Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [21520-21540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20675θεωρώ[θεωρῶ] θε-ω-ρώ ρ. (μτβ.) {θεωρ-είς ..., -ώντας | θεώρ-ησα, -ήσω, -είται, γ' πρόσ. παρατ. -ούνταν (συχνότ. λόγ.) εθεωρείτο, θεωρ-ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. έχω συγκεκριμένη άποψη για κάτι ή κάποιον: ~ (ότι/πως είναι) άδικο/ανάγκη/λάθος/σωστό. ~εί (ως) υποχρέωσή του να … Το ~ αγένεια να ... Τον ~ έξυπνο/εχθρό. Το δικαστήριο ~ησε (= έκρινε) ότι ο μάρτυρας είναι αναξιόπιστος. Η πλειοψηφία/ένα μεγάλο ποσοστό των πολιτών ~εί ότι ... ~είται (= λογαριάζεται, λογίζεται ως) ο καλύτερος στον τομέα του. (: αποφυγή έκφρασης προσωπικής άποψης) ~είται η (σπανιότ. ως η) σημαντικότερη πλουτοπαραγωγική πηγή της χώρας. Σχετική προϋπηρεσία θα ~ηθεί (= εκληφθεί ως) προσόν. Ο ~ούμενος (= φερόμενος ως) εγκέφαλος της ληστείας ... Βλ. παρα~.|| (ως έκφρ. απογοήτευσης:) Κρίμα, και σε ~ούσα/κι εγώ (που) σε ~ούσα φίλο μου! Πβ. νομίζω, πιστεύω. 2. κάνω θεώρηση ή προσκομίζω κάτι για αυτόν τον σκοπό: ~ άδεια (οδήγησης)/βιβλία εφορίας/βιβλιάριο (ασθενείας)/βίζα/εισιτήριο/ένταλμα (πληρωμής)/πιστοποιητικό/συνταγή (φαρμάκου). ~ήθηκε το γνήσιο της υπογραφής του. 3. εξετάζω κάτι πραγματικό ή υποθετικό: Ας ~ήσουμε το πρόβλημα από την πρακτική του πλευρά. Βλ. ανα~.|| Ας ~ήσουμε ένα τετράγωνο/τρίγωνο με τα εξής στοιχεία ... ● βλ. θεωρημένος [< 1: αρχ. θεωρῶ 2: γαλλ. viser 3: γαλλ. réviser]
20676θέωσηθέ-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΘΕΟΛ. ένωση του ανθρώπου με τον Θεό: η πορεία προς τη ~. [< μτγν. θέωσις ‘θεοποίηση, αποθέωση’]
20677θηβαϊκός, ή, ό θη-βα-ϊ-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Θήβα ή/και τους Θηβαίους. ● ΣΥΜΠΛ.: θηβαϊκός κύκλος: ΑΡΧ. η ιστορία της μυθικής οικογένειας των Λαβδακιδών και τα θεατρικά έργα που αναφέρονται σε αυτήν. [< αρχ. Θηβαϊκός]
20678Θηβαίος, Θηβαία[Θηβαῖος] Θη-βαί-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Θήβα. [< αρχ. Θηβαῖος]
20679θηκάριθη-κά-ρι ουσ. (ουδ.) 1. (λαϊκό) θήκη μαχαιριού, σπαθιού ή μικρού όπλου. 2. ΙΑΤΡ. σωληνοειδής θήκη ή προστατευτικό περίβλημα γύρω από όργανα. ● ΦΡ.: βγήκαν τα μαχαίρια (από τα θηκάρια)/βγήκαν τα κουμπούρια βλ. μαχαίρι [< 1: μεσν. θηκάρι(ν)]
20680θήκηθή-κη ουσ. (θηλ.) 1. ειδική κατασκευή, συνήθ. μικρού μεγέθους, για φύλαξη ή μεταφορά αντικειμένων: αδιάβροχη/ανθεκτική/δερμάτινη/πλαστική/προστατευτική ~. ~ γυαλιών/κιθάρας/κινητού/παπουτσιών (= παπουτσο~)/φωτογραφικής μηχανής. ~ (= κουτί) εργαλείων. ~ για σιντί. Χάρτινη ~ για αβγά (= καρτέλα). Βλ. βιβλιο~. 2. ΙΑΤΡ. στεφάνη. Βλ. γέφυρα. ΣΥΝ. κορόνα (2) ● Υποκ.: θηκούλα (η) [< 1: αρχ. θήκη 2: γαλλ. alvéole]
20682θηλάζωθη-λά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {θήλασα, μτχ. θηλάζ-ουσα} 1. (για γυναίκα ή θηλυκό θηλαστικό) δίνω τον μαστό μου σε βρέφος, για να πιει γάλα και κατ' επέκτ. διανύω την περίοδο του θηλασμού: ~ει το μωρό της. Η γάτα ~ει τα μικρά της. ~ουσες μητέρες. 2. (για βρέφη και νεογνά θηλαστικά) ρουφώ γάλα από τη θηλή του μαστού: Στην αρχή το παιδί ~ει κάθε τρεις ώρες. Πβ. βυζαίνω. [< αρχ. θηλάζω]
20683θηλαίος, α, ο [θηλαῖος] θη-λαί-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τη θηλή μαστού: ~ος: πόρος. ~α: άλως. [< μτγν. θηλαῖος, γαλλ. thélial]
20684θηλασμόςθη-λα-σμός ουσ. (αρσ.) & θήλασμα (το): διατροφή βρέφους με γάλα από τη θηλή του μαστού· κατ' επέκτ. πιπίλισμα: ο ~ του μωρού. Πβ. γαλουχία. Βλ. απογαλακτισμός, απο~.|| Τεχνητός ~ κουταβιών (: με μπιμπερό).|| ~ του δακτύλου. ΣΥΝ. βύζαγμα (1) ● ΣΥΜΠΛ.: αποκλειστικός (μητρικός) θηλασμός: σίτιση βρέφους μόνο με μητρικό γάλα, χωρίς συμπληρώματα από άλλη υγρή ή στερεή τροφή, συνήθ. κατά τους πρώτους έξι μήνες της ζωής του. [< μτγν. θηλασμός]
20685θηλαστικόθη-λα-στι-κό ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. κάθε ζώο της ομοταξίας των σπονδυλωτών με κύριο χαρακτηριστικό την παρουσία μαστών στα θηλυκά για το θηλασμό των μικρών: εντομοφάγο/μαρσιποφόρο (βλ. καγκουρό)/νυκτόβιο/σαρκοφάγο/υδρόβιο/φυτοφάγο ~. Θαλάσσια (βλ. δελφίνι, φάλαινα)/πρωτεύοντα (βλ. πίθηκος)/χερσαία (βλ. αγελάδα, αλεπού, αρκούδα, λύκος) ~ά. ΣΥΝ. μαστοφόρα.|| Ο άνθρωπος ανήκει στα ανώτερα ~ά. [< γαλλ. les mammifères, γερμ. Säugetiere]
20686θηλαστικός, ή, ό θη-λα-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον θηλασμό: ~ή: μηχανή. ~ές κινήσεις (του μωρού).|| (ΑΝΑΤ.) ~ός: αδένας.|| (ΖΩΟΛ.) ~ό: ζώο. [< γαλλ. mammifère, αγγλ. mammal]
20687θήλαστροθή-λα-στρο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): συσκευή με την οποία λαμβάνεται το γάλα από τη θηλή συνήθ. σε περίπτωση προβλήματος θηλασμού: ηλεκτρικό/χειροκίνητο ~. ~ με αντλία. Βλ. -τρο. [< γαλλ. téterelle]
20688θηλειάβλ. θηλιά
20689θηλήθη-λή ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. η σαρκώδης προεξοχή στο κέντρο του μαστού και γενικότ. οτιδήποτε έχει το σχήμα της: οι ~ές του στήθους.|| Σύγχυση ~ών (: σε βρέφη που δοκιμάζουν μπιμπερό και πιπίλα ανάμεσα στην τέταρτη και έκτη εβδομάδα της ζωής τους). Πβ. ρώγα.|| ~ μπιμπερό/πιπίλας.|| ~ της τρίχας. Νεφρική/οδοντική/οπτική ~. 2. ΒΟΤ. κάθε απόφυση στα πέταλα των λουλουδιών και τα φύλλα: κάκτος με ~ές. [< 1: αρχ. θηλή]
20690θηλιάθη-λιά ουσ. (θηλ.) & θηλειά & (λαϊκό) θελιά 1. ειδικό δέσιμο σε σχήμα κύκλου που μικραίνει και σφίγγει όσο το τραβά κανείς και κατ' επέκτ. η αντίστοιχη παγίδα για πουλιά και μικρά ζώα: διπλή/ελαστική ~. ~ από κλωστή/κορδόνι/σπάγγο/σύρμα/σχοινί/ύφασμα. Σφίξιμο ~ιάς. Πιάστηκε στη ~. Η ~ της κρεμάλας. Πβ. αγχόνη, βρόχος.|| (μτφ.) Σφίγγει η ~ γύρω από το(ν) λαιμό τους (πβ. κλοιός). 2. πόντος σε πλεκτό ή είδος κουμπότρυπας. 3. (σπάν.) κάθε κενό στο πλέγμα ενός διχτυού. Πβ. μάτι. ● ΦΡ.: βάζω το μαχαίρι/τη θηλιά στο(ν) λαιμό κάποιου βλ. λαιμός [< μεσν. θηλεά]
20691θηλοειδής, ής, ές θη-λο-ει-δής επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που το σχήμα του μοιάζει με θηλή: οι ~είς μύες της καρδιάς. Πβ. θηλώδης. Βλ. -ειδής. [< μτγν. θηλοειδής]
20692θήλυ[θῆλυ] θή-λυ ουσ. (ουδ.) (επίσ.): γυναικείο φύλο: (συνήθ. σε αιτήσεις, ερωτηματολόγια) φύλο: ~. ΑΝΤ. άρρεν ● βλ. θήλυς [< αρχ. θῆλυ]
20694θηλυκοποιείται[θηλυκοποιεῖται] θη-λυ-κο-ποι-εί-ται ρ. 1. παρουσιάζει γενετικές ανωμαλίες, οι οποίες οφείλονται σε χημικές ουσίες του περιβάλλοντος που δρουν ως θηλυκές ορμόνες. 2. (κατ' επέκτ., για άνδρα) αποκτά θηλυπρεπή συμπεριφορά. Πβ. εκθηλύνω. [< γαλλ. féminiser]
20695θηλυκοποίησηθη-λυ-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. γενετική αλλοίωση και ειδικότ. συγγενείς ανωμαλίες του ανδρικού και του γυναικείου γεννητικού συστήματος, που οφείλονται σε χημικές ουσίες που επιδρούν στο σώμα, όπως τα οιστρογόνα: ~ και μείωση της γονιμότητας. Βλ. κρυψορχία, υποσπαδίας.|| (κατ' επέκτ.) ~ του περιβάλλοντος (: αύξηση των χημικών ουσιών εκείνων που το ανθρώπινο σώμα αναγνωρίζει και εκλαμβάνει ως θηλυκές ορμόνες). 2. (κατ' επέκτ., για αρσενικά) απόκτηση θηλυκών χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων: ~ στη συμπεριφορά του άνδρα. Πβ. εκθήλυνση. Βλ. θηλυπρέπεια. 3. αύξηση του αριθμού των γυναικών: ~ του πληθυσμού.|| (μτφ.) ~ της φτώχειας (: οι γυναίκες πλήττονται περισσότερο από αυτή). Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. féminisation]
20696θηλυκός, ή/ιά, ό θη-λυ-κός επίθ. ΑΝΤ. αρσενικός 1. ΒΙΟΛ. που ανήκει στο φύλο που παράγει κύτταρα, τα οποία μπορούν να γονιμοποιηθούν: ~ό: παιδί (= κορίτσι). Πβ. θήλυ.|| ~ή: φάλαινα.|| ~ός: γαμέτης (= ωάριο). ~ές: ορμόνες.|| (ΒΟΤ.) Το ~ό αναπαραγωγικό όργανο του άνθους (= ύπερος). 2. γυναικείος: ~ός: εγκέφαλος. ~ή: φύση.|| ~ή: γοητεία/εμφάνιση. 3. (για αντικείμενο) που φέρει υποδοχή στην οποία προσαρμόζεται η προεξοχή άλλου αντικειμένου: ~ή: κόπιτσα/πρίζα. ~ό: βύσμα/καλώδιο/φις. 4. ΓΡΑΜΜ. θηλυκού γένους: ~ά: επίθετα/ουσιαστικά. ● Ουσ.: θηλυκό (το) ΑΝΤ. αρσενικό 1. άνθρωπος ή ζώο θηλυκού γένους· κατ' επέκτ. το γυναικείο φύλο. 2. (προφ.) γυναίκα, κορίτσι: ατίθασο/πονηρό ~. Βλ. -θήλυκο. 3. (προφ.) γυναίκα με έντονη θηλυκότητα: πραγματικό/φοβερό ~. Πβ. γκόμενα, γυναικάρα. 4. ΓΡΑΜΜ. όνομα θηλυκού γένους: οι καταλήξεις των ~ών. ● ΣΥΜΠΛ.: θηλυκό γένος 1. ΓΡΑΜΜ. το γένος των ονομάτων με άρθρο "η". 2. (μτφ.) οτιδήποτε αναφέρεται στις γυναίκες ή αποδίδεται σε αυτές: ασχολία ~ού ~ους/γένους θηλυκού., γυναικείο/θηλυκό μυαλό βλ. μυαλό, η αιώνια γυναίκα/το αιώνιο θηλυκό βλ. αιώνιος ● ΦΡ.: ούτε θηλυκή/θηλυκιά γάτα (προφ.): καμιά γυναίκα: Δεν αφήνει/δεν του ξεφεύγει ~ ~! (: για άντρα που φλερτάρει οποιαδήποτε). [< 1: αρχ. θηλυκός 2,4: μτγν. θηλυκός 3: γαλλ. femelle]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.