| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20640 | θεσμός | θε-σμός ουσ. (αρσ.) 1. κάθε θεμελιώδες πολιτειακό στοιχείο, κοινωνική σχέση ή συλλογική δραστηριότητα που, μέσω της επανάληψης, αποκτά τυπικά χαρακτηριστικά και γίνεται νόμος ή εθιμικός κανόνας: δημοκρατικοί/διεθνείς/ευρωπαϊκοί/θρησκευτικοί/οικονομικοί/πολιτικοί/συνταγματικοί/υποστηρικτικοί ~οί. Οι ~οί της Πολιτείας. Οι κοινωνικοί/κρατικοί ~οί. Διασφάλιση/επέκταση/καθιέρωση/κατάλυση/κατάργηση/καταστρατήγηση/κατοχύρωση/(ομαλή) λειτουργία/κλονισμός/προστασία/σύσταση/υπεράσπιση/υπονόμευση ενός ~ού. Αναμόρφωση/απαξίωση/διαφύλαξη/ενδυνάμωση/ευτελισμός/κρίση/περιφρόνηση/περιφρούρηση/προάσπιση/προσβολή/σταθερότητα των ~ών. Απειλή/επίθεση/πλήγμα κατά των ~ών. Εμπιστοσύνη/πίστη στους ~ούς. Ο ~ του γάμου/της Δικαιοσύνης/της εκπαίδευσης/του κοινοβουλίου/της οικογένειας/της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η αξιοπιστία/η ιστορία/το κύρος/ο ρόλος/η σημασία ενός ~ού. ~ που έχει ατονήσει. Υποστηρίζω έναν ~ό. Σέβομαι τους ~ούς. Εφαρμόζεται/θεσπίζεται ένας ~.|| Πολιτιστικοί ~οί. Δημιουργία ~ού βραβείων. Αναβίωση του ~ού της ολυμπιακής εκεχειρίας. Διάδοση του ~ού της εθελοντικής αιμοδοσίας. Βλ. αξίες, έθιμο, ήθη. 2. (κατ' επέκτ.) σταθερά επαναλαμβανόμενη και καθιερωμένη συνήθεια: Η συγκέντρωσή μας κάθε χρόνο τέτοια μέρα είναι/έχει γίνει πια ~. Πβ. παράδοση. ● ΣΥΜΠΛ.: Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας (της Βουλής) : ΠΟΛΙΤ. μόνιμη ειδική επιτροπή της Βουλής, η οποία έχει ως αντικείμενό της τον κοινοβουλευτικό έλεγχο των ανεξάρτητων διοικητικών Αρχών, καθώς και την έρευνα και αξιολόγηση κάθε στοιχείου χρήσιμου για τη μελέτη και επεξεργασία προτάσεων, που συμβάλλουν στη διαφάνεια της πολιτικής και γενικότ. της δημόσιας ζωής της χώρας, και την παρακολούθηση της εφαρμογής τους. [< αρχ. θεσμός ‘νόμος, κανόνας, έθιμο’, γαλλ.-αγγλ. institution] | |
| 20641 | Θεσμοφόρια | Θε-σμο-φό-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΑΡΧ. γιορτή των γυναικών προς τιμήν της Θεάς Δήμητρας με στόχο την ευφορία της γης και τη γονιμότητά τους. Βλ. Ελευσίνια Μυστήρια. [< αρχ. θεσμοφόρια] | |
| 20642 | θεσμοφύλακας | θε-σμο-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): αυτός που αναλαμβάνει την προστασία και διαφύλαξη των θεσμών: ~ες της δημοκρατίας. Βλ. -φύλακας. [< μτγν. θεσμοφύλαξ] | |
| 20643 | θεσπέσιος | , α, ο θε-σπέ-σι-ος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από τελειότητα, υπέροχος: ~α: γυναίκα/μελωδία (πβ. θεία)/μουσική/ύπαρξη (πβ. αιθέρια)/φωνή (πβ. αγγελική). ~ο: θέαμα/πλάσμα/τοπίο/τραγούδι.|| ~α: γεύση/μυρωδιά. ~ο: άρωμα/γεύμα/φαγητό. Πβ. εκπληκτικός, εξαιρετικός, εξαίσιος, έξοχος, θαυμάσιος, καταπληκτικός. ● επίρρ.: θεσπέσια [< αρχ. θεσπέσιος ‘θεϊκός’] | |
| 20645 | θέσπιση | θέ-σπι-ση ουσ. (θηλ.): καθιέρωση θεσμού συνήθ. με τη μορφή νόμου: ~ ανεξάρτητης διοικητικής Αρχής/(απονομής) βραβείου/δικαιωμάτων των ασθενών/επάθλου/επαίνου/κανόνων λειτουργίας των ΜΜΕ/μέτρων/νομοθεσίας/ορίου ηλικίας/προγράμματος δράσης/Συντάγματος/φορολογικών κινήτρων. Πβ. θεσμοθέτηση, νομοθέτηση. [< μεσν. θέσπισις] | |
| 20646 | θέσπισμα | θέ-σπι-σμα ουσ. (ουδ.): απόφαση με νομική ισχύ: ~ του Προέδρου της Δημοκρατίας (= προεδρικό διάταγμα). ~ που ψηφίζεται από τη Βουλή. Πβ. νομοθέτημα. Βλ. ψήφισμα. ● ΣΥΜΠΛ.: κλητήριο θέσπισμα βλ. κλητήριος [< μεσν. θέσπισμα] | |
| 20647 | θεσπισμένος | , η, ο θε-σπι-σμέ-νος επίθ.: που έχει θεσπιστεί: ~ος: νόμος. ~ο: βραβείο/δικαίωμα. ~α: όργανα. Συνταγματικά ~οι κανόνες. Πβ. θεσμοθετη-, καθιερω-, νομοθετη-μένος. ● βλ. θεσπίζω | |
| 20648 | θεσπρωτικός | , ή, ό θε-σπρω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Θεσπρωτία ή/και τους Θεσπρωτούς. [< μτγν. θεσπρωτικός] | |
| 20649 | θεσσαλικός | , ή, ό θεσ-σα-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Θεσσαλία ή/και τους Θεσσαλούς: ~ός: κάμπος. Βλ. παν~. [< αρχ. θεσσαλικός] | |
| 20650 | Θεσσαλονικιός, Θεσσαλονικιά | Θεσ-σα-λο-νι-κιός επίθ./ουσ. & (λόγ.) Θεσσαλονικέας & Θεσσαλονικεύς {Θεσσαλονικ-είς, -έων} & (προφ.) Σαλονικιός, Σαλονικιά: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Θεσσαλονίκη. [< μτγν. Θεσσαλονικεύς] | |
| 20651 | θεσσαλονικιώτικος | , η, ο θεσ-σα-λο-νι-κιώ-τι-κος επίθ. & (προφ.) σαλονικιώτικος: που σχετίζεται με τη Θεσσαλονίκη ή/και τους Θεσσαλονικείς: ~η: μπουγάτσα. | |
| 20652 | Θεσσαλός, Θεσσαλή | Θεσ-σα-λός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Θεσσαλία. [< αρχ. Θεσσαλός] | |
| 20653 | θέσφατο | θέ-σφα-το ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άτου} 1. ό,τι γίνεται δεκτό με σεβασμό και χωρίς αμφισβήτηση ή κριτική διάθεση· κατ’ επέκτ. κανόνας, αξίωμα: ιδεολογικό/πολιτικό ~. Ιερά ~α. Πβ. δόγμα.|| (αρνητ. συνυποδ.) Επειδή το λέει η επιτροπή δεν είναι και ~. Έχουν αναγάγει αυθαίρετες θεωρίες σε επιστημονικά ~α. Στην έρευνα δεν υπάρχουν ~α. 2. ΑΡΧ. {συνήθ. στον πληθ.} θεϊκός λόγος, χρησμός: τα ~α του δελφικού Απόλλωνα. [< αρχ. θέσφατα (τα)] | |
| 20655 | θετικισμός | θε-τι-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία σύμφωνα με την οποία η γνώση πρέπει να βασίζεται στην παρατήρηση του αισθητού κόσμου, όπως αυτός μελετάται από τις θετικές επιστήμες, και όχι σε μεταφυσικές ερμηνείες: λογικός/μαρξιστικός/νομικός ~. Βλ. εμπειρισμός, επιστημολογία, -ισμός, νεο~. ΣΥΝ. θετική φιλοσοφία [< γαλλ. positivisme, αγγλ. logical positivism, 1931] | |
| 20656 | θετικιστής, θετικίστρια | θε-τι-κι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): οπαδός του θετικισμού: άκρως/αμιγώς ~. Λογικός ~.|| (ως επίθ.) ~ής: φιλόσοφος (= θετικός). Βλ. εμπειριστής. [< γαλλ. positiviste] | |
| 20657 | θετικιστικός | , ή, ό θε-τι-κι-στι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τον θετικισμό: ~ός: λόγος/ορθολογισμός. ~ή: αντίληψη/θεώρηση/σκέψη. ~ό: αξίωμα/πνεύμα/πρότυπο. Βλ. -ιστικός1. ● επίρρ.: θετικιστικά [< γαλλ. positiviste] | |
| 20658 | θετικός | , ή, ό θε-τι-κός επίθ. 1. ευνοϊκός, καλός: ~ός: αντίκτυπος/απόηχος/απολογισμός/οιωνός/παράγοντας/ρόλος. ~ή: αλλαγή/ανταπόκριση/αντίδραση/αντιμετώπιση/αξιολόγηση/απήχηση/αποτίμηση/άποψη/ατμόσφαιρα/γνωμοδότηση/εικόνα/έκβαση (πβ. αίσια)/έκθεση (προόδου)/εντύπωση/επιρροή/κριτική/παρουσία/πορεία/πρόβλεψη (ΑΝΤ. δυσοίωνη)/συμβολή/υποδοχή. ~ό: βήμα/γεγονός/μήνυμα/ξεκίνημα. ~οί: χειρισμοί. ~ές: εκτιμήσεις/ενδείξεις/εξελίξεις/επιδράσεις/προοπτικές/συνέπειες. ~ά: πρότυπα/συμπεράσματα/συναισθήματα/σχόλια. Τα ~ά σημεία του νομοσχεδίου. Ήταν ~ή η εισήγηση για την επαναλειτουργία της σχολής. Η συνάντηση έγινε σε ~ό κλίμα. Είναι πολύ ~ό το γεγονός ότι … Βλέπει πάντα τη ~ή πλευρά των πραγμάτων. Είναι ~ στο ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης (πβ. ανοιχτός). ΑΝΤ. δυσμενής.|| (ως ουσ.) Δεν βρίσκω κανένα/τίποτε ~ό σε αυτήν την κατάσταση (πβ. ευχάριστο, ωφέλιμο).|| ~ή: διάθεση/σκέψη/στάση ζωής/ψυχολογία (: κλάδος με αντικείμενο την έρευνα και την προώθηση της θετικότητας και της ευημερίας του ανθρώπου). Πβ. αισιόδοξος. ΑΝΤ. αρνητικός (1) 2. καταφατικός: ~ή: απάντηση/ψήφος. Στην πρόταση που τους κάναμε ήταν ~οί (: συμφώνησαν). ΑΝΤ. αρνητικός (2) 3. λογικός, συγκροτημένος: ~ός: άνθρωπος. ~ό: μυαλό (πβ. τετράγωνο)/πνεύμα. Πβ. πρακτικός. ΑΝΤ. θεωρητικός (3) 4. ΜΑΘ. που είναι μεγαλύτερος από το μηδέν (συμβ. +): ~ός: ακέραιος/αριθμός. ~ό: άθροισμα/μέγεθος/πηλίκο.|| (ΦΥΣ.) ~ή: αντίσταση/θερμοκρασία/πίεση/φορά. Κίνηση με ~ή τιμή επιτάχυνσης.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: ρυθμός ανάπτυξης. ~ό: ισοζύγιο. Με ~ό πρόσημο έκλεισε χθες ο Γενικός Δείκτης Τιμών. ΑΝΤ. αρνητικός (3) 5. ΦΥΣ. που σχετίζεται με έλλειψη ηλεκτρονίων: ~ός: πόλος (μπαταρίας). ~ό: ηλεκτρόδιο (= άνοδος)/ιόν/(ηλεκτρικό) φορτίο. Βλ. ηλεκτρο~. ΑΝΤ. αρνητικός (4) 6. ΙΑΤΡ. στον οποίο ανιχνεύεται ουσία ή στοιχείο: ~ό: δείγμα. ~ές: αναλύσεις. Ρέζους ~ό. Τα αποτελέσματα (της εξέτασης) ήταν ~ά. Το τεστ εγκυμοσύνης βγήκε ~ό.|| (για πρόσ.) ~ στο αλκοτέστ/στον έλεγχο ντόπινγκ/στον ιό/στη χρήση απαγορευμένων ουσιών. Βλ. οροθετικός2. ΑΝΤ. αρνητικός (5) 7. (κυρ. στον δημοσιογραφικό λόγο) έγκυρος, βέβαιος: ~ή: γνώση. Σύμφωνα με ~ές πηγές/πληροφορίες… Το έχω ~ό (= δεδομένο, σίγουρο) ότι… Δεν έχουμε ~ά (πβ. ασφαλή, σαφή, συγκεκριμένα) στοιχεία σχετικά με ... Πβ. αδιαμφισβήτητος, βάσιμος, εξακριβωμένος. ΑΝΤ. ανεξακρίβωτος, ανεπιβεβαίωτος 8. ΦΩΤΟΓΡ. για είδωλο που παράγεται από το αρνητικό φιλμ και είναι πανομοιότυπο με το πρωτότυπο. ● επίρρ.: θετικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: θετικά μαθήματα: που αφορούν τη διδασκαλία των θετικών επιστημών. Βλ. θεωρητικά, τεχνολογικά μαθήματα., θετικές επιστήμες: τα μαθηματικά, η φυσική, η χημεία, η βιολογία και οι κλάδοι τους. Πβ. φυσικές επιστήμες. Βλ. ανθρωπιστικές, θεωρητικές επιστήμες., θετική δράση: ΠΟΛΙΤ. μέτρο που αφορά κυρ. γυναίκες ή/και μειονοτικές ομάδες με στόχο την ίση μεταχείριση και ειδικότ. τις ίσες ευκαιρίες στην εργασία και την παιδεία. [< αγγλ. affirmative action, 1935] , θετική φιλοσοφία: ΦΙΛΟΣ. θετικισμός., θετικός βαθμός: ΓΡΑΜΜ. ο αρχικός βαθμός επιθέτων και επιρρημάτων που χαρακτηρίζει το προσδιοριζόμενο, χωρίς να το συγκρίνει με άλλα. Βλ. παραθετικά, συγκριτικός, υπερθετικός βαθμός., θετικός φιλόσοφος: θετικιστής., gram θετικός βλ. γκραμ, αρνητική/θετική ενέργεια βλ. ενέργεια, θετική ανάδραση βλ. ανάδραση, θετική διάκριση βλ. διάκριση, θετική/θεωρητική/τεχνολογική κατεύθυνση βλ. κατεύθυνση, θετικό δίκαιο βλ. δίκαιο [< αρχ. θετικός 4,5,6,8: γαλλ. positif, αγγλ. positive] | |
| 20659 | θετικότητα | θε-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) θετική διάθεση: Αντιμετωπίζει με ~ τα προβλήματα της ζωής. Πβ. αισιοδοξία. ΑΝΤ αρνητικότητα 2. ΙΑΤΡ. ανίχνευση στοιχείου σε ουσία ή στον οργανισμό μετά από ανάλυση: ~ του δείγματος/του τεστ. Δείκτης ~ας. 3. (λόγ.) βασιμότητα, ακρίβεια: η ~ των πληροφοριών. Πβ. εγκυρότητα. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. positivité] | |
| 20660 | θετός | , ή, ό θε-τός επίθ. 1. που έχει υιοθετήσει ή συνηθέστ. έχει υιοθετηθεί: ~ός: πατέρας. ~ή: μητέρα/οικογένεια. ~οί: γονείς. Βλ. ανάδοχος.|| ~ός: γιος. ~ή: κόρη. ~ό: παιδί (πβ. ψυχοπαίδι)/τέκνο. Πβ. υιοθετημένος. Βλ. έκθετο. ΑΝΤ. βιολογικός (4), φυσικός (6) 2. ΝΟΜ. που έχει θεσπιστεί, καθιερωθεί: ~ός: κανόνας/νόμος. ~ό: δίκαιο. [< αρχ. θετός ‘τοποθετημένος, υιοθετημένος’] | |
| 20662 | θέτω | θέ-τω ρ. (μτβ.) {έθε-σα, θέσω, τέθηκε, τεθεί, θέτ-οντας} (λόγ.): βάζω, τοποθετώ ή υποβάλλω: ~ ένα αίτημα/τις βάσεις για …/ένα ερώτημα/τα θεμέλια για …/κανόνες/τις κατευθύνσεις/κριτήρια/ένα πρόβλημα/προθεσμία σε κάποιον (πβ. καθορίζω, ορίζω)/μια πρόταση (για/προς ψηφοφορία)/τις προϋποθέσεις για …/(ένα) τέλος σε … ~ (κάποιον) σε αργία/διαθεσιμότητα/δοκιμασία/επαγρύπνηση/επιφυλακή/κίνδυνο/ομηρία. ~ κάτι υπό αμφισβήτηση/(δικαστική, νόμιμη) απαγόρευση. ~ κάποιον υπό επιτήρηση/κηδεμονία/την κυριαρχία μου/περιορισμό/προστασία. ~ ένα μέτρο σε εφαρμογή/σε ισχύ. ~ μια υπόθεση στο αρχείο. ~ περιορισμούς/πλαφόν σε κάτι. ~σε βέτο/όρους/τον εαυτό του στη διάθεση της Δικαιοσύνης. ~ κάτι σε αχρηστία (= το αχρηστεύω). Ένας τραυματισμός τον ~σε εκτός μάχης/παιχνιδιού. ~σαν το κίνημα εκτός νόμου. Οι πυροσβέστες κατάφεραν να θέσουν υπό έλεγχο τη φωτιά. ~σαν το φάρμακο εκτός κυκλοφορίας (= το απέσυραν). Έχουν θέσει σε λειτουργία τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής. Έχει θέσει σκοπό/(ως) στόχο της ζωής της να ... Τον έχουν θέσει/τέθηκε εκτός ... (= τον έχουν απομακρύνει, περιθωριοποιήσει). Μας έχουν θέσει αντιμέτωπους με ηθικά διλήμματα. Για να το θέσω (πιο) απλά, ... Πρέπει να θέσεις προτεραιότητες στη ζωή σου (= να βάλεις). Σκοπεύει να θέσει υποψηφιότητα για τη θέση του δημάρχου. Βλ. αντι~, δια~, εκ~, μετα~, παρα~. ● ΦΡ.: θέτω (κάτι) υπόψη (κάποιου) (λόγ.): του το γνωστοποιώ: Έθεσαν ~ του υπουργού τα ζητήματα που απασχολούν τον κλάδο τους. Πβ. επισημαίνω., θέτω επί ποδός (λόγ.): κινητοποιώ., θέτω θέμα/ζήτημα: το κοινοποιώ, το εκθέτω, για να συζητηθεί ή/και να επιλυθεί: ~ουν θέμα ηγεσίας (πβ. εγείρω, προβάλλω). Οι μαθητές ~σαν πολλά θέματα στον δήμαρχο. Έχουμε θέσει το ζήτημα στο τραπέζι των συζητήσεων., θέτω κάποιον προ των ευθυνών (του) (λόγ.): τον καλώ να αναλάβει τις ευθύνες του: Η αντιπολίτευση έθεσε την κυβέρνηση ~ ~ της., θέτω/βάζω κατά μέρος: αφήνω στην άκρη αντιρρήσεις ή διαφωνίες: Έθεσαν/έβαλαν ~ ~ τις διαφορές τους (= τις παραμέρισαν) και ένωσαν τις δυνάμεις τους., θέτω/βάζω/τοποθετώ τον πήχη (πολύ) ψηλά: ορίζω υψηλούς στόχους. [πβ. γαλλ. placer la barre trop haut] , βάζω/θέτω τη σφραγίδα μου, βλ. σφραγίδα, βάζει/δίνει/θέτει τέλος/τέρμα στη ζωή του βλ. ζωή, θέτω εν αμφιβόλω βλ. αμφίβολος, θέτω επί τάπητος βλ. τάπητας, θέτω σε κυκλοφορία βλ. κυκλοφορία, θέτω τον δάκτυλον εις/επί τον τύπον των ήλων βλ. ήλος, θέτω/βάζω σε ενέργεια βλ. ενέργεια, θέτω/βάζω σε κίνηση βλ. κίνηση ● βλ. τίθεμαι [< μεσν. θέτω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ