| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20653 | θέσφατο | θέ-σφα-το ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άτου} 1. ό,τι γίνεται δεκτό με σεβασμό και χωρίς αμφισβήτηση ή κριτική διάθεση· κατ’ επέκτ. κανόνας, αξίωμα: ιδεολογικό/πολιτικό ~. Ιερά ~α. Πβ. δόγμα.|| (αρνητ. συνυποδ.) Επειδή το λέει η επιτροπή δεν είναι και ~. Έχουν αναγάγει αυθαίρετες θεωρίες σε επιστημονικά ~α. Στην έρευνα δεν υπάρχουν ~α. 2. ΑΡΧ. {συνήθ. στον πληθ.} θεϊκός λόγος, χρησμός: τα ~α του δελφικού Απόλλωνα. [< αρχ. θέσφατα (τα)] | |
| 20655 | θετικισμός | θε-τι-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία σύμφωνα με την οποία η γνώση πρέπει να βασίζεται στην παρατήρηση του αισθητού κόσμου, όπως αυτός μελετάται από τις θετικές επιστήμες, και όχι σε μεταφυσικές ερμηνείες: λογικός/μαρξιστικός/νομικός ~. Βλ. εμπειρισμός, επιστημολογία, -ισμός, νεο~. ΣΥΝ. θετική φιλοσοφία [< γαλλ. positivisme, αγγλ. logical positivism, 1931] | |
| 20656 | θετικιστής, θετικίστρια | θε-τι-κι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): οπαδός του θετικισμού: άκρως/αμιγώς ~. Λογικός ~.|| (ως επίθ.) ~ής: φιλόσοφος (= θετικός). Βλ. εμπειριστής. [< γαλλ. positiviste] | |
| 20657 | θετικιστικός | , ή, ό θε-τι-κι-στι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τον θετικισμό: ~ός: λόγος/ορθολογισμός. ~ή: αντίληψη/θεώρηση/σκέψη. ~ό: αξίωμα/πνεύμα/πρότυπο. Βλ. -ιστικός1. ● επίρρ.: θετικιστικά [< γαλλ. positiviste] | |
| 20658 | θετικός | , ή, ό θε-τι-κός επίθ. 1. ευνοϊκός, καλός: ~ός: αντίκτυπος/απόηχος/απολογισμός/οιωνός/παράγοντας/ρόλος. ~ή: αλλαγή/ανταπόκριση/αντίδραση/αντιμετώπιση/αξιολόγηση/απήχηση/αποτίμηση/άποψη/ατμόσφαιρα/γνωμοδότηση/εικόνα/έκβαση (πβ. αίσια)/έκθεση (προόδου)/εντύπωση/επιρροή/κριτική/παρουσία/πορεία/πρόβλεψη (ΑΝΤ. δυσοίωνη)/συμβολή/υποδοχή. ~ό: βήμα/γεγονός/μήνυμα/ξεκίνημα. ~οί: χειρισμοί. ~ές: εκτιμήσεις/ενδείξεις/εξελίξεις/επιδράσεις/προοπτικές/συνέπειες. ~ά: πρότυπα/συμπεράσματα/συναισθήματα/σχόλια. Τα ~ά σημεία του νομοσχεδίου. Ήταν ~ή η εισήγηση για την επαναλειτουργία της σχολής. Η συνάντηση έγινε σε ~ό κλίμα. Είναι πολύ ~ό το γεγονός ότι … Βλέπει πάντα τη ~ή πλευρά των πραγμάτων. Είναι ~ στο ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης (πβ. ανοιχτός). ΑΝΤ. δυσμενής.|| (ως ουσ.) Δεν βρίσκω κανένα/τίποτε ~ό σε αυτήν την κατάσταση (πβ. ευχάριστο, ωφέλιμο).|| ~ή: διάθεση/σκέψη/στάση ζωής/ψυχολογία (: κλάδος με αντικείμενο την έρευνα και την προώθηση της θετικότητας και της ευημερίας του ανθρώπου). Πβ. αισιόδοξος. ΑΝΤ. αρνητικός (1) 2. καταφατικός: ~ή: απάντηση/ψήφος. Στην πρόταση που τους κάναμε ήταν ~οί (: συμφώνησαν). ΑΝΤ. αρνητικός (2) 3. λογικός, συγκροτημένος: ~ός: άνθρωπος. ~ό: μυαλό (πβ. τετράγωνο)/πνεύμα. Πβ. πρακτικός. ΑΝΤ. θεωρητικός (3) 4. ΜΑΘ. που είναι μεγαλύτερος από το μηδέν (συμβ. +): ~ός: ακέραιος/αριθμός. ~ό: άθροισμα/μέγεθος/πηλίκο.|| (ΦΥΣ.) ~ή: αντίσταση/θερμοκρασία/πίεση/φορά. Κίνηση με ~ή τιμή επιτάχυνσης.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: ρυθμός ανάπτυξης. ~ό: ισοζύγιο. Με ~ό πρόσημο έκλεισε χθες ο Γενικός Δείκτης Τιμών. ΑΝΤ. αρνητικός (3) 5. ΦΥΣ. που σχετίζεται με έλλειψη ηλεκτρονίων: ~ός: πόλος (μπαταρίας). ~ό: ηλεκτρόδιο (= άνοδος)/ιόν/(ηλεκτρικό) φορτίο. Βλ. ηλεκτρο~. ΑΝΤ. αρνητικός (4) 6. ΙΑΤΡ. στον οποίο ανιχνεύεται ουσία ή στοιχείο: ~ό: δείγμα. ~ές: αναλύσεις. Ρέζους ~ό. Τα αποτελέσματα (της εξέτασης) ήταν ~ά. Το τεστ εγκυμοσύνης βγήκε ~ό.|| (για πρόσ.) ~ στο αλκοτέστ/στον έλεγχο ντόπινγκ/στον ιό/στη χρήση απαγορευμένων ουσιών. Βλ. οροθετικός2. ΑΝΤ. αρνητικός (5) 7. (κυρ. στον δημοσιογραφικό λόγο) έγκυρος, βέβαιος: ~ή: γνώση. Σύμφωνα με ~ές πηγές/πληροφορίες… Το έχω ~ό (= δεδομένο, σίγουρο) ότι… Δεν έχουμε ~ά (πβ. ασφαλή, σαφή, συγκεκριμένα) στοιχεία σχετικά με ... Πβ. αδιαμφισβήτητος, βάσιμος, εξακριβωμένος. ΑΝΤ. ανεξακρίβωτος, ανεπιβεβαίωτος 8. ΦΩΤΟΓΡ. για είδωλο που παράγεται από το αρνητικό φιλμ και είναι πανομοιότυπο με το πρωτότυπο. ● επίρρ.: θετικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: θετικά μαθήματα: που αφορούν τη διδασκαλία των θετικών επιστημών. Βλ. θεωρητικά, τεχνολογικά μαθήματα., θετικές επιστήμες: τα μαθηματικά, η φυσική, η χημεία, η βιολογία και οι κλάδοι τους. Πβ. φυσικές επιστήμες. Βλ. ανθρωπιστικές, θεωρητικές επιστήμες., θετική δράση: ΠΟΛΙΤ. μέτρο που αφορά κυρ. γυναίκες ή/και μειονοτικές ομάδες με στόχο την ίση μεταχείριση και ειδικότ. τις ίσες ευκαιρίες στην εργασία και την παιδεία. [< αγγλ. affirmative action, 1935] , θετική φιλοσοφία: ΦΙΛΟΣ. θετικισμός., θετικός βαθμός: ΓΡΑΜΜ. ο αρχικός βαθμός επιθέτων και επιρρημάτων που χαρακτηρίζει το προσδιοριζόμενο, χωρίς να το συγκρίνει με άλλα. Βλ. παραθετικά, συγκριτικός, υπερθετικός βαθμός., θετικός φιλόσοφος: θετικιστής., gram θετικός βλ. γκραμ, αρνητική/θετική ενέργεια βλ. ενέργεια, θετική ανάδραση βλ. ανάδραση, θετική διάκριση βλ. διάκριση, θετική/θεωρητική/τεχνολογική κατεύθυνση βλ. κατεύθυνση, θετικό δίκαιο βλ. δίκαιο [< αρχ. θετικός 4,5,6,8: γαλλ. positif, αγγλ. positive] | |
| 20659 | θετικότητα | θε-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) θετική διάθεση: Αντιμετωπίζει με ~ τα προβλήματα της ζωής. Πβ. αισιοδοξία. ΑΝΤ αρνητικότητα 2. ΙΑΤΡ. ανίχνευση στοιχείου σε ουσία ή στον οργανισμό μετά από ανάλυση: ~ του δείγματος/του τεστ. Δείκτης ~ας. 3. (λόγ.) βασιμότητα, ακρίβεια: η ~ των πληροφοριών. Πβ. εγκυρότητα. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. positivité] | |
| 20660 | θετός | , ή, ό θε-τός επίθ. 1. που έχει υιοθετήσει ή συνηθέστ. έχει υιοθετηθεί: ~ός: πατέρας. ~ή: μητέρα/οικογένεια. ~οί: γονείς. Βλ. ανάδοχος.|| ~ός: γιος. ~ή: κόρη. ~ό: παιδί (πβ. ψυχοπαίδι)/τέκνο. Πβ. υιοθετημένος. Βλ. έκθετο. ΑΝΤ. βιολογικός (4), φυσικός (6) 2. ΝΟΜ. που έχει θεσπιστεί, καθιερωθεί: ~ός: κανόνας/νόμος. ~ό: δίκαιο. [< αρχ. θετός ‘τοποθετημένος, υιοθετημένος’] | |
| 20662 | θέτω | θέ-τω ρ. (μτβ.) {έθε-σα, θέσω, τέθηκε, τεθεί, θέτ-οντας} (λόγ.): βάζω, τοποθετώ ή υποβάλλω: ~ ένα αίτημα/τις βάσεις για …/ένα ερώτημα/τα θεμέλια για …/κανόνες/τις κατευθύνσεις/κριτήρια/ένα πρόβλημα/προθεσμία σε κάποιον (πβ. καθορίζω, ορίζω)/μια πρόταση (για/προς ψηφοφορία)/τις προϋποθέσεις για …/(ένα) τέλος σε … ~ (κάποιον) σε αργία/διαθεσιμότητα/δοκιμασία/επαγρύπνηση/επιφυλακή/κίνδυνο/ομηρία. ~ κάτι υπό αμφισβήτηση/(δικαστική, νόμιμη) απαγόρευση. ~ κάποιον υπό επιτήρηση/κηδεμονία/την κυριαρχία μου/περιορισμό/προστασία. ~ ένα μέτρο σε εφαρμογή/σε ισχύ. ~ μια υπόθεση στο αρχείο. ~ περιορισμούς/πλαφόν σε κάτι. ~σε βέτο/όρους/τον εαυτό του στη διάθεση της Δικαιοσύνης. ~ κάτι σε αχρηστία (= το αχρηστεύω). Ένας τραυματισμός τον ~σε εκτός μάχης/παιχνιδιού. ~σαν το κίνημα εκτός νόμου. Οι πυροσβέστες κατάφεραν να θέσουν υπό έλεγχο τη φωτιά. ~σαν το φάρμακο εκτός κυκλοφορίας (= το απέσυραν). Έχουν θέσει σε λειτουργία τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής. Έχει θέσει σκοπό/(ως) στόχο της ζωής της να ... Τον έχουν θέσει/τέθηκε εκτός ... (= τον έχουν απομακρύνει, περιθωριοποιήσει). Μας έχουν θέσει αντιμέτωπους με ηθικά διλήμματα. Για να το θέσω (πιο) απλά, ... Πρέπει να θέσεις προτεραιότητες στη ζωή σου (= να βάλεις). Σκοπεύει να θέσει υποψηφιότητα για τη θέση του δημάρχου. Βλ. αντι~, δια~, εκ~, μετα~, παρα~. ● ΦΡ.: θέτω (κάτι) υπόψη (κάποιου) (λόγ.): του το γνωστοποιώ: Έθεσαν ~ του υπουργού τα ζητήματα που απασχολούν τον κλάδο τους. Πβ. επισημαίνω., θέτω επί ποδός (λόγ.): κινητοποιώ., θέτω θέμα/ζήτημα: το κοινοποιώ, το εκθέτω, για να συζητηθεί ή/και να επιλυθεί: ~ουν θέμα ηγεσίας (πβ. εγείρω, προβάλλω). Οι μαθητές ~σαν πολλά θέματα στον δήμαρχο. Έχουμε θέσει το ζήτημα στο τραπέζι των συζητήσεων., θέτω κάποιον προ των ευθυνών (του) (λόγ.): τον καλώ να αναλάβει τις ευθύνες του: Η αντιπολίτευση έθεσε την κυβέρνηση ~ ~ της., θέτω/βάζω κατά μέρος: αφήνω στην άκρη αντιρρήσεις ή διαφωνίες: Έθεσαν/έβαλαν ~ ~ τις διαφορές τους (= τις παραμέρισαν) και ένωσαν τις δυνάμεις τους., θέτω/βάζω/τοποθετώ τον πήχη (πολύ) ψηλά: ορίζω υψηλούς στόχους. [πβ. γαλλ. placer la barre trop haut] , βάζω/θέτω τη σφραγίδα μου, βλ. σφραγίδα, βάζει/δίνει/θέτει τέλος/τέρμα στη ζωή του βλ. ζωή, θέτω εν αμφιβόλω βλ. αμφίβολος, θέτω επί τάπητος βλ. τάπητας, θέτω σε κυκλοφορία βλ. κυκλοφορία, θέτω τον δάκτυλον εις/επί τον τύπον των ήλων βλ. ήλος, θέτω/βάζω σε ενέργεια βλ. ενέργεια, θέτω/βάζω σε κίνηση βλ. κίνηση ● βλ. τίθεμαι [< μεσν. θέτω] | |
| 20663 | θεώμαι | [θεῶμαι] θε-ώ-μαι ρ. (μτβ.) {θεά-ται} (λόγ.): βλέπω, παρατηρώ και κατ' επέκτ. αντιλαμβάνομαι: Ο πιστός ~ται τον Θεό ως δημιουργό του κόσμου. ● εθεάθη {κ. θεάθηκε, θεαθεί}: (κυρ. στον δημοσιογραφικό λόγο) τον είδαν, έγινε αντιληπτός: Ο ύποπτος ~ να περιφέρεται στους γύρω δρόμους. ~ σε τρυφερό τετ-α-τετ με τη συμπρωταγωνίστριά του. [< αρχ. θεῶμαι] | |
| 20664 | θεωρείο | [θεωρεῖο] θε-ω-ρεί-ο ουσ. (ουδ.): υπερυψωμένος χώρος με καθίσματα συνήθ. σε αίθουσες θεαμάτων, εκδηλώσεων ή συνεδριάσεων: πλαϊνά ~α. Το ~ του θεάτρου/του κινηματογράφου/του σταδίου (βλ. αρένα). Έκλεισε θέση στο ~. Παρακολούθησαν την παράσταση από το ~ (πβ. εξώστης. ΑΝΤ. πλατεία).|| Το ~ των δημοσιογράφων/των επισήμων/των επισκεπτών. Τα ~α της Βουλής (βλ. έδρανα). Βλ. εξέδρα, μπαλκόνι. [< μτγν. θεωρεῖον ‘θέση για παρατήρηση’] | |
| 20665 | θεώρημα | θε-ώ-ρη-μα ουσ. (ουδ.): ΜΑΘ. πρόταση που αποτελείται από υπόθεση και συμπέρασμα και πρέπει να αποδειχθεί: ~ της αριθμητικής/της γεωμετρίας. Θεμελιώδες ~ της άλγεβρας. ~ μέσης τιμής. ● ΣΥΜΠΛ.: πυθαγόρειο θεώρημα βλ. πυθαγόρειος [< αρχ. θεώρημα, γαλλ. théorème, αγγλ. theorem] | |
| 20666 | θεωρημένος | , η, ο θε-ω-ρη-μέ-νος επίθ.: που έχει ελεγχθεί ως προς τη γνησιότητα ή την εγκυρότητά του και φέρει σχετική ένδειξη από αρμόδια Αρχή: ~ος: τιμοκατάλογος/τίτλος σπουδών. ~η: (ιατρική) συνταγή/φωτοτυπία. ~ο: βιβλιάριο/καταστατικό/μπλοκ αποδείξεων. ~η υπεύθυνη δήλωση για το γνήσιο της υπογραφής. ΑΝΤ. αθεώρητος (1) ● βλ. θεωρώ | |
| 20667 | θεώρηση | θε-ώ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) έλεγχος και πιστοποίηση της γνησιότητας ή της εγκυρότητας επίσημου εγγράφου από αρμόδια Αρχή: ~ άδειας οδήγησης/αποδείξεων/βεβαίωσης/βιβλιαρίου υγείας/βιβλίων (εφορίας)/βίζας/διαβατηρίου/εισόδου (στη χώρα)/μισθωτηρίου/συνταγής (φαρμάκων)/(του γνήσιου) της υπογραφής/φορολογικών στοιχείων. Έκδοση/χορήγηση ~ήσεων. 2. (λόγ.) προσέγγιση, εξέταση, προσεκτική μελέτη: ανθρωποκεντρική/γενική/(δι)επιστημονική/ιστορική/κριτική/πολυπρισματική/σύγχρονη/συνολική/συνοπτική/σφαιρική/φιλολογική/ψυχαναλυτική ~. ~ της γλώσσας/της ζωής/του κόσμου/της πραγματικότητας/των πραγμάτων/ενός προβλήματος. ~ήσεις και αναζητήσεις. Εναλλακτικές ~ήσεις για την εκπαίδευση (πβ. οπτική). Η φιλοσοφική ~ του θανάτου. Βλ. ανα~, αντίληψη, ερμηνεία, λογική.|| Τα υπό ~ ζητήματα (πβ. διερεύνηση). [< αρχ. θεώρησις ‘θέαμα’ 1: γαλλ. visa 2: γαλλ. contemplation] | |
| 20668 | θεωρητικολογία | θε-ω-ρη-τι-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): λόγος που περιέχει αοριστίες, γενικότητες, χωρίς να εισέρχεται στην ουσία: ακατάσχετη/απέραντη/άσκοπη/ατελείωτη/ατέρμονη/στείρα/υπερβολική ~. (Ανούσιες) ~ες χωρίς πρακτικό ενδιαφέρον (πβ. θεωρίες). Αναλίσκεται σε ~ες. Πβ. αερολογίες, γενικο-, κενο-, περιττο-λογία, φληναφήματα, φλυαρία. | |
| 20669 | θεωρητικολογώ | [θεωρητικολογῶ] θε-ω-ρη-τι-κο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {θεωρητικολογ-είς ..., -ώντας, | θεωρητικολόγ-ησε, -ήσει}: μιλώ αφηρημένα, θεωρητικά, συνήθ. χωρίς να υπεισέρχομαι στην ουσία του θέματος: Δεν λέει τίποτε καινούργιο, απλά ~εί. ~ούμε για τη μόλυνση του περιβάλλοντος και δεν κάνουμε τίποτα. ~ούν ακατάσχετα. Πβ. αερο-, αοριστο-, γενικο-, περιττο-λογώ, φλυαρώ. | |
| 20670 | θεωρητικοποίηση | θε-ω-ρη-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): εξέταση θέματος από θεωρητική σκοπιά: ~ της εμπειρίας/συζήτησης. Βλ. γενίκευση, διανοητικοποίηση, -ποίηση. [< γαλλ. théorisation, αγγλ. theorization] | |
| 20671 | θεωρητικοποιώ | [θεωρητικοποιῶ] θε-ω-ρη-τι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {θεωρητικοποι-εί, -ώντας | θεωρητικοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: εξετάζω κάτι από θεωρητική σκοπιά, πραγματεύομαι ή ερμηνεύω κάτι, χρησιμοποιώντας αφηρημένους ή θεωρητικούς όρους: Προσπάθησε να ~ήσει τη σχέση μεταξύ ... Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. théoriser, αγγλ. theorize] | |
| 20672 | θεωρητικός | , ή, ό θε-ω-ρη-τι-κός επίθ. 1. που βασίζεται σε διατυπωμένες θεωρίες ή/και υποθέσεις σχετικά με το αν ισχύει κάτι, και όχι σε εφαρμογές: ~ός: λόγος/προβληματισμός/στοχασμός. ~ή: ανάλυση/ανάπτυξη (μεθοδολογίας)/διδασκαλία/εκπαίδευση/εξέταση/επεξεργασία/έρευνα/κατάρτιση/μελέτη/προσέγγιση/σκέψη. ~ό: ζήτημα/μέρος (προγράμματος)/μοντέλο/περιεχόμενο/πλαίσιο/υπόβαθρο (ιδεολογίας). ~οί: όροι. ~ές: ασκήσεις/γνώσεις/έννοιες (πβ. αφηρημένος). ~ά: δεδομένα (ΑΝΤ. εμπειρικά)/εργαλεία/θέματα/κείμενα/μαθήματα (οδήγησης). Το ζήτημα εξετάζεται σε καθαρά ~ή βάση. ~ές και θετικές/τεχνολογικές σπουδές. ΑΝΤ. πρακτικός. Βλ. κοσμο~, μετα~.|| (συνήθ. με κεφαλ. Θ) ~ή Γεωμετρία/Γλωσσολογία/Μηχανική/Πληροφορική/Χημεία. ~ά (πβ. Γενικά) Μαθηματικά. Βλ. εφαρμοσμένος, πειραματικός.|| (κατ' επέκτ., για πρόσ.) ~ός: φυσικός. 2. που βασίζεται σε υποθέσεις και εικασίες, χωρίς να έχει επιβεβαιωθεί στην πράξη· πιθανός: ~ός: αριθμός (πελατών). ~ή: κατάσταση/παραγωγή/πιθανότητα/τιμή. Επιβεβαιώνω έναν ~ό υπολογισμό.|| Υπάρχει το ~ό ενδεχόμενο/ο ~ κίνδυνος να ... ΣΥΝ. υποθετικός (1) ΑΝΤ. πραγματικός (1) 3. που δεν χρησιμοποιεί την πρακτική σκέψη ή δεν στηρίζεται σε αυτή: Είναι ~ άνθρωπος/~ό μυαλό (= άνθρωπος της θεωρίας και όχι της πράξης). ΑΝΤ. θετικός (3) ● Ουσ.: θεωρητικός (ο): θεμελιωτής θεωρίας ή μελετητής και γνώστης των θεωριών επιστήμης ή τέχνης: ~ του δομισμού.|| ~οί της αρχιτεκτονικής/λογοτεχνίας/μουσικής. [< αρχ. θεωρητικός, γαλλ. théoricien, αγγλ. theoretician, theorist] ● επίρρ.: θεωρητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Άποψη που έχει αναλυθεί/αναπτυχθεί/διατυπωθεί ~. Βλ. επί χάρτου. ΣΥΝ. υποθετικά ● ΣΥΜΠΛ.: θεωρητικά μαθήματα 1. που περιλαμβάνουν τη διδασκαλία θεωρητικών επιστημών. Βλ. θετικά, τεχνολογικά μαθήματα. 2. που βασίζονται στην προφορική διδασκαλία, χωρίς εργαστήρια ή πρακτική άσκηση., θεωρητικές επιστήμες: αρχαιολογία, γλωσσολογία, ιστορία, κοινωνικές-πολιτικές επιστήμες, νομική, οικονομία, παιδαγωγικά, φιλολογία, φιλοσοφία, ψυχολογία. Πβ. ανθρωπιστικές επιστήμες. Βλ. θετικές επιστήμες., θετική/θεωρητική/τεχνολογική κατεύθυνση βλ. κατεύθυνση, θεωρητικά (της) Μουσικής βλ. μουσική [< αρχ. θεωρητικός ‘που έχει την τάση να εξετάζει, συλλογιστικός’, γαλλ. théorétique, αγγλ. theoretic(al)] | |
| 20673 | θεωρία | θε-ω-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. (συνήθ. στην επιστήμη) σειρά λογικών συλλογισμών με τους οποίους επιχειρείται η ερμηνεία φαινομένου και οι οποίοι δεν αποτελούν απόλυτη γνώση, αλλά έχουν υποθετικό και κατ' επέκτ. αναιρέσιμο χαρακτήρα· (κατ' επέκτ., με κεφαλ. Θ) ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος που έχει προκύψει από αποδεκτή υπόθεση εργασίας: εναλλακτική/επαναστατική/ουτοπική ~. Αναίρεση/ανασκευή/διατύπωση/επαλήθευση/εφαρμογή/κατάρριψη μιας ~ας. Εισηγητής/θεμελιωτής/θιασώτης/οπαδός/πολέμιος/υποστηρικτής μιας ~ας. Επιστημονικές/κοινωνικές/μαθηματικές/παιδαγωγικές/πολιτικές/φιλοσοφικές ~ες. Αναπτύσσω/διατυπώνω/υιοθετώ μια ~. ~ και έρευνα. ~ σύμφωνα με την οποία … Βλ. μετα~.|| (ειδικότ.) Η ατομική ~ του Δημόκριτου. Η δαρβινική/εξελικτική ~ (/η ~ της εξέλιξης των ειδών). Η πλατωνική ~ των ιδεών. Η αριστοτελική ~ του ήθους (/η ηθική ~ του Αριστοτέλη)/της μεσότητας. Η μαρξιστική ~.|| Ηλεκτρομαγνητική/κβαντική ~. ~ες του Δικαίου/της μάθησης/της συμπεριφοράς/του χάους/της Χημείας. (Νέες/πρόσφατες) ~ες για την/σχετικά με την προέλευση του Σύμπαντος. Βλ. αξίωμα, θεώρημα, νόμος. 2. (ειδικότ.) σύνολο κανόνων και βασικών αρχών κατ' αντίθεση προς την πρακτική και την εμπειρία· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο κείμενο που πρέπει να μελετήσει μαθητής ή σπουδαστής: ~ και εφαρμογές.|| Ερωτήσεις/θέματα ~ας. Διαβάζω/μαθαίνω απ' έξω τη ~. 3. (κ. με κεφαλ. Θ) εξέταση γνωστικού αντικειμένου και διατύπωση βασικών αρχών· συνεκδ. ο αντίστοιχος κλάδος ή/και το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα: ~ της τέχνης/μουσικής (= θεωρητικά). Αρχές Οικονομικής Θ~ας. Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θ~ας της Επιστήμης. 4. (προφ.) προσωπική άποψη η οποία δεν είναι κατ' ανάγκη ορθή και αληθινή: Έχω τη δική μου ~ για/σχετικά με ό,τι έγινε. Αυτά που ισχυρίζεσαι/λες είναι απλή/καθαρή/σκέτη ~ (= δεν είναι εξακριβωμένα, επιβεβαιωμένα). Άσε τις ~ες και έλα στην πράξη/στο προκείμενο (: τις αερολογίες, τις (αμπελο)φιλοσοφίες, τις ασυναρτησίες). Βλ. βιο~, κοσμο~. ● ΣΥΜΠΛ.: ενοποιημένη θεωρία (πεδίων) βλ. ενοποιημένος, θεωρία (της) συνωμοσίας βλ. συνωμοσία, θεωρία (των) αριθμών βλ. αριθμός, θεωρία (των) παιγνίων βλ. παίγνιο, Θεωρία (των) Πιθανοτήτων βλ. πιθανότητα, θεωρία της απόφασης βλ. απόφαση, θεωρία της λογοτεχνίας βλ. λογοτεχνία, θεωρία της σχετικότητας βλ. σχετικότητα, θεωρία του ντόμινο βλ. ντόμινο, θεωρία των ζωνών βλ. ζώνη, θεωρία των υπερχορδών βλ. υπερχορδές, θεωρία των χορδών βλ. χορδή ● ΦΡ.: στη θεωρία: σε θεωρητικό επίπεδο. Πβ. στα λόγια. ΑΝΤ. στην πράξη [< αρχ. θεωρία ‘θέαση στοχασμός, θεωρητική εξέταση’, γαλλ. théorie, γερμ. Theorie, αγγλ. theory] | |
| 20674 | θεωρός | θε-ω-ρός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): παρατηρητής, θεατής: ~ του κόσμου. [< αρχ. θεωρός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ