Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [21440-21460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20598ΘερμοπύλεςΘερ-μο-πύ-λες ουσ. (θηλ.) (οι): μόνο στη ● ΦΡ.: φυλάττω/φυλάσσω Θερμοπύλες: προστατεύω και διαφυλάσσω κάτι, κυρ. θεσμό ή αξία, που θεωρείται σημαντικό και πολύτιμο: Τίμησαν τους ακρίτες που ~ουν ~. Τάχθηκαν να ~ουν ~. [< αρχ. Θερμοπύλαι]
20599θερμοπυρηνικός, ή, ό θερ-μο-πυ-ρη-νι-κός επίθ.: ΦΥΣ. ΠΥΡ. που σχετίζεται με την έκλυση μεγάλων ποσοτήτων θερμότητας εξαιτίας της σύγκρουσης πυρήνων ελαφρών ατόμων κάτω από υψηλές θερμοκρασίες: ~ός: αντιδραστήρας/πόλεμος/σταθμός. ~ή: αντίδραση (: μετατροπή υδρογόνου σε ήλιο με πυρηνική σύντηξη)/βόμβα/έκρηξη/ενέργεια. ~ές: δοκιμές. ~ά: όπλα. [< αγγλ. thermonuclear, 1938, thermonucléaire, 1945]
20600θερμορύθμισηθερ-μο-ρύθ-μι-ση ουσ. (θηλ.) & θερμορρύθμιση: ΦΥΣΙΟΛ. ικανότητα του οργανισμού να διατηρεί τη θερμοκρασία του σε σταθερά επίπεδα, ανεξάρτητα από τις μεταβολές της θερμοκρασίας του περιβάλλοντος: διαταραχές/σύστημα ~ης. Πβ. ομοιόσταση. [< γαλλ. thermorégulation]
20601θερμόςθερ-μός ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: δοχείο με διπλά θερμομονωτικά τοιχώματα, για να διατηρείται σταθερή η θερμοκρασία του περιεχομένου: ~ νερού (βλ. παγούρι1). Κανάτα/ποτήρι-~. ~ για καφέ. Μεταλλικό ~ με βιδωτό καπάκι.|| Ανοξείδωτο ~ φαγητού. Βλ. ισοθερμικός. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. thermos, 1907, γαλλ. ~, 1907]
20602θερμός, ή, ό θερ-μός επίθ. 1. ζεστός: ~ή: επιφάνεια.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ό: καλοκαίρι/κλίμα. ~ές: ζώνες/περιοχές (της Γης). ~οί και ξηροί άνεμοι. ~ές αέριες μάζες.|| (ΓΕΩΦ.) ~ή: πηγή (= θερμοπηγή). ~οί: πίδακες (= θερμοπίδακες). ~ά: λουτρά (= θερμόλουτρα)/ύδατα.|| (TEXNOΛ.) ~ή: κόλλα (= θερμόκολλα). Πιστόλι ~ού αέρα. Προϊόντα ~ής έλασης. Μπόιλερ ~ού νερού.|| (ΦΥΣ.) Κατεργασία μετάλλων σε ~ή κατάσταση. Βλ. ομοιό-, υπέρ-, υπό-θερμος. ΑΝΤ. κρύος (1), ψυχρός (1) 2. (μτφ.) που εκφράζει έντονα αισθήματα φιλίας και συμπάθειας, εγκάρδιος: ~ός: εναγκαλισμός. ~ή: αγκαλιά/ανταπόκριση/πίστη (προς τον Θεό)/προσευχή/υποστήριξη (πβ. ολόθερμος)/χειραψία. ~ό: ενδιαφέρον (πβ. ζωηρό)/μήνυμα (συμπαράστασης). ~ές: εκδηλώσεις (αγάπης)/σχέσεις. ~ά: λόγια. Του επεφύλαξαν ~ή υποδοχή. ~ή παράκληση: Λίγη ησυχία! Σας μεταφέρω τους ~ούς χαιρετισμούς του υπουργού. ~ές ευχαριστίες/ευχές σε όλους! Τα ~ά μου συγχαρητήρια/συλλυπητήρια! Σε ιδιαίτερα ~ή (= ευχάριστη, φιλική) ατμόσφαιρα πραγματοποιήθηκε η συνάντηση των ... Οι συνομιλίες διεξήχθησαν σε ~ό κλίμα. Πβ. διαχυτικός, εκδηλωτικός, ενθουσιώδης. 3. (μτφ., κυρ. για πρόσ.) γεμάτος ενθουσιασμό, παθιασμένος και ειδικότ. πολύ ερωτικός, φλογερός: ~ός: θαυμαστής/θιασώτης/οπαδός/υποστηρικτής (μιας θεωρίας). Πβ. αφοσιωμένος, ένθερμος, φανατικός.|| ~ός: εραστής (πβ. παράφορος). ~ή: γυναίκα (βλ. ηφαίστειο).|| ~ό: ταμπεραμέντο/φιλί. Πβ. εκρηκτικός, σεξουαλικός. ΑΝΤ. αντιερωτικός, ψυχρός (2) 4. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ένταση, κινητικότητα, αντιπαραθέσεις: ~ός: μήνας. ~ή: (προεκλογική) περίοδος. ~ή εβδομάδα λόγω απεργιών και διαδηλώσεων. Πβ. καυτός, ταραχώδης.|| ~ Πόλεμος (: σε αντίθεση προς τον Ψυχρό). ● επίρρ.: θερμά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: με θέρμη: Ανταποκρίθηκαν ~ στην έκκληση για ... (= με ζέση, ζήλο). Τον υποδέχτηκαν ~ (= με ενθουσιασμό).|| (ως έκφρ. ευγένειας) Σας συγχαίρω/χαιρετώ ~! Σας παρακαλώ ~ώς να ... ● ΣΥΜΠΛ.: ζεστά/θερμά χρώματα βλ. χρώμα, ζεστό χρήμα βλ. χρήμα, θερμό επεισόδιο βλ. επεισόδιο, θερμό μέτωπο βλ. μέτωπο, θερμό πέδιλο βλ. πέδιλο, κόκκινη γραμμή βλ. γραμμή ● ΦΡ.: εν θερμώ ΑΝΤ. εν ψυχρώ 1. (μτφ.) υπό την επίδραση συναισθηματικής και ψυχικής έντασης, ταραχής, φόρτισης· χωρίς ψυχραιμία και λογική σκέψη: αντίδραση ~ ~. Ενεργεί/λειτουργεί/δεν μιλά ~ ~. Αποφεύγει να παίρνει αποφάσεις ~ ~. Πβ. εν βρασμώ ψυχής. 2. ΦΥΣ. με παροχή θερμότητας: επιψευδαργύρωση ~ ~. [< αρχ. θερμός ‘ζεστός, φλογερός’, γαλλ.-αγγλ. thermal]
20603θερμοσίφωναςθερ-μο-σί-φω-νας ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) θερμοσίφωνο (το): συσκευή θέρμανσης νερού που συνδέεται με την υδραυλική εγκατάσταση χώρου: ηλεκτρικός ~. ~ αερίου. ~ χωρίς δεξαμενή (= ταχυ~). Ξέχασα τον ~α αναμμένο. Έκλεισε/έσβησε τον ~α. Πβ. μπόιλερ. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλιακός θερμοσίφωνας βλ. ηλιακός [< γαλλ.-αγγλ. thermosiphon]
20604θερμοσκληρυνόμενος, η, ο θερ-μο-σκλη-ρυ-νό-με-νος επίθ.: ΧΗΜ. (για υλικό) που στερεοποιείται, όταν θερμαίνεται σε ορισμένη θερμοκρασία: ~η: ρητίνη. ~ο: πλαστικό. ~α: πολυμερή. ~ες κόλλες πολυουρεθάνης. Βλ. θερμοπλαστικός.
20605θερμοστάτηςθερ-μο-στά-της ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. αυτόματη διάταξη που ελέγχει και διατηρεί τη θερμοκρασία συσκευής ή χώρου σε προκαθορισμένα όρια: αναλογικός/διαφορικός/ηλεκτρ(ον)ικός/προγραμματιζόμενος/ρυθμιζόμενος/ψηφιακός ~. ~ δωματίου/επαφής/θερμοσίφωνα/καυστήρα/κυκλοφορητή/ψυγείου. ~ ασφαλείας (βλ. υπερθέρμανση). ~ του καλοριφέρ. ~ ψύξης-θέρμανσης. Διακόπτης ~η. Βλ. -στάτης. [< γαλλ.-αγγλ. thermostat]
20606θερμοστατικός, ή, ό θερ-μο-στα-τι-κός επίθ.: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. που σχετίζεται με τον θερμοστάτη: ~ός: διακόπτης. ~ή: βαλβίδα/κεφαλή/μπαταρία (λουτρού).|| ~ός: έλεγχος. ● επίρρ.: θερμοστατικά [< γαλλ. thermostatique, αγγλ. thermostatic]
20607θερμοστοιχείο[θερμοστοιχεῖο] θερ-μο-στοι-χεί-ο ουσ. (ουδ.): ΗΛΕΚΤΡ. κύκλωμα που σχηματίζεται από δύο διαφορετικά μέταλλα, το οποίο, λόγω της διαφοράς θερμοκρασίας μεταξύ των συγκολλήσεών τους, παράγει ηλεκτρικό ρεύμα και λειτουργεί ως θερμόμετρο· θερμοηλεκτρικό ζεύγος. [< γαλλ.-αγγλ. thermocouple]
20608θερμοσυσσώρευσηθερ-μο-συσ-σώ-ρευ-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. συγκέντρωση μεγάλης ποσότητας θερμότητας σε θερμοσυσσωρευτές· το αντίστοιχο σύστημα θέρμανσης.
20609θερμοσυσσωρευτήςθερ-μο-συσ-σω-ρευ-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που αποθηκεύει τη θερμότητα κατά τις βραδινές ώρες, όταν ισχύει το μειωμένο τιμολόγιο του ηλεκτρικού ρεύματος, και την αποδίδει ολόκληρο το εικοσιτετράωρο: ηλεκτρικός/ηλιακός ~. Εγκατάσταση ~ή. Στατικοί ~ές. ~ές μικρής ισχύος. Πυρότουβλα ~ών (βλ. θερμοχωρητικότητα). Αυτόνομη θέρμανση με ~ή. [< γαλλ. accumulateur de chaleur]
20610θερμόσφαιραθερ-μό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΦ. στρώμα της ατμόσφαιρας που αρχίζει περ. 80 χλμ. πάνω από την επιφάνεια της Γης, φτάνει ως τα 450 χλμ. περ. και η θερμοκρασία σε αυτό αυξάνεται σταθερά με το ύψος. [< αγγλ. thermosphere, 1950, γαλλ. thermosphère, 1951]
20611θερμότηταθερ-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. μορφή ενέργειας η οποία οφείλεται στην αύξηση της κινητικότητας των σωματιδίων της ύλης και μεταδίδεται από το θερμότερο στο ψυχρότερο σώμα ως αποτέλεσμα της διαφοράς θερμοκρασίας: αισθητή/απορριπτόμενη/ειδική/χρήσιμη ~. ~ αντίδρασης/καύσης/τήξης. Αγωγή/απελευθέρωση/αποβολή/αποθήκευση/απορρόφηση/απώλεια/διάδοση/έκλυση/μείωση/μετάδοση/μεταφορά/μονάδα/παραγωγή/πηγή/ποσό/ροή ~ας. Υλικό ανθεκτικό/ευαίσθητο στη ~ (= θερμο-ανθεκτικό, -ευαίσθητο). Γάντια προστασίας από τη ~. Η λάμπα ακτινοβολεί/εκπέμπει ~. Το αλουμίνιο είναι καλός/το πλαστικό είναι κακός αγωγός της ~ας. 2. ποσότητα θερμικής ενέργειας που περιέχεται σε ένα σώμα, θερμοκρασία: η ~ του κλίματος/του νερού. Η ~ της Γης/του Ήλιου. Πβ. ζέστη. ΑΝΤ. κρύο (1), ψύχος, ψυχρότητα (2) 3. (μτφ.-λόγ.) φιλικότητα, στοργικότητα ή μεγάλος ενθουσιασμός: η ~ των λόγων του/της πίστης/της υποδοχής. Πβ. εγκαρδιότητα, θέρμη. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ψυχρότητα (1) ● ΣΥΜΠΛ.: γηγενής θερμότητα: ΓΕΩΦ. η θερμική ενέργεια του εσωτερικού της Γης. Πβ. γεωθερμική ενέργεια., λανθάνουσα θερμότητα: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. αυτή που χρειάζεται να απορροφηθεί ή να απελευθερωθεί σε μια διαδικασία μεταβολής της φυσικής κατάστασης ενός σώματος χωρίς αλλαγή της θερμοκρασίας του. Βλ. εξάτμιση, σύντηξη. [< αγγλ. latent heat] , ανάκτηση θερμότητας βλ. ανάκτηση, αντλία θερμότητας βλ. αντλία, εναλλάκτης θερμότητας βλ. εναλλάκτης [< αρχ. θερμότης ‘ζέστη’, μτγν.~ ‘θέρμη, πάθος’]
20612θερμοϋδραυλικόςθερ-μο-ϋ-δραυ-λι-κός ουσ. (αρσ.): υδραυλικός που ασχολείται με την τοποθέτηση, συντήρηση, επισκευή υδραυλικών συστημάτων και συστημάτων κεντρικής θέρμανσης, που λειτουργούν με ατμό ή ζεστό νερό.
20613θερμουίτθερ-μου-ίτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπανιότ.) φερμουίτ (προφ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. υλικό τριβής συνήθ. σε σύστημα πέδησης οχήματος, συγκεκριμένα στις σιαγόνες των ταμπούρων: ~ φρένων. Σετ ~. Βλ. τακάκια.
20614θερμουργός, ός, ό θερ-μουρ-γός επίθ. (λόγ.): που παρουσιάζει μεγάλη ένταση ή διακατέχεται από ζωηρό ενθουσιασμό: (κυρ. σε εκκλησ. κείμενα) ~ός: ζήλος/λόγος. ~ός: αγάπη/πίστη/πνοή. ~ό: ενδιαφέρον. Πβ. ενθουσιώδης. Βλ. -ουργός2. [< αρχ. θερμουργός ‘αυτός που ενεργεί παράφορα’]
20615θερμόφιλος, η, ο θερ-μό-φι-λος επίθ. & θερμοφιλικός: ΒΙΟΛ. (για μικροοργανισμό ή φυτό) που ζει ή αναπτύσσεται σε υψηλές θερμοκρασίες: ~οι: μύκητες. ~α: βακτήρια. ~α φυλλοβόλα δάση. Βλ. -φιλος. ΑΝΤ. ψυχρόφιλος [< γαλλ. thermophile, αγγλ. thermophilous, thermophilic]
20616θερμοφόραθερ-μο-φό-ρα ουσ. (θηλ.): μικρός και πλατύς ελαστικός σάκος που γεμίζει με ζεστό νερό, κλείνει με πώμα και χρησιμοποιείται συνήθ. από άρρωστο για θέρμανση σημείου του σώματος και ανακούφιση από τον πόνο: ηλεκτρική ~. ~ αυχένα/μέσης/ποδιών. Βάζω ~. Βλ. κομπρέσα, παγοκύστη. [< γερμ. Wärmflasche]
20617θερμοφωταύγειαθερ-μο-φω-ταύ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. η ιδιότητα ορισμένων υλικών, κυρ. ορυκτών, να απελευθερώνουν ακτινοβολία· (ιδ.-κατ' επέκτ.) η επιστημονική μέθοδος που χρησιμοποιεί η αρχαιομετρία για τη ραδιοχρονολόγηση διαφόρων ευρημάτων. [< γαλλ.-αγγλ. thermoluminescence]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.