| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20682 | θηλάζω | θη-λά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {θήλασα, μτχ. θηλάζ-ουσα} 1. (για γυναίκα ή θηλυκό θηλαστικό) δίνω τον μαστό μου σε βρέφος, για να πιει γάλα και κατ' επέκτ. διανύω την περίοδο του θηλασμού: ~ει το μωρό της. Η γάτα ~ει τα μικρά της. ~ουσες μητέρες. 2. (για βρέφη και νεογνά θηλαστικά) ρουφώ γάλα από τη θηλή του μαστού: Στην αρχή το παιδί ~ει κάθε τρεις ώρες. Πβ. βυζαίνω. [< αρχ. θηλάζω] | |
| 20683 | θηλαίος | , α, ο [θηλαῖος] θη-λαί-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τη θηλή μαστού: ~ος: πόρος. ~α: άλως. [< μτγν. θηλαῖος, γαλλ. thélial] | |
| 20684 | θηλασμός | θη-λα-σμός ουσ. (αρσ.) & θήλασμα (το): διατροφή βρέφους με γάλα από τη θηλή του μαστού· κατ' επέκτ. πιπίλισμα: ο ~ του μωρού. Πβ. γαλουχία. Βλ. απογαλακτισμός, απο~.|| Τεχνητός ~ κουταβιών (: με μπιμπερό).|| ~ του δακτύλου. ΣΥΝ. βύζαγμα (1) ● ΣΥΜΠΛ.: αποκλειστικός (μητρικός) θηλασμός: σίτιση βρέφους μόνο με μητρικό γάλα, χωρίς συμπληρώματα από άλλη υγρή ή στερεή τροφή, συνήθ. κατά τους πρώτους έξι μήνες της ζωής του. [< μτγν. θηλασμός] | |
| 20685 | θηλαστικό | θη-λα-στι-κό ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. κάθε ζώο της ομοταξίας των σπονδυλωτών με κύριο χαρακτηριστικό την παρουσία μαστών στα θηλυκά για το θηλασμό των μικρών: εντομοφάγο/μαρσιποφόρο (βλ. καγκουρό)/νυκτόβιο/σαρκοφάγο/υδρόβιο/φυτοφάγο ~. Θαλάσσια (βλ. δελφίνι, φάλαινα)/πρωτεύοντα (βλ. πίθηκος)/χερσαία (βλ. αγελάδα, αλεπού, αρκούδα, λύκος) ~ά. ΣΥΝ. μαστοφόρα.|| Ο άνθρωπος ανήκει στα ανώτερα ~ά. [< γαλλ. les mammifères, γερμ. Säugetiere] | |
| 20686 | θηλαστικός | , ή, ό θη-λα-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον θηλασμό: ~ή: μηχανή. ~ές κινήσεις (του μωρού).|| (ΑΝΑΤ.) ~ός: αδένας.|| (ΖΩΟΛ.) ~ό: ζώο. [< γαλλ. mammifère, αγγλ. mammal] | |
| 20687 | θήλαστρο | θή-λα-στρο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): συσκευή με την οποία λαμβάνεται το γάλα από τη θηλή συνήθ. σε περίπτωση προβλήματος θηλασμού: ηλεκτρικό/χειροκίνητο ~. ~ με αντλία. Βλ. -τρο. [< γαλλ. téterelle] | |
| 20688 | θηλειά | βλ. θηλιά | |
| 20689 | θηλή | θη-λή ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. η σαρκώδης προεξοχή στο κέντρο του μαστού και γενικότ. οτιδήποτε έχει το σχήμα της: οι ~ές του στήθους.|| Σύγχυση ~ών (: σε βρέφη που δοκιμάζουν μπιμπερό και πιπίλα ανάμεσα στην τέταρτη και έκτη εβδομάδα της ζωής τους). Πβ. ρώγα.|| ~ μπιμπερό/πιπίλας.|| ~ της τρίχας. Νεφρική/οδοντική/οπτική ~. 2. ΒΟΤ. κάθε απόφυση στα πέταλα των λουλουδιών και τα φύλλα: κάκτος με ~ές. [< 1: αρχ. θηλή] | |
| 20690 | θηλιά | θη-λιά ουσ. (θηλ.) & θηλειά & (λαϊκό) θελιά 1. ειδικό δέσιμο σε σχήμα κύκλου που μικραίνει και σφίγγει όσο το τραβά κανείς και κατ' επέκτ. η αντίστοιχη παγίδα για πουλιά και μικρά ζώα: διπλή/ελαστική ~. ~ από κλωστή/κορδόνι/σπάγγο/σύρμα/σχοινί/ύφασμα. Σφίξιμο ~ιάς. Πιάστηκε στη ~. Η ~ της κρεμάλας. Πβ. αγχόνη, βρόχος.|| (μτφ.) Σφίγγει η ~ γύρω από το(ν) λαιμό τους (πβ. κλοιός). 2. πόντος σε πλεκτό ή είδος κουμπότρυπας. 3. (σπάν.) κάθε κενό στο πλέγμα ενός διχτυού. Πβ. μάτι. ● ΦΡ.: βάζω το μαχαίρι/τη θηλιά στο(ν) λαιμό κάποιου βλ. λαιμός [< μεσν. θηλεά] | |
| 20691 | θηλοειδής | , ής, ές θη-λο-ει-δής επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που το σχήμα του μοιάζει με θηλή: οι ~είς μύες της καρδιάς. Πβ. θηλώδης. Βλ. -ειδής. [< μτγν. θηλοειδής] | |
| 20692 | θήλυ | [θῆλυ] θή-λυ ουσ. (ουδ.) (επίσ.): γυναικείο φύλο: (συνήθ. σε αιτήσεις, ερωτηματολόγια) φύλο: ~. ΑΝΤ. άρρεν ● βλ. θήλυς [< αρχ. θῆλυ] | |
| 20694 | θηλυκοποιείται | [θηλυκοποιεῖται] θη-λυ-κο-ποι-εί-ται ρ. 1. παρουσιάζει γενετικές ανωμαλίες, οι οποίες οφείλονται σε χημικές ουσίες του περιβάλλοντος που δρουν ως θηλυκές ορμόνες. 2. (κατ' επέκτ., για άνδρα) αποκτά θηλυπρεπή συμπεριφορά. Πβ. εκθηλύνω. [< γαλλ. féminiser] | |
| 20695 | θηλυκοποίηση | θη-λυ-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. γενετική αλλοίωση και ειδικότ. συγγενείς ανωμαλίες του ανδρικού και του γυναικείου γεννητικού συστήματος, που οφείλονται σε χημικές ουσίες που επιδρούν στο σώμα, όπως τα οιστρογόνα: ~ και μείωση της γονιμότητας. Βλ. κρυψορχία, υποσπαδίας.|| (κατ' επέκτ.) ~ του περιβάλλοντος (: αύξηση των χημικών ουσιών εκείνων που το ανθρώπινο σώμα αναγνωρίζει και εκλαμβάνει ως θηλυκές ορμόνες). 2. (κατ' επέκτ., για αρσενικά) απόκτηση θηλυκών χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων: ~ στη συμπεριφορά του άνδρα. Πβ. εκθήλυνση. Βλ. θηλυπρέπεια. 3. αύξηση του αριθμού των γυναικών: ~ του πληθυσμού.|| (μτφ.) ~ της φτώχειας (: οι γυναίκες πλήττονται περισσότερο από αυτή). Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. féminisation] | |
| 20696 | θηλυκός | , ή/ιά, ό θη-λυ-κός επίθ. ΑΝΤ. αρσενικός 1. ΒΙΟΛ. που ανήκει στο φύλο που παράγει κύτταρα, τα οποία μπορούν να γονιμοποιηθούν: ~ό: παιδί (= κορίτσι). Πβ. θήλυ.|| ~ή: φάλαινα.|| ~ός: γαμέτης (= ωάριο). ~ές: ορμόνες.|| (ΒΟΤ.) Το ~ό αναπαραγωγικό όργανο του άνθους (= ύπερος). 2. γυναικείος: ~ός: εγκέφαλος. ~ή: φύση.|| ~ή: γοητεία/εμφάνιση. 3. (για αντικείμενο) που φέρει υποδοχή στην οποία προσαρμόζεται η προεξοχή άλλου αντικειμένου: ~ή: κόπιτσα/πρίζα. ~ό: βύσμα/καλώδιο/φις. 4. ΓΡΑΜΜ. θηλυκού γένους: ~ά: επίθετα/ουσιαστικά. ● Ουσ.: θηλυκό (το) ΑΝΤ. αρσενικό 1. άνθρωπος ή ζώο θηλυκού γένους· κατ' επέκτ. το γυναικείο φύλο. 2. (προφ.) γυναίκα, κορίτσι: ατίθασο/πονηρό ~. Βλ. -θήλυκο. 3. (προφ.) γυναίκα με έντονη θηλυκότητα: πραγματικό/φοβερό ~. Πβ. γκόμενα, γυναικάρα. 4. ΓΡΑΜΜ. όνομα θηλυκού γένους: οι καταλήξεις των ~ών. ● ΣΥΜΠΛ.: θηλυκό γένος 1. ΓΡΑΜΜ. το γένος των ονομάτων με άρθρο "η". 2. (μτφ.) οτιδήποτε αναφέρεται στις γυναίκες ή αποδίδεται σε αυτές: ασχολία ~ού ~ους/γένους θηλυκού., γυναικείο/θηλυκό μυαλό βλ. μυαλό, η αιώνια γυναίκα/το αιώνιο θηλυκό βλ. αιώνιος ● ΦΡ.: ούτε θηλυκή/θηλυκιά γάτα (προφ.): καμιά γυναίκα: Δεν αφήνει/δεν του ξεφεύγει ~ ~! (: για άντρα που φλερτάρει οποιαδήποτε). [< 1: αρχ. θηλυκός 2,4: μτγν. θηλυκός 3: γαλλ. femelle] | |
| 20697 | θηλυκότητα | θη-λυ-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το σύνολο των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του γυναικείου φύλου και κυρ. αυτών που συνδέονται με την πρόκληση ερωτικής διάθεσης και γενικότ. με την κοινωνική εικόνα της γυναίκας: Διατηρεί/έχασε τη ~ά της. Περπατά με χάρη και ~. Οι κινήσεις της αποπνέουν/εκπέμπουν ~. Ελκύεται/σαγηνεύεται από τη ~ά της. Βλ. κομψότητα, -ότητα. ΑΝΤ. ανδρισμός (1), αρρενωπότητα [< γαλλ. féminité] | |
| 20698 | θηλυκώνω | θη-λυ-κώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (λαϊκό): κουμπώνω. ΑΝΤ. ξεθηλυκώνω [< μεσν. θηλυκώνω] | |
| 20699 | θηλυπρέπεια | θη-λυ-πρέ-πει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.-μειωτ., για άνδρα): συμπεριφορά που θυμίζει γυναίκα ή ταιριάζει σε αυτή: Δείχνει/επιδεικνύει ~. Κινείται/μιλάει με ~. Βλ. εκθήλυνση, θηλυκοποίηση. ΑΝΤ. ανδρισμός (1), ανδροπρέπεια, αρρενωπότητα [< γαλλ. efféminement] | |
| 20700 | θηλυπρεπής | , ής, ές θη-λυ-πρε-πής επίθ./ουσ. (λόγ.-μειωτ., για άνδρα): που έχει γυναικεία χαρακτηριστικά· που ταιριάζει σε γυναίκα: ~ής: νεαρός.|| ~ής: φωνή. ~είς: κινήσεις. Βλ. -πρεπής. ΑΝΤ. ανδροπρεπής [< μτγν. θηλυπρεπής] | |
| 20701 | θήλυς | , εια, υ [θῆλυς] θή-λυς επίθ. {θήλε-ος | -εις (ουδ. -εα), -έων} (επίσ.): θηλυκός, γυναικείος: (συνήθ. σε αιτήσεις και επίσημα έγγραφα) ~υ: τέκνο/φύλο.|| (ως ουσ., παλαιότ.) Γυμνάσιο ~έων.|| (ΒΟΤ.) ~εα: άνθη (: που έχουν μόνο ύπερο). ΑΝΤ. άρρην ● βλ. θήλυ [< αρχ. θῆλυς] | |
| 20702 | θηλώδης | , ης, ες θη-λώ-δης επίθ. {θηλώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που έχει σχήμα θηλής: ~ης: υπερπλασία. ~η: καρκινώματα. Πβ. θηλοειδής. Βλ. -ώδης. [< γαλλ. papillaire] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ