Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [21480-21500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20632θέσμισηθέ-σμι-ση ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. δημιουργία θεσμών και θέσπιση νόμων: ~ της κοινωνίας. Βλ. αυτο~.
20633θεσμοθετημένος, η, ο θε-σμο-θε-τη-μέ-νος επίθ.: που έχει θεσμοθετηθεί: ~ος: έλεγχος/σύμβουλος/φορέας. ~η: Αρχή/διαδικασία/εκπροσώπηση/λειτουργία/συνεργασία/χρηματοδότηση. ~ο: καθεστώς/πλαίσιο/σύστημα. ~oι: κανόνες/οργανισμοί/πόροι. ~ες: αργίες (πβ. επίσημες)/αρμοδιότητες/χρήσεις (γης). ~α: δικαιώματα/όργανα. Επιτροπή με ~ο ρόλο (πβ. θεσμικό). ~ες θέσεις πρακτικής άσκησης.
20634θεσμοθέτηςθε-σμο-θέ-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που θεσπίζει νόμους ή δημιουργεί θεσμούς. Πβ. νομοθέτης. Βλ. -θέτης. [< αρχ. θεσμοθέτης]
20635θεσμοθέτησηθε-σμο-θέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): θέσπιση και εφαρμογή κανονιστικής ρύθμισης ή νομοθετήματος: ~ διατάξεως/κανόνων. ~ του (νομικού) πλαισίου για ... Πβ. νομοθέτηση.|| ~ ανεξάρτητης διοικητικής Αρχής/δικαιώματος/επιδόματος/κινήτρων/σώματος/της υποχρεωτικής εκπαίδευσης/φορέα. ~ βραβείου (= αθλοθέτηση)/επιτροπής (βλ. ορισμός, σύσταση). Πβ. καθιέρωση. [< μτγν. θεσμοθέτησις ‘νομοθεσία’, αγγλ. institutionalization, γαλλ. institutionnalisation]
20636θεσμοθετώ[θεσμοθετῶ] θε-σμο-θε-τώ ρ. (μτβ.) {θεσμοθετ-εί, -ώντας | θεσμοθέτ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} (λόγ.) 1. θεσπίζω κανόνες ή νόμους, νομοθετώ: ~ούνται ρυθμίσεις για την εξασφάλιση της διαφάνειας. Διάταξη/οδηγία/προεδρικό διάταγμα που ~ήθηκε. 2. καθιερώνω κάτι με νόμο: Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ~εί ετήσιο βραβείο πράσινης πρωτεύουσας. Η κυβέρνηση/πολιτεία προτίθεται να ~ήσει κίνητρα για … Το πρόγραμμα ~ήθηκε με απόφαση της Συγκλήτου. Βλ. -θετώ. [< 1: μτγν. θεσμοθετῶ, ]
20637θεσμολαγνείαθε-σμο-λα-γνεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): αυστηρή προσήλωση στην έννοια του θεσμού: αντιλήψεις/πνεύμα ~ας. Βλ. -λαγνεία, νομικισμός, τυπολατρία.
20638θεσμοποίησηθε-σμο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): καθιέρωση εθιμικής πράξης, οργανωμένης δραστηριότητας, πολιτικού ή πολιτιστικού στοιχείου ως θεσμού: ~ των διαδικασιών/του διαλόγου/της συμμετοχής/της συνεργασίας. Βλ. εδραίωση, επικύρωση, θεσμοθέτηση, νομιμοποίηση, παγίωση, -ποίηση. [< γαλλ. institutionnalisation, 1949]
20639θεσμοποιώ[θεσμοποιῶ] θε-σμο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {θεσμοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (λόγ.): ανάγω εθιμική πράξη, οργανωμένη δραστηριότητα σε θεσμό, τη νομιμοποιώ: ~ήθηκε το Σύμφωνο .../η συνεργασία μεταξύ ... ~ημένος: κοινωνικός διάλογος.|| Αποφάσεις που ~ούν τις ανισότητες. [< αρχ. θεσμοποιῶ ’νομοθετώ’, γαλλ. institutionnaliser, περ. 1955]
20640θεσμόςθε-σμός ουσ. (αρσ.) 1. κάθε θεμελιώδες πολιτειακό στοιχείο, κοινωνική σχέση ή συλλογική δραστηριότητα που, μέσω της επανάληψης, αποκτά τυπικά χαρακτηριστικά και γίνεται νόμος ή εθιμικός κανόνας: δημοκρατικοί/διεθνείς/ευρωπαϊκοί/θρησκευτικοί/οικονομικοί/πολιτικοί/συνταγματικοί/υποστηρικτικοί ~οί. Οι ~οί της Πολιτείας. Οι κοινωνικοί/κρατικοί ~οί. Διασφάλιση/επέκταση/καθιέρωση/κατάλυση/κατάργηση/καταστρατήγηση/κατοχύρωση/(ομαλή) λειτουργία/κλονισμός/προστασία/σύσταση/υπεράσπιση/υπονόμευση ενός ~ού. Αναμόρφωση/απαξίωση/διαφύλαξη/ενδυνάμωση/ευτελισμός/κρίση/περιφρόνηση/περιφρούρηση/προάσπιση/προσβολή/σταθερότητα των ~ών. Απειλή/επίθεση/πλήγμα κατά των ~ών. Εμπιστοσύνη/πίστη στους ~ούς. Ο ~ του γάμου/της Δικαιοσύνης/της εκπαίδευσης/του κοινοβουλίου/της οικογένειας/της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η αξιοπιστία/η ιστορία/το κύρος/ο ρόλος/η σημασία ενός ~ού. ~ που έχει ατονήσει. Υποστηρίζω έναν ~ό. Σέβομαι τους ~ούς. Εφαρμόζεται/θεσπίζεται ένας ~.|| Πολιτιστικοί ~οί. Δημιουργία ~ού βραβείων. Αναβίωση του ~ού της ολυμπιακής εκεχειρίας. Διάδοση του ~ού της εθελοντικής αιμοδοσίας. Βλ. αξίες, έθιμο, ήθη. 2. (κατ' επέκτ.) σταθερά επαναλαμβανόμενη και καθιερωμένη συνήθεια: Η συγκέντρωσή μας κάθε χρόνο τέτοια μέρα είναι/έχει γίνει πια ~. Πβ. παράδοση. ● ΣΥΜΠΛ.: Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας (της Βουλής) : ΠΟΛΙΤ. μόνιμη ειδική επιτροπή της Βουλής, η οποία έχει ως αντικείμενό της τον κοινοβουλευτικό έλεγχο των ανεξάρτητων διοικητικών Αρχών, καθώς και την έρευνα και αξιολόγηση κάθε στοιχείου χρήσιμου για τη μελέτη και επεξεργασία προτάσεων, που συμβάλλουν στη διαφάνεια της πολιτικής και γενικότ. της δημόσιας ζωής της χώρας, και την παρακολούθηση της εφαρμογής τους. [< αρχ. θεσμός ‘νόμος, κανόνας, έθιμο’, γαλλ.-αγγλ. institution]
20641ΘεσμοφόριαΘε-σμο-φό-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΑΡΧ. γιορτή των γυναικών προς τιμήν της Θεάς Δήμητρας με στόχο την ευφορία της γης και τη γονιμότητά τους. Βλ. Ελευσίνια Μυστήρια. [< αρχ. θεσμοφόρια]
20642θεσμοφύλακαςθε-σμο-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): αυτός που αναλαμβάνει την προστασία και διαφύλαξη των θεσμών: ~ες της δημοκρατίας. Βλ. -φύλακας. [< μτγν. θεσμοφύλαξ]
20643θεσπέσιος, α, ο θε-σπέ-σι-ος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από τελειότητα, υπέροχος: ~α: γυναίκα/μελωδία (πβ. θεία)/μουσική/ύπαρξη (πβ. αιθέρια)/φωνή (πβ. αγγελική). ~ο: θέαμα/πλάσμα/τοπίο/τραγούδι.|| ~α: γεύση/μυρωδιά. ~ο: άρωμα/γεύμα/φαγητό. Πβ. εκπληκτικός, εξαιρετικός, εξαίσιος, έξοχος, θαυμάσιος, καταπληκτικός. ● επίρρ.: θεσπέσια [< αρχ. θεσπέσιος ‘θεϊκός’]
20645θέσπισηθέ-σπι-ση ουσ. (θηλ.): καθιέρωση θεσμού συνήθ. με τη μορφή νόμου: ~ ανεξάρτητης διοικητικής Αρχής/(απονομής) βραβείου/δικαιωμάτων των ασθενών/επάθλου/επαίνου/κανόνων λειτουργίας των ΜΜΕ/μέτρων/νομοθεσίας/ορίου ηλικίας/προγράμματος δράσης/Συντάγματος/φορολογικών κινήτρων. Πβ. θεσμοθέτηση, νομοθέτηση. [< μεσν. θέσπισις]
20646θέσπισμαθέ-σπι-σμα ουσ. (ουδ.): απόφαση με νομική ισχύ: ~ του Προέδρου της Δημοκρατίας (= προεδρικό διάταγμα). ~ που ψηφίζεται από τη Βουλή. Πβ. νομοθέτημα. Βλ. ψήφισμα. ● ΣΥΜΠΛ.: κλητήριο θέσπισμα βλ. κλητήριος [< μεσν. θέσπισμα]
20647θεσπισμένος, η, ο θε-σπι-σμέ-νος επίθ.: που έχει θεσπιστεί: ~ος: νόμος. ~ο: βραβείο/δικαίωμα. ~α: όργανα. Συνταγματικά ~οι κανόνες. Πβ. θεσμοθετη-, καθιερω-, νομοθετη-μένος. ● βλ. θεσπίζω
20648θεσπρωτικός, ή, ό θε-σπρω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Θεσπρωτία ή/και τους Θεσπρωτούς. [< μτγν. θεσπρωτικός]
20649θεσσαλικός, ή, ό θεσ-σα-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Θεσσαλία ή/και τους Θεσσαλούς: ~ός: κάμπος. Βλ. παν~. [< αρχ. θεσσαλικός]
20650Θεσσαλονικιός, ΘεσσαλονικιάΘεσ-σα-λο-νι-κιός επίθ./ουσ. & (λόγ.) Θεσσαλονικέας & Θεσσαλονικεύς {Θεσσαλονικ-είς, -έων} & (προφ.) Σαλονικιός, Σαλονικιά: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Θεσσαλονίκη. [< μτγν. Θεσσαλονικεύς]
20651θεσσαλονικιώτικος, η, ο θεσ-σα-λο-νι-κιώ-τι-κος επίθ. & (προφ.) σαλονικιώτικος: που σχετίζεται με τη Θεσσαλονίκη ή/και τους Θεσσαλονικείς: ~η: μπουγάτσα.
20652Θεσσαλός, ΘεσσαλήΘεσ-σα-λός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Θεσσαλία. [< αρχ. Θεσσαλός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.