου/ατμόσφαιρας/Γης/μηχανής/περιοχής/πόλης/Σελήνης. ~ ελαστικών/καυσαερίων/τοιχωμάτων/υδάτων. ~ βρασμού/πήξης του νερού. ~ τήξης του πάγου. Αυξάνω/ελέγχω/μειώνω/μεταβάλλω τη ~. Σε υψηλά επίπεδα θα κυμανθεί σήμερα η ~ στη χώρα. || ~ του σώματος (βλ. υπερθερμία). ~ των άκρων. || (μτφ.) Το θέαμα ανέβασε τη ~ (= την ένταση) στα ύψη. Πβ. υδράργυρος. ● ΣΥΜΠΛ.: απόλυτη θερμοκρασία βλ. απόλυτος, θερμοκρασία αυτανάφλεξης βλ. αυτανάφλεξη, θερμοκρασία δωματίου βλ. δωμάτιο, θερμοκρασία χρώματος βλ. χρώμα [< μεσν. θερμοκρασία ‘ζεστό μείγμα’, γαλλ. température, αγγλ. temperature] | |
| 20575 | θερμοκρασιακός | , ή, ό θερ-μο-κρα-σι-α-κός επίθ.: που αναφέρεται στη θερμοκρασία: ~ός: έλεγχος/συντελεστής/χάρτης. ~ή: αντοχή/αύξηση/ισορροπία/κατανομή/κλίμακα/σταθερότητα. ~ό: εύρος/όριο/πεδίο/περιβάλλον. ~ές: διακυμάνσεις/διαφορές/μεταβολές/συνθήκες. ~ά: επίπεδα. ● επίρρ.: θερμοκρασιακά ● ΣΥΜΠΛ.: θερμοκρασιακή αναστροφή βλ. αναστροφή | |
| 20576 | θερμόλουτρο | θερ-μό-λου-τρο ουσ. (ουδ.): λουτρό με ζεστό νερό που γίνεται για ιαματικούς ή αναζωογονητικούς σκοπούς και συνεκδ. το οίκημα στο οποίο μπορεί κάποιος να κάνει αυτά τα λουτρά: τουρκικά ~α (= χαμάμ). Βλ. -λουτρο. [< μεσν. θερμόλουτρον] | |
| 20577 | θερμόλυση | θερ-μό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. χημική διάσπαση σώματος μέσω της έκθεσής του σε υψηλή θερμοκρασία· θερμική διάσπαση. Πβ. πυρόλυση. Βλ. φωτο~. [< γαλλ. thermolyse, 1903, αγγλ. thermolysis] | |
| 20578 | θερμομαγνητικός | , ή, ό θερ-μο-μα-γνη-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τον θερμομαγνητισμό: ~ός: διακόπτης. ~ή: προστασία. ~ές: διατάξεις. [< γαλλ. thermomagnétique, αγγλ. thermomagnetic] | |
| 20579 | θερμομαγνητισμός | θερ-μο-μα-γνη-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. μαγνητισμός προκαλούμενος από την επίδραση της θερμότητας. [< γαλλ. thermomagnétisme, αγγλ. thermomagnetism] | |
| 20580 | θερμομεταλλικός | , ή, ό θερ-μο-με-ταλ-λι-κός επίθ.: (κυρ. για νερό, πηγή) που περιέχει μεταλλικά στοιχεία και συμβάλλει στη θεραπεία ορισμένων παθήσεων και την αναζωογόνηση του οργανισμού. Βλ. ιαματικά λουτρά. [< αγγλ. thermal mineral] | |
| 20581 | θερμομεταφορά | θερ-μο-με-τα-φο-ρά ουσ. (θηλ.): τεχνική αποτύπωσης κειμένου, σχεδίου πάνω σε ύφασμα ή χαρτί με τη χρήση θερμότητας: μηχάνημα/πρέσα/στάμπες/υλικά ~άς. [< αγγλ. thermal transfer] | |
| 20582 | θερμομέτρηση | θερ-μο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.): μέτρηση της θερμοκρασίας, κυρ. του ανθρώπινου σώματος: ~ από το στόμα. Ανέπαφη ~ επιβατών. Ανίχνευση της ωορρηξίας με ~. Βλ. -μέτρηση. [< γαλλ. thermométrie, αγγλ. thermometry] | |
| 20583 | θερμομετρικός | , ή, ό θερ-μο-με-τρι-κός επίθ.: σχετικός με το θερμόμετρο ή τη θερμομέτρηση: ~ή: άνοδος/διαφορά/κλίμακα/μέθοδος. ~ό: διάγραμμα/εύρος. [< γαλλ. thermométrique, αγγλ. thermometric(al)] | |
| 20584 | θερμόμετρο | θερ-μό-με-τρο ουσ. (ουδ.) 1. όργανο μέτρησης της θερμοκρασίας σε βαθμονομημένη κλίμακα: ~ αερίου/ζαχαροπλαστικής/μαγειρικής/νερού/οινοπνεύματος/τοίχου/υδραργύρου/(εξωτερικού/εσωτερικού) χώρου/ψυγείου. ~ αυτιού. Υπέρυθρο ~ μετώπου. ~ υπερύθρων. Ηλεκτρονικό/καταγραφικό/οπτικό/ψηφιακό ~. Το ~ ανέβηκε/κατέβηκε/έφτασε στους ... βαθμούς Κελσίου. Βλ. -μετρο. 2. (μτφ.) ένταση: Στα ύψη το πολιτικό ~ (: από τον Τύπο). ● ΦΡ.: ανεβαίνει το θερμόμετρο/ο πυρετός (μτφ.): για να δηλωθεί όξυνση μιας κατάστασης, συναισθηματική ένταση, αύξηση ενδιαφέροντος: ~ το θερμόμετρο της αγωνίας/της αντιπαράθεσης/του εθνικισμού/του κεφιού. ~ το θερμόμετρο στην αγορά ακινήτων.|| ~ ο πυρετός εν όψει των εκλογών., το θερμόμετρο χτυπάει/χτύπησε κόκκινο (μτφ.): κάτι φτάνει στην κορύφωση, στο απόγειό του: Το θερμόμετρο του ανταγωνισμού/της διασκέδασης ~ ~.|| ~ χτύπησε κόκκινο (: σε καύσωνα)., ανεβάζει το θερμόμετρο βλ. ανεβάζω [< γαλλ. thermomètre, αγγλ. thermometer] | |
| 20585 | θερμομετρώ | [θερμομετρῶ] θερ-μο-με-τρώ ρ. (μτβ.) {θερμομέτρ-ησα, -ήσει, -ηθεί, -ώντας}: υπολογίζω τη θερμοκρασία με θερμόμετρο. Βλ. -μετρώ. | |
| 20586 | θερμομηχανικός | , ή, ό θερ-μο-μη-χα-νι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που είναι σχετικός με τις θερμικές και μηχανικές ιδιότητες συστήματος: ~ή: ανάλυση/συμπεριφορά. ● Ουσ.: θερμομηχανική (η): ο αντίστοιχος κλάδος. [< γαλλ. thermomécanique, αγγλ. thermomechanical] | |
| 20587 | θερμομόνωση | θερ-μο-μό-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. σύνολο μεθόδων που χρησιμοποιούνται για την αποφυγή μεταφοράς θερμότητας από έναν χώρο προς το περιβάλλον και αντίστροφα: εξωτερική/εσωτερική ~. ~ δαπέδου/κατοικίας/κτιρίου/οικοδομών/οροφής/παραθύρων/στέγης/σωληνώσεων/τοίχων. Συντελεστής ~ης. Πβ. θερμοπροστασία. Βλ. ηχομόνωση. [< γαλλ. isolation thermique ή γερμ. Wärmeisolation] | |
| 20588 | θερμομονωτικός | , ή, ό θερ-μο-μο-νω-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τη θερμομόνωση ή χρησιμοποιείται για αυτή: ~ός: σοβάς/συντελεστής. ~ή: αξία/απόδοση/επένδυση/ιδιότητα (της πολυουρεθάνης)/ικανότητα (του ξύλου)/προστασία/στρώση. ~ό: γυαλί/κρύσταλλο/σύστημα/τζάμι. ~ά: κουφώματα/παράθυρα/πλακίδια/τούβλα. ~ή επάρκεια κτιρίου. | |
| 20589 | θερμοπαρακαλώ | [θερμοπαρακαλῶ] θερ-μο-πα-ρα-κα-λώ ρ. (μτβ.) {θερμοπαρακαλ-εί κ. -ά, -ώντας | θερμοπαρακάλ-εσα}: παρακαλώ κάποιον με έντονο και επίμονο τρόπο: Με ~εσε να μην αναφέρω λέξη. Πβ. εκλιπαρώ, ικετεύω. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ