Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [21500-21520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20663θεώμαι[θεῶμαι] θε-ώ-μαι ρ. (μτβ.) {θεά-ται} (λόγ.): βλέπω, παρατηρώ και κατ' επέκτ. αντιλαμβάνομαι: Ο πιστός ~ται τον Θεό ως δημιουργό του κόσμου.εθεάθη {κ. θεάθηκε, θεαθεί}: (κυρ. στον δημοσιογραφικό λόγο) τον είδαν, έγινε αντιληπτός: Ο ύποπτος ~ να περιφέρεται στους γύρω δρόμους. ~ σε τρυφερό τετ-α-τετ με τη συμπρωταγωνίστριά του. [< αρχ. θεῶμαι]
20664θεωρείο[θεωρεῖο] θε-ω-ρεί-ο ουσ. (ουδ.): υπερυψωμένος χώρος με καθίσματα συνήθ. σε αίθουσες θεαμάτων, εκδηλώσεων ή συνεδριάσεων: πλαϊνά ~α. Το ~ του θεάτρου/του κινηματογράφου/του σταδίου (βλ. αρένα). Έκλεισε θέση στο ~. Παρακολούθησαν την παράσταση από το ~ (πβ. εξώστης. ΑΝΤ. πλατεία).|| Το ~ των δημοσιογράφων/των επισήμων/των επισκεπτών. Τα ~α της Βουλής (βλ. έδρανα). Βλ. εξέδρα, μπαλκόνι. [< μτγν. θεωρεῖον ‘θέση για παρατήρηση’]
20665θεώρημαθε-ώ-ρη-μα ουσ. (ουδ.): ΜΑΘ. πρόταση που αποτελείται από υπόθεση και συμπέρασμα και πρέπει να αποδειχθεί: ~ της αριθμητικής/της γεωμετρίας. Θεμελιώδες ~ της άλγεβρας. ~ μέσης τιμής. ● ΣΥΜΠΛ.: πυθαγόρειο θεώρημα βλ. πυθαγόρειος [< αρχ. θεώρημα, γαλλ. théorème, αγγλ. theorem]
20666θεωρημένος, η, ο θε-ω-ρη-μέ-νος επίθ.: που έχει ελεγχθεί ως προς τη γνησιότητα ή την εγκυρότητά του και φέρει σχετική ένδειξη από αρμόδια Αρχή: ~ος: τιμοκατάλογος/τίτλος σπουδών. ~η: (ιατρική) συνταγή/φωτοτυπία. ~ο: βιβλιάριο/καταστατικό/μπλοκ αποδείξεων. ~η υπεύθυνη δήλωση για το γνήσιο της υπογραφής. ΑΝΤ. αθεώρητος (1) ● βλ. θεωρώ
20667θεώρησηθε-ώ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) έλεγχος και πιστοποίηση της γνησιότητας ή της εγκυρότητας επίσημου εγγράφου από αρμόδια Αρχή: ~ άδειας οδήγησης/αποδείξεων/βεβαίωσης/βιβλιαρίου υγείας/βιβλίων (εφορίας)/βίζας/διαβατηρίου/εισόδου (στη χώρα)/μισθωτηρίου/συνταγής (φαρμάκων)/(του γνήσιου) της υπογραφής/φορολογικών στοιχείων. Έκδοση/χορήγηση ~ήσεων. 2. (λόγ.) προσέγγιση, εξέταση, προσεκτική μελέτη: ανθρωποκεντρική/γενική/(δι)επιστημονική/ιστορική/κριτική/πολυπρισματική/σύγχρονη/συνολική/συνοπτική/σφαιρική/φιλολογική/ψυχαναλυτική ~. ~ της γλώσσας/της ζωής/του κόσμου/της πραγματικότητας/των πραγμάτων/ενός προβλήματος. ~ήσεις και αναζητήσεις. Εναλλακτικές ~ήσεις για την εκπαίδευση (πβ. οπτική). Η φιλοσοφική ~ του θανάτου. Βλ. ανα~, αντίληψη, ερμηνεία, λογική.|| Τα υπό ~ ζητήματα (πβ. διερεύνηση). [< αρχ. θεώρησις ‘θέαμα’ 1: γαλλ. visa 2: γαλλ. contemplation]
20668θεωρητικολογίαθε-ω-ρη-τι-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): λόγος που περιέχει αοριστίες, γενικότητες, χωρίς να εισέρχεται στην ουσία: ακατάσχετη/απέραντη/άσκοπη/ατελείωτη/ατέρμονη/στείρα/υπερβολική ~. (Ανούσιες) ~ες χωρίς πρακτικό ενδιαφέρον (πβ. θεωρίες). Αναλίσκεται σε ~ες. Πβ. αερολογίες, γενικο-, κενο-, περιττο-λογία, φληναφήματα, φλυαρία.
20669θεωρητικολογώ[θεωρητικολογῶ] θε-ω-ρη-τι-κο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {θεωρητικολογ-είς ..., -ώντας, | θεωρητικολόγ-ησε, -ήσει}: μιλώ αφηρημένα, θεωρητικά, συνήθ. χωρίς να υπεισέρχομαι στην ουσία του θέματος: Δεν λέει τίποτε καινούργιο, απλά ~εί. ~ούμε για τη μόλυνση του περιβάλλοντος και δεν κάνουμε τίποτα. ~ούν ακατάσχετα. Πβ. αερο-, αοριστο-, γενικο-, περιττο-λογώ, φλυαρώ.
20670θεωρητικοποίησηθε-ω-ρη-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): εξέταση θέματος από θεωρητική σκοπιά: ~ της εμπειρίας/συζήτησης. Βλ. γενίκευση, διανοητικοποίηση, -ποίηση. [< γαλλ. théorisation, αγγλ. theorization]
20671θεωρητικοποιώ[θεωρητικοποιῶ] θε-ω-ρη-τι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {θεωρητικοποι-εί, -ώντας | θεωρητικοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: εξετάζω κάτι από θεωρητική σκοπιά, πραγματεύομαι ή ερμηνεύω κάτι, χρησιμοποιώντας αφηρημένους ή θεωρητικούς όρους: Προσπάθησε να ~ήσει τη σχέση μεταξύ ... Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. théoriser, αγγλ. theorize]
20672θεωρητικός, ή, ό θε-ω-ρη-τι-κός επίθ. 1. που βασίζεται σε διατυπωμένες θεωρίες ή/και υποθέσεις σχετικά με το αν ισχύει κάτι, και όχι σε εφαρμογές: ~ός: λόγος/προβληματισμός/στοχασμός. ~ή: ανάλυση/ανάπτυξη (μεθοδολογίας)/διδασκαλία/εκπαίδευση/εξέταση/επεξεργασία/έρευνα/κατάρτιση/μελέτη/προσέγγιση/σκέψη. ~ό: ζήτημα/μέρος (προγράμματος)/μοντέλο/περιεχόμενο/πλαίσιο/υπόβαθρο (ιδεολογίας). ~οί: όροι. ~ές: ασκήσεις/γνώσεις/έννοιες (πβ. αφηρημένος). ~ά: δεδομένα (ΑΝΤ. εμπειρικά)/εργαλεία/θέματα/κείμενα/μαθήματα (οδήγησης). Το ζήτημα εξετάζεται σε καθαρά ~ή βάση. ~ές και θετικές/τεχνολογικές σπουδές. ΑΝΤ. πρακτικός. Βλ. κοσμο~, μετα~.|| (συνήθ. με κεφαλ. Θ) ~ή Γεωμετρία/Γλωσσολογία/Μηχανική/Πληροφορική/Χημεία. ~ά (πβ. Γενικά) Μαθηματικά. Βλ. εφαρμοσμένος, πειραματικός.|| (κατ' επέκτ., για πρόσ.) ~ός: φυσικός. 2. που βασίζεται σε υποθέσεις και εικασίες, χωρίς να έχει επιβεβαιωθεί στην πράξη· πιθανός: ~ός: αριθμός (πελατών). ~ή: κατάσταση/παραγωγή/πιθανότητα/τιμή. Επιβεβαιώνω έναν ~ό υπολογισμό.|| Υπάρχει το ~ό ενδεχόμενο/ο ~ κίνδυνος να ... ΣΥΝ. υποθετικός (1) ΑΝΤ. πραγματικός (1) 3. που δεν χρησιμοποιεί την πρακτική σκέψη ή δεν στηρίζεται σε αυτή: Είναι ~ άνθρωπος/~ό μυαλό (= άνθρωπος της θεωρίας και όχι της πράξης). ΑΝΤ. θετικός (3) ● Ουσ.: θεωρητικός (ο): θεμελιωτής θεωρίας ή μελετητής και γνώστης των θεωριών επιστήμης ή τέχνης: ~ του δομισμού.|| ~οί της αρχιτεκτονικής/λογοτεχνίας/μουσικής. [< αρχ. θεωρητικός, γαλλ. théoricien, αγγλ. theoretician, theorist] ● επίρρ.: θεωρητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Άποψη που έχει αναλυθεί/αναπτυχθεί/διατυπωθεί ~. Βλ. επί χάρτου. ΣΥΝ. υποθετικά ● ΣΥΜΠΛ.: θεωρητικά μαθήματα 1. που περιλαμβάνουν τη διδασκαλία θεωρητικών επιστημών. Βλ. θετικά, τεχνολογικά μαθήματα. 2. που βασίζονται στην προφορική διδασκαλία, χωρίς εργαστήρια ή πρακτική άσκηση., θεωρητικές επιστήμες: αρχαιολογία, γλωσσολογία, ιστορία, κοινωνικές-πολιτικές επιστήμες, νομική, οικονομία, παιδαγωγικά, φιλολογία, φιλοσοφία, ψυχολογία. Πβ. ανθρωπιστικές επιστήμες. Βλ. θετικές επιστήμες., θετική/θεωρητική/τεχνολογική κατεύθυνση βλ. κατεύθυνση, θεωρητικά (της) Μουσικής βλ. μουσική [< αρχ. θεωρητικός ‘που έχει την τάση να εξετάζει, συλλογιστικός’, γαλλ. théorétique, αγγλ. theoretic(al)]
20673θεωρίαθε-ω-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. (συνήθ. στην επιστήμη) σειρά λογικών συλλογισμών με τους οποίους επιχειρείται η ερμηνεία φαινομένου και οι οποίοι δεν αποτελούν απόλυτη γνώση, αλλά έχουν υποθετικό και κατ' επέκτ. αναιρέσιμο χαρακτήρα· (κατ' επέκτ., με κεφαλ. Θ) ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος που έχει προκύψει από αποδεκτή υπόθεση εργασίας: εναλλακτική/επαναστατική/ουτοπική ~. Αναίρεση/ανασκευή/διατύπωση/επαλήθευση/εφαρμογή/κατάρριψη μιας ~ας. Εισηγητής/θεμελιωτής/θιασώτης/οπαδός/πολέμιος/υποστηρικτής μιας ~ας. Επιστημονικές/κοινωνικές/μαθηματικές/παιδαγωγικές/πολιτικές/φιλοσοφικές ~ες. Αναπτύσσω/διατυπώνω/υιοθετώ μια ~. ~ και έρευνα. ~ σύμφωνα με την οποία … Βλ. μετα~.|| (ειδικότ.) Η ατομική ~ του Δημόκριτου. Η δαρβινική/εξελικτική ~ (/η ~ της εξέλιξης των ειδών). Η πλατωνική ~ των ιδεών. Η αριστοτελική ~ του ήθους (/η ηθική ~ του Αριστοτέλη)/της μεσότητας. Η μαρξιστική ~.|| Ηλεκτρομαγνητική/κβαντική ~. ~ες του Δικαίου/της μάθησης/της συμπεριφοράς/του χάους/της Χημείας. (Νέες/πρόσφατες) ~ες για την/σχετικά με την προέλευση του Σύμπαντος. Βλ. αξίωμα, θεώρημα, νόμος. 2. (ειδικότ.) σύνολο κανόνων και βασικών αρχών κατ' αντίθεση προς την πρακτική και την εμπειρία· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο κείμενο που πρέπει να μελετήσει μαθητής ή σπουδαστής: ~ και εφαρμογές.|| Ερωτήσεις/θέματα ~ας. Διαβάζω/μαθαίνω απ' έξω τη ~. 3. (κ. με κεφαλ. Θ) εξέταση γνωστικού αντικειμένου και διατύπωση βασικών αρχών· συνεκδ. ο αντίστοιχος κλάδος ή/και το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα: ~ της τέχνης/μουσικής (= θεωρητικά). Αρχές Οικονομικής Θ~ας. Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θ~ας της Επιστήμης. 4. (προφ.) προσωπική άποψη η οποία δεν είναι κατ' ανάγκη ορθή και αληθινή: Έχω τη δική μου ~ για/σχετικά με ό,τι έγινε. Αυτά που ισχυρίζεσαι/λες είναι απλή/καθαρή/σκέτη ~ (= δεν είναι εξακριβωμένα, επιβεβαιωμένα). Άσε τις ~ες και έλα στην πράξη/στο προκείμενο (: τις αερολογίες, τις (αμπελο)φιλοσοφίες, τις ασυναρτησίες). Βλ. βιο~, κοσμο~. ● ΣΥΜΠΛ.: ενοποιημένη θεωρία (πεδίων) βλ. ενοποιημένος, θεωρία (της) συνωμοσίας βλ. συνωμοσία, θεωρία (των) αριθμών βλ. αριθμός, θεωρία (των) παιγνίων βλ. παίγνιο, Θεωρία (των) Πιθανοτήτων βλ. πιθανότητα, θεωρία της απόφασης βλ. απόφαση, θεωρία της λογοτεχνίας βλ. λογοτεχνία, θεωρία της σχετικότητας βλ. σχετικότητα, θεωρία του ντόμινο βλ. ντόμινο, θεωρία των ζωνών βλ. ζώνη, θεωρία των υπερχορδών βλ. υπερχορδές, θεωρία των χορδών βλ. χορδή ● ΦΡ.: στη θεωρία: σε θεωρητικό επίπεδο. Πβ. στα λόγια. ΑΝΤ. στην πράξη [< αρχ. θεωρία ‘θέαση στοχασμός, θεωρητική εξέταση’, γαλλ. théorie, γερμ. Theorie, αγγλ. theory]
20674θεωρόςθε-ω-ρός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): παρατηρητής, θεατής: ~ του κόσμου. [< αρχ. θεωρός]
20675θεωρώ[θεωρῶ] θε-ω-ρώ ρ. (μτβ.) {θεωρ-είς ..., -ώντας | θεώρ-ησα, -ήσω, -είται, γ' πρόσ. παρατ. -ούνταν (συχνότ. λόγ.) εθεωρείτο, θεωρ-ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. έχω συγκεκριμένη άποψη για κάτι ή κάποιον: ~ (ότι/πως είναι) άδικο/ανάγκη/λάθος/σωστό. ~εί (ως) υποχρέωσή του να … Το ~ αγένεια να ... Τον ~ έξυπνο/εχθρό. Το δικαστήριο ~ησε (= έκρινε) ότι ο μάρτυρας είναι αναξιόπιστος. Η πλειοψηφία/ένα μεγάλο ποσοστό των πολιτών ~εί ότι ... ~είται (= λογαριάζεται, λογίζεται ως) ο καλύτερος στον τομέα του. (: αποφυγή έκφρασης προσωπικής άποψης) ~είται η (σπανιότ. ως η) σημαντικότερη πλουτοπαραγωγική πηγή της χώρας. Σχετική προϋπηρεσία θα ~ηθεί (= εκληφθεί ως) προσόν. Ο ~ούμενος (= φερόμενος ως) εγκέφαλος της ληστείας ... Βλ. παρα~.|| (ως έκφρ. απογοήτευσης:) Κρίμα, και σε ~ούσα/κι εγώ (που) σε ~ούσα φίλο μου! Πβ. νομίζω, πιστεύω. 2. κάνω θεώρηση ή προσκομίζω κάτι για αυτόν τον σκοπό: ~ άδεια (οδήγησης)/βιβλία εφορίας/βιβλιάριο (ασθενείας)/βίζα/εισιτήριο/ένταλμα (πληρωμής)/πιστοποιητικό/συνταγή (φαρμάκου). ~ήθηκε το γνήσιο της υπογραφής του. 3. εξετάζω κάτι πραγματικό ή υποθετικό: Ας ~ήσουμε το πρόβλημα από την πρακτική του πλευρά. Βλ. ανα~.|| Ας ~ήσουμε ένα τετράγωνο/τρίγωνο με τα εξής στοιχεία ... ● βλ. θεωρημένος [< 1: αρχ. θεωρῶ 2: γαλλ. viser 3: γαλλ. réviser]
20676θέωσηθέ-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΘΕΟΛ. ένωση του ανθρώπου με τον Θεό: η πορεία προς τη ~. [< μτγν. θέωσις ‘θεοποίηση, αποθέωση’]
20677θηβαϊκός, ή, ό θη-βα-ϊ-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Θήβα ή/και τους Θηβαίους. ● ΣΥΜΠΛ.: θηβαϊκός κύκλος: ΑΡΧ. η ιστορία της μυθικής οικογένειας των Λαβδακιδών και τα θεατρικά έργα που αναφέρονται σε αυτήν. [< αρχ. Θηβαϊκός]
20678Θηβαίος, Θηβαία[Θηβαῖος] Θη-βαί-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Θήβα. [< αρχ. Θηβαῖος]
20679θηκάριθη-κά-ρι ουσ. (ουδ.) 1. (λαϊκό) θήκη μαχαιριού, σπαθιού ή μικρού όπλου. 2. ΙΑΤΡ. σωληνοειδής θήκη ή προστατευτικό περίβλημα γύρω από όργανα. ● ΦΡ.: βγήκαν τα μαχαίρια (από τα θηκάρια)/βγήκαν τα κουμπούρια βλ. μαχαίρι [< 1: μεσν. θηκάρι(ν)]
20680θήκηθή-κη ουσ. (θηλ.) 1. ειδική κατασκευή, συνήθ. μικρού μεγέθους, για φύλαξη ή μεταφορά αντικειμένων: αδιάβροχη/ανθεκτική/δερμάτινη/πλαστική/προστατευτική ~. ~ γυαλιών/κιθάρας/κινητού/παπουτσιών (= παπουτσο~)/φωτογραφικής μηχανής. ~ (= κουτί) εργαλείων. ~ για σιντί. Χάρτινη ~ για αβγά (= καρτέλα). Βλ. βιβλιο~. 2. ΙΑΤΡ. στεφάνη. Βλ. γέφυρα. ΣΥΝ. κορόνα (2) ● Υποκ.: θηκούλα (η) [< 1: αρχ. θήκη 2: γαλλ. alvéole]
20682θηλάζωθη-λά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {θήλασα, μτχ. θηλάζ-ουσα} 1. (για γυναίκα ή θηλυκό θηλαστικό) δίνω τον μαστό μου σε βρέφος, για να πιει γάλα και κατ' επέκτ. διανύω την περίοδο του θηλασμού: ~ει το μωρό της. Η γάτα ~ει τα μικρά της. ~ουσες μητέρες. 2. (για βρέφη και νεογνά θηλαστικά) ρουφώ γάλα από τη θηλή του μαστού: Στην αρχή το παιδί ~ει κάθε τρεις ώρες. Πβ. βυζαίνω. [< αρχ. θηλάζω]
20683θηλαίος, α, ο [θηλαῖος] θη-λαί-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τη θηλή μαστού: ~ος: πόρος. ~α: άλως. [< μτγν. θηλαῖος, γαλλ. thélial]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.