Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [21460-21480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20618θερμοχημείαθερ-μο-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΦΥΣ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τις θερμικές μεταβολές κατά τη διάρκεια των χημικών αντιδράσεων. [< γαλλ. thermochimie, αγγλ. thermochemistry]
20619θερμοχωρητικότηταθερ-μο-χω-ρη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. ποσότητα θερμότητας που απορροφά ένα σώμα, όταν η θερμοκρασία του μεταβάλλεται κατά έναν βαθμό Κελσίου: μεγάλη/υψηλή/χαμηλή ~. ~ του αέρα/του εδάφους/του νερού/των στερεών. Γραμμομοριακή/ειδική ~ αερίου. Η ~ της τοιχοποιίας/των υλικών κατασκευής κτιρίου. Βλ. θερμοδυναμική. [< γαλλ. capacité calorifique]
20620θέρος1θέ-ρος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): θερισμός· κατ' επέκτ. η εποχή κατά την οποία γίνεται: εργαλεία/καιρός/τραγούδια του ~ου. ● ΦΡ.: θέρος, τρύγος, πόλεμος (παροιμ.): για να δηλωθεί η σπουδαιότητα και η ανάγκη έγκαιρης επιτέλεσης ενός έργου που δεν επιδέχεται καθυστέρηση. [< αρχ. τό θέρος]
20621θέρος2θέ-ρος ουσ. (ουδ.) (λόγ.): καλοκαίρι: η αρχή/οι γιορτές του ~ους. Ενόψει/κατά τη διάρκεια του ~ους. Βρισκόμαστε/είμαστε στην καρδιά του ~ους. Εν μέσω/εντός του ~ους. Κατατίθεται μεσούντος του ~ους στη Βουλή το νομοσχέδιο για… ● ΦΡ.: Νοέμβρη οργώματα κι ελιές/από το θέρος ως τις ελιές, δεν απολείπουν οι δουλειές βλ. απολείπει [< αρχ. θέρος]
20622θέσειθέ-σει επίρρ. (λόγ.): λόγω της θέσης του: Είναι ~ αρμόδιος για το θέμα (βλ. καθ' ύλη(ν) αρμοδιότητα). ● ΦΡ.: φύσει και θέσει βλ. φύσει [< αρχ. θέσει]
20623θέσειβλ. θέτω
20624θέσηθέ-ση ουσ. (θηλ.) 1. το σημείο του χώρου στο οποίο βρίσκεται κάποιος ή κάτι: Μετακίνησε τους φακέλους από τη ~ τους. Τα βιβλία δεν είναι στη ~ τους. Βάλτο στη ~ του!|| ~ σφραγίδας (: σε επίσημο έγγραφο). Θέσεις στάθμευσης (: για παρκάρισμα). Διακόπτης/πολύμπριζο τεσσάρων θέσεων (= υποδοχών).|| (ΓΡΑΜΜ.) Η ~ του τόνου. Η ~ των λέξεων σε μια πρόταση (βλ. σειρά).|| Δεν υπάρχει ~ για γραφείο. Κάνε ~ να κάτσω κι εγώ. Πβ. χώρος.|| Πιάνω ~ στην ουρά.|| Καθορισμός της θέσης και της έκτασης ενός οικοπέδου. Σπίτι σε καλή/προνομιακή ~. Πβ. μέρος, περιοχή, τοποθεσία, τόπος.|| Εντοπισμός της θέσης του καλούντος/ενός οχήματος. Προσδιορίζω τη ~ ενός πλοίου (πβ. στίγμα).|| (ΣΤΡΑΤ.) Aμυντική/οχυρή/στρατηγική ~. Πόλεμος θέσεων και κινήσεων. Βομβαρδισμός/κατάληψη εχθρικών θέσεων. Τα στρατεύματα αποχώρησαν από τις/εγκατέλειψαν τις θέσεις τους.|| (ΜΑΘ.-ΑΣΤΡΟΝ.) Γωνία/διάνυσμα θέσης/θέσεως. Θέσεις αστέρων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ μνήμης. Βλ. ιστο~. 2. καθένα από τα καθίσματα αίθουσας ή μέσου μεταφοράς: αναπαυτική ~. ~ (συν)οδηγού. ~ για (μη) καπνίζοντες. Κράτηση θέσης (= τραπεζιού) σε εστιατόριο/κινηματογράφο/συναυλία. Αριθμημένες/μπροστινές/πίσω θέσεις. Πληρότητα θέσεων. Αυτοκίνητο πέντε (= πενταθέσιο)/καναπές τριών (= τριθέσιος) θέσεων. Είναι άδεια/ελεύθερη/πιασμένη η ~. Βρίσκω ~. Δίνω/παραχωρώ/προσφέρω τη ~ μου (π.χ. σε ηλικιωμένο ή σε έγκυο). Παίρνω τη ~ (κάποιου). Γύρνα/έλα/κάθισε/πήγαινε (πίσω) στη ~ σου. Άλλαξαν θέσεις. Κράτα μου μια ~ κι έρχομαι. Μείνετε (ήσυχοι) στις θέσεις σας! Υπάρχουν κενές θέσεις στη γαλαρία (του λεωφορείου)/στην πλατεία (του θεάτρου).|| Κλείνω ~ για την εκδρομή/την παράσταση/το συνέδριο (: εξασφαλίζω την παρουσία, τη συμμετοχή μου). 3. ο τρόπος με τον οποίο στέκεται κάποιος ή είναι τοποθετημένο κάτι: καθιστή/όρθια ~ εργασίας. (Βολική) ~ οδήγησης/ύπνου. Διορθώνω τη ~ της σπονδυλικής μου στήλης. Δεν κάθεσαι στη σωστή ~. Κοιμάται σε ύπτια ~. ~ ανάνηψης. Πβ. στάση. Βλ. παράθεση.|| Η ~ των ποδιών/των χεριών κατά την άσκηση. Τοποθετήστε τη συσκευή σε επικλινή/επίπεδη/κάθετη/κατακόρυφη/οριζόντια ~. 4. (μτφ.) σειρά σε κατάταξη ή αξιολογική κλίμακα: βαθμολογική ~. Ισοβαθμία τριών υποψηφίων στην τελευταία ~ εισακτέων.|| (κυρ. σε αγώνες) Tερμάτισε στην τέταρτη ~. Διατήρησε/κατέλαβε/κυνήγησε τη δεύτερη ~. Πάλεψαν/έδωσαν μάχη για την τρίτη ~. Εξασφάλισαν μια ~ στην εξάδα. Μάχονται για μια ~ στον τελικό.|| (κατ' επέκτ.) Επιχείρηση που κατέχει κυρίαρχη ~ στη διεθνή αγορά. Η εταιρεία διεκδικεί μία ~ μεταξύ των πενήντα μεγαλύτερων του κόσμου. Στην υψηλότερη ~ των προτιμήσεων των τηλεθεατών η εκπομπή …|| (μτφ.) Απέκτησε/κατέκτησε/κέρδισε επάξια μια ~ δίπλα στους κορυφαίους μουσικούς. Δικαιούται/έχει μια ~ στην ιστορία. Πήρε τελικά τη ~ που του άξιζε. 5. (μτφ.) αξίωμα στην ιεραρχία υπηρεσίας ή σώματος, δουλειά: καλοπληρωμένη/νευραλγική/χηρεύουσα ~. ~-κλειδί/κύρους/(συνήθ. ειρων.) περιωπής. Κάλυψη θέσης. Επίδομα θέσης ευθύνης. Απόσπαση σε μια ~ (βλ. μετάθεση). Εκδήλωση ενδιαφέροντος/υποψηφιότητα για τη ~ του Προέδρου. Ανοιχτές/διαθέσιμες/διοικητικές/εργασιακές/νέες θέσεις. Θέσεις απασχόλησης πτυχιούχων/ορισμένου και αορίστου χρόνου. Απελευθέρωση/δημιουργία/προκήρυξη/στελέχωση θέσεων. Καθήκοντα/υποχρεώσεις που απορρέουν από τη ~/(λόγ.) εκ της θέσεώς του. (Ανα)ζητώ/εξασφαλίζω μια ~ στο Δημόσιο. Απολύθηκε από/διατήρησε τη ~ του. Διορίζομαι/εκλέγομαι/προάγομαι/προσλαμβάνομαι/υπηρετώ στη ~ του ... Παραιτούμαι από τη ~ του Διευθυντή. Παίρνω τη ~ (κάποιου). Δεν θέλω να χάσω τη ~ μου. Βρήκε ~ ως... Έχει/κατέχει ανώτερη/επιτελική/ηγετική/καλή/µόνιµη/τιμητική/υπεύθυνη/υψηλή ~. Ανέλαβε νευραλγική ~ στο Υπουργείο. Η επιχείρηση τού πρόσφερε/πρότεινε μια αρκετά προσοδοφόρα ~. Προκηρύσσεται μία ~ ερευνητή/καθηγητή. Πβ. πόστο. 6. ΑΘΛ. ρόλος που έχει κάποιος παίκτης στην ομάδα του: Παίζει στη ~ του τερματοφύλακα. Του έδωσαν/πήρε ~ βασικού. Αγωνίζεται στη ~ του πλέι μέικερ. 7. προβλεπόμενος αριθμός υποψηφίων ή συμμετεχόντων: θέσεις ειδικότητας/πρακτικής άσκησης/υποτροφίας. Προσφερόμενες θέσεις για εθελοντές/σπουδές. Μείωση των θέσεων εισαγωγής σε ΑΕΙ και ΤΕΙ. Δεν έχει/υπάρχει (κενή) ~ στον παιδικό σταθμό. 8. (μτφ.) η κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος ή κάτι: αξιοζήλευτη/μειονεκτική/πλεονεκτική ~. Σε ~ αναμονής. Με φέρνεις σε δύσκολη ~. Βελτιώνω/δυσχεραίνω τη ~ μου. Βρίσκομαι στη δυσάρεστη/στην ευχάριστη ~ να σας ανακοινώσω ότι ... Είμαι σε καλύτερη ~ (= μοίρα) από/σε σχέση με τον ... Μην επιβαρύνεις τη ~ σου! Τι θα έκανες στη ~ μου;|| (λόγ.) ~ σε κίνηση/λειτουργία. Απαγόρευση της θέσεως σε κυκλοφορία χημικών προϊόντων. Ημερομηνία θέσεως της σύμβασης σε ισχύ.|| (ΟΙΚΟΝ.) Ακάλυπτη ~. Καθαρή ~ ενεργητικού/εταιρείας (= στάτους).|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) ~ του υπαλλήλου σε αργία/διαθεσιμότητα. 9. (μτφ.) το σύνολο των ιδεών που υποστηρίζει κάποιος: ακραίες/αντικρουόμενες/απόλυτες/επιστημονικές/πολιτικές/προγραμματικές/ριζοσπαστικές/σαφείς/φιλοσοφικές θέσεις. Αξιολόγηση/γνωστοποίηση/διατύπωση/παρουσίαση/ταύτιση θέσεων. Οι θέσεις της Εκκλησίας/του κόμματος/της παράταξης. Θέσεις και αντιθέσεις/αρχές/προθέσεις/προτάσεις. Κριτική πάνω στις θέσεις/(λόγ.) επί των θέσεων (κάποιου). Οι ελληνικές θέσεις στο θέμα του ... Αυτή είναι η ~ μου (= άποψη). Η επίσημη ~ της κυβέρνησης για/(πάνω) σε ένα ζήτημα. Απάντηση στην ανατρεπτική/προκλητική/πρωτοποριακή ~ του … Προς απόδειξη της θέσεως ότι ... Παίρνω ανοιχτά/δημόσια ~ υπέρ/κατά ... Διαχωρίζω τη ~ μου (= αποστασιοποιούμαι). Αλλάζω θέσεις. Εκφράζω/ξεκαθαρίζω/υπερασπίζομαι/υποστηρίζω τη ~/τις θέσεις μου. Εμμένω/μένω ακλόνητος στις θέσεις μου. Δεν παρεκκλίνω από τις θέσεις μου. Υπεραμύνεται της θέσεώς/των θέσεών του σχετικά με ... Αποδοκιμάστηκαν/επιδοκιμάστηκαν οι θέσεις του.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~, αντίθεση, σύνθεση. ~ ή αποδεικτέα πρόταση. Πβ. πεποίθηση. Βλ. υπόθεση. 10. (μτφ.) ρόλος, σπουδαιότητα: η ~ της τεχνολογίας στην κοινωνία. Η ~ της γυναίκας στις αναπτυσσόμενες χώρες.|| Έχει μια (σημαντική) ~ στη ζωή μου. Έχει ξεχωριστή ~ στην καρδιά μου. 11. ΦΙΛΟΛ. -ΜΟΥΣ. η τονισμένη συλλαβή του μετρικού ποδός· το τονισμένο τμήμα κατά τη ρυθμική ανάγνωση μουσικού κομματιού. ΑΝΤ. άρση (3) ● Υποκ.: θεσούλα (η) 1. θέση εργασίας: (ειρων.) Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να βολευτεί/να χωθεί σε καμιά ~ στο Δημόσιο. 2. κάθισμα, μικρός χώρος: Βρήκε μια ~ και κάθισε.|| Έβαλε τα βιβλία σε μια ~ πάνω στο γραφείο. Πβ. γωνίτσα. ● ΣΥΜΠΛ.: χάρτης θέσης: στον οποίο υποδεικνύεται η θέση ενός σημείου: (ηλεκτρονικός) ~ ~ του κτιρίου/της πόλης/του σταθμού. ~ες ~ και ευρύτερης περιοχής., ανάρροπη θέση βλ. ανάρροπος, αρχαιολογική θέση/αρχαιολογικός τόπος βλ. αρχαιολογικός, γεωγραφική θέση βλ. γεωγραφικός, δεύτερη θέση βλ. δεύτερος, διακεκριμένη θέση βλ. διακεκριμένος, εδραία θέση βλ. εδραίος, εκλόγιμη θέση βλ. εκλόγιμος, θέση ισχύος βλ. ισχύς, κένωση (της) θέσης/(των) θέσεων βλ. κένωση, κοινωνική θέση βλ. κοινωνικός, οικονομική θέση βλ. οικονομικός, οργανική θέση βλ. οργανικός, πλήρωση (της) θέσης/(των) θέσεων βλ. πλήρωση, πρώτη θέση βλ. πρώτος, σύνδρομο οικονομικής θέσης βλ. σύνδρομο, τουριστική θέση βλ. τουριστικός, τρίτη θέση βλ. τρίτος, φώτα θέσης βλ. φως, χιλιομετρική θέση βλ. χιλιομετρικός ● ΦΡ.: βάζω τα πράγματα στη θέση τους (μτφ.): δίνω τη σωστή διάσταση ενός θέματος, αποκαθιστώ την αλήθεια: Για να βάλουμε ~ ~, πρέπει να πούμε ότι ... Νέα στοιχεία ήρθαν να βάλουν ~ ~., δεν έχω θέση κάπου (μτφ.): δεν μπορώ να συμμετέχω, επειδή είμαι μη αποδεκτός ή ακατάλληλος, ή επειδή θεωρώ ότι δεν μου αρμόζει: Με τέτοιες απόψεις δεν έχει (καμία) ~ ανάμεσά μας. Ο φόβος δεν ~ει ~ σε ένα τέτοιο εγχείρημα (: δεν ταιριάζει). Εγώ φεύγω, ~ ~ εδώ. Πβ. δεν χωράω κάπου., έδωσε τη θέση (του) σε κάτι (μτφ.): αντικαταστάθηκε από: Η απαισιοδοξία ~ ~ της στην ελπίδα., είμαι σε θέση να ... & (λόγ.) εις θέσιν να ...: έχω τη δυνατότητα, μπορώ: ~ ~ να σου πω ότι ... Δεν ~ ~ σε βοηθήσω αυτή τη στιγμή. Πβ. σε κατάσταση να ..., έρχομαι/μπαίνω στη θέση του: βιώνω νοερά την κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος: Έλα/μπες ~ ~ του και προσπάθησε να τον καταλάβεις. Βλ. ενσυναίσθηση.|| (για ηθοποιό) Μπαίνω ~ ~ του ήρωα/του προσώπου που υποδύομαι (πβ. μπαίνω στο πετσί)., παίρνω θέση για/σε κάτι (μτφ.): εκφράζω την άποψή μου, τοποθετούμαι: Πήρε ~ για την κρίση/τις μεταμοσχεύσεις. Δεν πήρε ~ στην κόντρα μεταξύ ... Έχει πάρει ~ κατά/υπέρ του ..., στη θέση (προσώπου ή πράγματος): προς δήλωση αντικατάστασης: Εκκλησία χτισμένη ~ ~ αρχαίου ναού. (ειρων.) Θέλει να γίνει υπουργός ~ ~ του υπουργού (πβ. χαλίφης στη θέση του χαλίφη). Πβ. αντί.|| (μτφ.) ~ ~ σου θα έφευγα (: αν ήμουν εσύ)., τον βάζω στη θέση του (μτφ.-προφ.): του κάνω παρατήρηση για την ανάρμοστη ή προσβλητική συμπεριφορά του, ώστε να μην την επαναλάβει: Κάποιος πρέπει να τον βάλει ~ ~. Δεν βρέθηκε ένας να αντιδράσει/διαμαρτυρηθεί και να τον βάλει ~ ~. Πβ. ανακαλώ/επαναφέρω στην τάξη, του τη λέω., βρίσκει θέση (κάπου) βλ. βρίσκω, ελαφρύνω τη θέση κάποιου βλ. ελαφρύνω, επέχει θέση βλ. επέχω, κατέχει δεσπόζουσα/εξέχουσα/κεντρική/περίοπτη θέση βλ. κατέχω, κουνήσου από τη θέση σου βλ. κουνώ, κρατά(ει) τη θέση του βλ. κρατώ, λάβετε θέσεις βλ. λαμβάνω, μια θέση στον ήλιο βλ. ήλιος, ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση βλ. κατάλληλος, πήγε/ήρθε η καρδιά μου στη θέση της βλ. καρδιά, σε απόσταση/θέση βολής βλ. απόσταση, σε θέση μάχης βλ. μάχη [< αρχ. θέσις, γαλλ. place, position]
20626θεσιθήραςθε-σι-θή-ρας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): άτομο που επιδιώκει μία θέση ή κάποιο αξίωμα κυρ. στο Δημόσιο, χρησιμοποιώντας συνήθ. κάθε μέσο, θεμιτό ή αθέμιτο: Είναι ~ και φυγόπονος (βλ. αργόμισθος). Δεν είναι ~, να τον νοιάζουν μόνο τα οφίκια/να ζητάει ρουσφέτια!|| (σπάν. ως επίθ.) ~ες πολιτικοί. Βλ. αριβίστας, αρχομανής, καρεκλοκένταυρος, -θήρας.
20627θεσιθηρίαθε-σι-θη-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του θεσιθήρα: η λογική/ματαιοδοξία της ~ας. Βλ. αριβισμός, -θηρία.
20629θέσμιαθέ-σμι-α ουσ. (ουδ.) (τα) (λόγ.): κανόνες λειτουργίας οργανωμένου συνόλου, θεσμοί κοινωνίας, παραδόσεις, ήθη και έθιμα ενός τόπου: δημοκρατικά/εργασιακά/κοινοβουλευτικά ~. Ανατροπή/διαφύλαξη/παραβίαση/προστασία/τήρηση των ~ίων (: των ισχυόντων, των καθιερωμένων).|| (ειδικότ.) Τα ιερά ~ της Εκκλησίας.|| (σπάν. στον εν.) Κοινωνικό ~ο. [< αρχ. θέσμιον ‘κανόνας, νόμος, συνήθεια’]
20630θεσμικός, ή, ό θε-σμι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους θεσμούς: ~ός: εκπρόσωπος (ενός κλάδου)/έλεγχος/μηχανισμός/ρόλος (πβ. θεσμοθετημένος)/σύμβουλος/φορέας. ~ή: αναγκαιότητα/αναδιάρθρωση/ανασυγκρότηση/αρμοδιότητα/διαδικασία/εκτροπή/ενίσχυση/εξουσία/ευθύνη/θωράκιση (της χώρας)/κατάρρευση/κατοχύρωση/μεταρρύθμιση/οργάνωση/προστασία/πρωτοβουλία/στήριξη/συμφωνία. ~ό: καθεστώς/περιβάλλον/πλαίσιο/σύστημα. ~οί: εταίροι/οργανισμοί/παράγοντες/χορηγοί. ~ές: αδυναμίες/αλλαγές/διατάξεις/δομές/λειτουργίες/παρεμβάσεις/ρυθμίσεις. ~ά: όργανα (της Πολιτείας). Κοινωνική και ~ή κρίση. Βιώσιμη ανάπτυξη σε ~ό επίπεδο. Απεργία με ~ά αιτήματα. Βλ. αντι~, εξω~. ● ΣΥΜΠΛ.: θεσμικός επενδυτής & (προφ.) θεσμικός: ΟΙΚΟΝ. οικονομικός οργανισμός, όπως τράπεζα, ασφαλιστική ή επενδυτική εταιρεία, συνταξιοδοτικό ταμείο, που διαχειρίζεται μεγάλο όγκο κεφαλαίων και πραγματοποιεί επενδύσεις, συνήθ. σε χρηματιστηριακές αξίες και ακίνητα. [< αγγλ. institutional investor] , οργανικός/θεσμικός νόμος βλ. νόμος [< γαλλ. institutionnel, 1933]
20631θεσμικότηταθε-σμι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ιδιότητα του θεσμικού: εκπαιδευτική ~. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. institutionality]
20632θέσμισηθέ-σμι-ση ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. δημιουργία θεσμών και θέσπιση νόμων: ~ της κοινωνίας. Βλ. αυτο~.
20633θεσμοθετημένος, η, ο θε-σμο-θε-τη-μέ-νος επίθ.: που έχει θεσμοθετηθεί: ~ος: έλεγχος/σύμβουλος/φορέας. ~η: Αρχή/διαδικασία/εκπροσώπηση/λειτουργία/συνεργασία/χρηματοδότηση. ~ο: καθεστώς/πλαίσιο/σύστημα. ~oι: κανόνες/οργανισμοί/πόροι. ~ες: αργίες (πβ. επίσημες)/αρμοδιότητες/χρήσεις (γης). ~α: δικαιώματα/όργανα. Επιτροπή με ~ο ρόλο (πβ. θεσμικό). ~ες θέσεις πρακτικής άσκησης.
20634θεσμοθέτηςθε-σμο-θέ-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που θεσπίζει νόμους ή δημιουργεί θεσμούς. Πβ. νομοθέτης. Βλ. -θέτης. [< αρχ. θεσμοθέτης]
20635θεσμοθέτησηθε-σμο-θέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): θέσπιση και εφαρμογή κανονιστικής ρύθμισης ή νομοθετήματος: ~ διατάξεως/κανόνων. ~ του (νομικού) πλαισίου για ... Πβ. νομοθέτηση.|| ~ ανεξάρτητης διοικητικής Αρχής/δικαιώματος/επιδόματος/κινήτρων/σώματος/της υποχρεωτικής εκπαίδευσης/φορέα. ~ βραβείου (= αθλοθέτηση)/επιτροπής (βλ. ορισμός, σύσταση). Πβ. καθιέρωση. [< μτγν. θεσμοθέτησις ‘νομοθεσία’, αγγλ. institutionalization, γαλλ. institutionnalisation]
20636θεσμοθετώ[θεσμοθετῶ] θε-σμο-θε-τώ ρ. (μτβ.) {θεσμοθετ-εί, -ώντας | θεσμοθέτ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} (λόγ.) 1. θεσπίζω κανόνες ή νόμους, νομοθετώ: ~ούνται ρυθμίσεις για την εξασφάλιση της διαφάνειας. Διάταξη/οδηγία/προεδρικό διάταγμα που ~ήθηκε. 2. καθιερώνω κάτι με νόμο: Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ~εί ετήσιο βραβείο πράσινης πρωτεύουσας. Η κυβέρνηση/πολιτεία προτίθεται να ~ήσει κίνητρα για … Το πρόγραμμα ~ήθηκε με απόφαση της Συγκλήτου. Βλ. -θετώ. [< 1: μτγν. θεσμοθετῶ, ]
20637θεσμολαγνείαθε-σμο-λα-γνεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): αυστηρή προσήλωση στην έννοια του θεσμού: αντιλήψεις/πνεύμα ~ας. Βλ. -λαγνεία, νομικισμός, τυπολατρία.
20638θεσμοποίησηθε-σμο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): καθιέρωση εθιμικής πράξης, οργανωμένης δραστηριότητας, πολιτικού ή πολιτιστικού στοιχείου ως θεσμού: ~ των διαδικασιών/του διαλόγου/της συμμετοχής/της συνεργασίας. Βλ. εδραίωση, επικύρωση, θεσμοθέτηση, νομιμοποίηση, παγίωση, -ποίηση. [< γαλλ. institutionnalisation, 1949]
20639θεσμοποιώ[θεσμοποιῶ] θε-σμο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {θεσμοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (λόγ.): ανάγω εθιμική πράξη, οργανωμένη δραστηριότητα σε θεσμό, τη νομιμοποιώ: ~ήθηκε το Σύμφωνο .../η συνεργασία μεταξύ ... ~ημένος: κοινωνικός διάλογος.|| Αποφάσεις που ~ούν τις ανισότητες. [< αρχ. θεσμοποιῶ ’νομοθετώ’, γαλλ. institutionnaliser, περ. 1955]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.