Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [21440-21460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20590θερμοπερατότηταθερ-μο-πε-ρα-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. ο βαθμός ροής θερμότητας μέσω υλικού ή δομικού στοιχείου, συνήθ. τοίχου, παράθυρου: χαμηλή ~. Δείκτης/συντελεστής/τιμή ~ας. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. heat permeability]
20591θερμοπηγήθερ-μο-πη-γή ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΓΕΩΛ. φυσική πηγή θερμού ύδατος, η θερμοκρασία του οποίου κυμαίνεται σε επίπεδα υψηλότερα από τη μέση θερμοκρασία του αέρα ή του ανθρώπινου σώματος: ιαματικές/υποθαλάσσιες ~ές. [< γερμ. Wärmequelle]
20592θερμοπίδακαςθερ-μο-πί-δα-κας ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΛ. φυσική πηγή ηφαιστειακής προέλευσης, από την οποία εκτοξεύεται ζεστό νερό, πλούσιο σε άλατα μεταλλικών στοιχείων. ΣΥΝ. γκέιζερ
20593θερμοπλαστικόθερ-μο-πλα-στι-κό ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. οργανική πολυμερής ένωση, η οποία γίνεται εύπλαστη, όταν θερμαίνεται, με αποτέλεσμα να είναι δυνατή η επεξεργασία της. Βλ. θερμόκολλα. [< αγγλ. thermoplastic, 1929, γαλλ. thermoplastique, 1948]
20594θερμοπλαστικός, ή, ό θερ-μο-πλα-στι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με το θερμοπλαστικό: ~ή: κόλλα (βλ. θερμόκολλα). ~ό: καουτσούκ/υλικό. ~οί: νάρθηκες/σωλήνες. ~ές: ίνες/μεμβράνες. ~ά: φύλλα. [< αγγλ. thermoplastic, γαλλ. thermoplastique, 1948]
20595θερμοπληξίαθερ-μο-πλη-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. απότομη και ανεξέλεγκτη αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος με παράλληλη παύση της λειτουργίας του ρυθμιστικού μηχανισμού της εφίδρωσης που προκαλείται από πολύωρη παραμονή σε υγρό και θερμό περιβάλλον: Έπαθε/υπέστη ~. Βλ. ηλίαση, θερμική εξάντληση. [< γερμ. Hitzschlag]
20596θερμοπομπόςθερ-μο-πο-μπός ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. γενική ονομασία συσκευών που εκπέμπουν θερμότητα, συνήθ. σε εσωτερικούς χώρους: ενεργειακοί/ηλεκτρικοί ~οί. ~οί δαπέδου/τοίχου. Πβ. κονβέκτορας. [< γαλλ. thermopompe, pompe à chaleur]
20597θερμοπροστασίαθερ-μο-προ-στα-σί-α ουσ. (θηλ.): προφύλαξη χώρου από τη μετάδοση θερμότητας: αφαιρούμενη/επαρκής ~. ~ διαστημοπλοίων/εμπορευμάτων/κινητήρα/κτιρίων/τοίχων. Χειρολαβές από ανθεκτικό πλαστικό υλικό για ~. Πβ. θερμομόνωση. Βλ. ηλιοπροστασία. [< αγγλ. heat protection]
20598ΘερμοπύλεςΘερ-μο-πύ-λες ουσ. (θηλ.) (οι): μόνο στη ● ΦΡ.: φυλάττω/φυλάσσω Θερμοπύλες: προστατεύω και διαφυλάσσω κάτι, κυρ. θεσμό ή αξία, που θεωρείται σημαντικό και πολύτιμο: Τίμησαν τους ακρίτες που ~ουν ~. Τάχθηκαν να ~ουν ~. [< αρχ. Θερμοπύλαι]
20599θερμοπυρηνικός, ή, ό θερ-μο-πυ-ρη-νι-κός επίθ.: ΦΥΣ. ΠΥΡ. που σχετίζεται με την έκλυση μεγάλων ποσοτήτων θερμότητας εξαιτίας της σύγκρουσης πυρήνων ελαφρών ατόμων κάτω από υψηλές θερμοκρασίες: ~ός: αντιδραστήρας/πόλεμος/σταθμός. ~ή: αντίδραση (: μετατροπή υδρογόνου σε ήλιο με πυρηνική σύντηξη)/βόμβα/έκρηξη/ενέργεια. ~ές: δοκιμές. ~ά: όπλα. [< αγγλ. thermonuclear, 1938, thermonucléaire, 1945]
20600θερμορύθμισηθερ-μο-ρύθ-μι-ση ουσ. (θηλ.) & θερμορρύθμιση: ΦΥΣΙΟΛ. ικανότητα του οργανισμού να διατηρεί τη θερμοκρασία του σε σταθερά επίπεδα, ανεξάρτητα από τις μεταβολές της θερμοκρασίας του περιβάλλοντος: διαταραχές/σύστημα ~ης. Πβ. ομοιόσταση. [< γαλλ. thermorégulation]
20601θερμόςθερ-μός ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: δοχείο με διπλά θερμομονωτικά τοιχώματα, για να διατηρείται σταθερή η θερμοκρασία του περιεχομένου: ~ νερού (βλ. παγούρι1). Κανάτα/ποτήρι-~. ~ για καφέ. Μεταλλικό ~ με βιδωτό καπάκι.|| Ανοξείδωτο ~ φαγητού. Βλ. ισοθερμικός. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. thermos, 1907, γαλλ. ~, 1907]
20602θερμός, ή, ό θερ-μός επίθ. 1. ζεστός: ~ή: επιφάνεια.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ό: καλοκαίρι/κλίμα. ~ές: ζώνες/περιοχές (της Γης). ~οί και ξηροί άνεμοι. ~ές αέριες μάζες.|| (ΓΕΩΦ.) ~ή: πηγή (= θερμοπηγή). ~οί: πίδακες (= θερμοπίδακες). ~ά: λουτρά (= θερμόλουτρα)/ύδατα.|| (TEXNOΛ.) ~ή: κόλλα (= θερμόκολλα). Πιστόλι ~ού αέρα. Προϊόντα ~ής έλασης. Μπόιλερ ~ού νερού.|| (ΦΥΣ.) Κατεργασία μετάλλων σε ~ή κατάσταση. Βλ. ομοιό-, υπέρ-, υπό-θερμος. ΑΝΤ. κρύος (1), ψυχρός (1) 2. (μτφ.) που εκφράζει έντονα αισθήματα φιλίας και συμπάθειας, εγκάρδιος: ~ός: εναγκαλισμός. ~ή: αγκαλιά/ανταπόκριση/πίστη (προς τον Θεό)/προσευχή/υποστήριξη (πβ. ολόθερμος)/χειραψία. ~ό: ενδιαφέρον (πβ. ζωηρό)/μήνυμα (συμπαράστασης). ~ές: εκδηλώσεις (αγάπης)/σχέσεις. ~ά: λόγια. Του επεφύλαξαν ~ή υποδοχή. ~ή παράκληση: Λίγη ησυχία! Σας μεταφέρω τους ~ούς χαιρετισμούς του υπουργού. ~ές ευχαριστίες/ευχές σε όλους! Τα ~ά μου συγχαρητήρια/συλλυπητήρια! Σε ιδιαίτερα ~ή (= ευχάριστη, φιλική) ατμόσφαιρα πραγματοποιήθηκε η συνάντηση των ... Οι συνομιλίες διεξήχθησαν σε ~ό κλίμα. Πβ. διαχυτικός, εκδηλωτικός, ενθουσιώδης. 3. (μτφ., κυρ. για πρόσ.) γεμάτος ενθουσιασμό, παθιασμένος και ειδικότ. πολύ ερωτικός, φλογερός: ~ός: θαυμαστής/θιασώτης/οπαδός/υποστηρικτής (μιας θεωρίας). Πβ. αφοσιωμένος, ένθερμος, φανατικός.|| ~ός: εραστής (πβ. παράφορος). ~ή: γυναίκα (βλ. ηφαίστειο).|| ~ό: ταμπεραμέντο/φιλί. Πβ. εκρηκτικός, σεξουαλικός. ΑΝΤ. αντιερωτικός, ψυχρός (2) 4. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ένταση, κινητικότητα, αντιπαραθέσεις: ~ός: μήνας. ~ή: (προεκλογική) περίοδος. ~ή εβδομάδα λόγω απεργιών και διαδηλώσεων. Πβ. καυτός, ταραχώδης.|| ~ Πόλεμος (: σε αντίθεση προς τον Ψυχρό). ● επίρρ.: θερμά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: με θέρμη: Ανταποκρίθηκαν ~ στην έκκληση για ... (= με ζέση, ζήλο). Τον υποδέχτηκαν ~ (= με ενθουσιασμό).|| (ως έκφρ. ευγένειας) Σας συγχαίρω/χαιρετώ ~! Σας παρακαλώ ~ώς να ... ● ΣΥΜΠΛ.: ζεστά/θερμά χρώματα βλ. χρώμα, ζεστό χρήμα βλ. χρήμα, θερμό επεισόδιο βλ. επεισόδιο, θερμό μέτωπο βλ. μέτωπο, θερμό πέδιλο βλ. πέδιλο, κόκκινη γραμμή βλ. γραμμή ● ΦΡ.: εν θερμώ ΑΝΤ. εν ψυχρώ 1. (μτφ.) υπό την επίδραση συναισθηματικής και ψυχικής έντασης, ταραχής, φόρτισης· χωρίς ψυχραιμία και λογική σκέψη: αντίδραση ~ ~. Ενεργεί/λειτουργεί/δεν μιλά ~ ~. Αποφεύγει να παίρνει αποφάσεις ~ ~. Πβ. εν βρασμώ ψυχής. 2. ΦΥΣ. με παροχή θερμότητας: επιψευδαργύρωση ~ ~. [< αρχ. θερμός ‘ζεστός, φλογερός’, γαλλ.-αγγλ. thermal]
20603θερμοσίφωναςθερ-μο-σί-φω-νας ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) θερμοσίφωνο (το): συσκευή θέρμανσης νερού που συνδέεται με την υδραυλική εγκατάσταση χώρου: ηλεκτρικός ~. ~ αερίου. ~ χωρίς δεξαμενή (= ταχυ~). Ξέχασα τον ~α αναμμένο. Έκλεισε/έσβησε τον ~α. Πβ. μπόιλερ. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλιακός θερμοσίφωνας βλ. ηλιακός [< γαλλ.-αγγλ. thermosiphon]
20604θερμοσκληρυνόμενος, η, ο θερ-μο-σκλη-ρυ-νό-με-νος επίθ.: ΧΗΜ. (για υλικό) που στερεοποιείται, όταν θερμαίνεται σε ορισμένη θερμοκρασία: ~η: ρητίνη. ~ο: πλαστικό. ~α: πολυμερή. ~ες κόλλες πολυουρεθάνης. Βλ. θερμοπλαστικός.
20605θερμοστάτηςθερ-μο-στά-της ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. αυτόματη διάταξη που ελέγχει και διατηρεί τη θερμοκρασία συσκευής ή χώρου σε προκαθορισμένα όρια: αναλογικός/διαφορικός/ηλεκτρ(ον)ικός/προγραμματιζόμενος/ρυθμιζόμενος/ψηφιακός ~. ~ δωματίου/επαφής/θερμοσίφωνα/καυστήρα/κυκλοφορητή/ψυγείου. ~ ασφαλείας (βλ. υπερθέρμανση). ~ του καλοριφέρ. ~ ψύξης-θέρμανσης. Διακόπτης ~η. Βλ. -στάτης. [< γαλλ.-αγγλ. thermostat]
20606θερμοστατικός, ή, ό θερ-μο-στα-τι-κός επίθ.: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. που σχετίζεται με τον θερμοστάτη: ~ός: διακόπτης. ~ή: βαλβίδα/κεφαλή/μπαταρία (λουτρού).|| ~ός: έλεγχος. ● επίρρ.: θερμοστατικά [< γαλλ. thermostatique, αγγλ. thermostatic]
20607θερμοστοιχείο[θερμοστοιχεῖο] θερ-μο-στοι-χεί-ο ουσ. (ουδ.): ΗΛΕΚΤΡ. κύκλωμα που σχηματίζεται από δύο διαφορετικά μέταλλα, το οποίο, λόγω της διαφοράς θερμοκρασίας μεταξύ των συγκολλήσεών τους, παράγει ηλεκτρικό ρεύμα και λειτουργεί ως θερμόμετρο· θερμοηλεκτρικό ζεύγος. [< γαλλ.-αγγλ. thermocouple]
20608θερμοσυσσώρευσηθερ-μο-συσ-σώ-ρευ-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. συγκέντρωση μεγάλης ποσότητας θερμότητας σε θερμοσυσσωρευτές· το αντίστοιχο σύστημα θέρμανσης.
20609θερμοσυσσωρευτήςθερ-μο-συσ-σω-ρευ-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που αποθηκεύει τη θερμότητα κατά τις βραδινές ώρες, όταν ισχύει το μειωμένο τιμολόγιο του ηλεκτρικού ρεύματος, και την αποδίδει ολόκληρο το εικοσιτετράωρο: ηλεκτρικός/ηλιακός ~. Εγκατάσταση ~ή. Στατικοί ~ές. ~ές μικρής ισχύος. Πυρότουβλα ~ών (βλ. θερμοχωρητικότητα). Αυτόνομη θέρμανση με ~ή. [< γαλλ. accumulateur de chaleur]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.