| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20705 | θήρα | θή-ρα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): το κυνήγι ως δραστηριότητα: εαρινή/ελεγχόμενη/νόμιμη ~. Άδεια/απαγόρευση/άσκηση/ρυθμίσεις ~ας. Διατάξεις/νόμος περί ~ας. Παράνομη ~ (πβ. λαθροθηρία). Πβ. θήρευση.|| (σπάν.-συνεκδ.) Δάσος με πλούσια ~ (: πολλά θηράματα). [< αρχ. θήρα] | |
| 20706 | θηραϊκός | , ή, ό θη-ρα-ϊ-κός επίθ. (λόγ.): σαντορινιός. ● ΣΥΜΠΛ.: θηραϊκή γη: ΟΡΥΚΤ. ηφαιστειακό πέτρωμα με υψηλή περιεκτικότητα σε πυρίτιο, το οποίο σχηματίζει γόνιμο έδαφος και χρησιμοποιείται ως δομικό υλικό. Πβ. ποζολάνη. [< γαλλ. terre de Santorin] [< μτγν. θηραϊκός] | |
| 20707 | θήραμα | θή-ρα-μα ουσ. (ουδ.) 1. κάθε άγριο συνήθ. ζώο που έχει θηρευτεί ή αποτελεί στόχο για κυνηγό ή θηρίο: δύσκολο/εύκολο/μικρό/φτερωτό ~. Εκτροφείο/πληθυσμός ~άτων. Το λιοντάρι όρμησε στο ~ά του. Πβ. λεία. 2. (μτφ., για πρόσ.) αντικείμενο διεκδίκησης ή/και εκμετάλλευσης: ~ των επιτηδείων/των κερδοσκόπων. Πβ. βορά, θύμα. ● ΣΥΜΠΛ.: καταφύγιο άγριας ζωής/θηραμάτων βλ. καταφύγιο [< 1: αρχ. θήραμα] | |
| 20708 | θηραματικός | , ή, ό θη-ρα-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το θήραμα ή/και το κυνήγι: ~ός: πλούτος. ~οί: πληθυσμοί. ~ά: είδη/ζώα.|| ~ή: δραστηριότητα. ~ές: περιοχές (= κυνηγότοποι). Βλ. φιλο~. | |
| 20709 | θηραματοπονία | θη-ρα-μα-το-πο-νί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. κλάδος της δασοπονίας που έχει ως αντικείμενο την οργάνωση της θήρας και τη διαχείριση και προστασία των θηραματικών ειδών. Βλ. γεω-, λιβαδο-πονία. | |
| 20711 | θήρευση | θή-ρευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) κυνήγι: παράνομη ~ (= λαθροθηρία). Άδεια ~ης. ΣΥΝ. θήρα 2. ΟΙΚΟΛ. φαινόμενο κατά το οποίο οργανισμοί από κάποιο είδος (θηρευτές) τρέφονται με οργανισμούς (θηράματα) που ανήκουν σε άλλο είδος. Βλ. τροφική αλυσίδα. [< 1: αρχ. θήρευσις 2: αγγλ. predation, 1932] | |
| 20712 | θηρεύσιμος | , η, ο θη-ρεύ-σι-μος επίθ. (λόγ.): για ζώο που επιτρέπεται το κυνήγι του: ~α: είδη. Προστατευόμενα και ~α πτηνά. [< αρχ. θηρεύσιμος] | |
| 20713 | θηρευτής | θη-ρευ-τής ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.) κυνηγός ζώων. Βλ. θήραμα. 2. (μτφ.-λογοτ.) αυτός που προσπαθεί επίμονα και συστηματικά να πετύχει κάτι: ~ του αδυνάτου/της αλήθειας/της αρετής/της τελειότητας. Πβ. αλιέας. 3. ΟΙΚΟΛ. ζωικό είδος που τρέφεται από οργανισμούς άλλου είδους· ειδικότ. σαρκοφάγο ζώο. [< 1,2: αρχ. θηρευτής 3: αγγλ. predator, 1922] | |
| 20714 | θηρευτικός | , ή, ό θη-ρευ-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με το κυνήγι: ~ή: δραστηριότητα/νομοθεσία/περίοδος. ~ά: είδη/πάρκα. ΣΥΝ. κυνηγετικός (1) [< αρχ. θηρευτικός] | |
| 20715 | θηρεύω | θη-ρεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {θήρευ-σα, θηρεύ-εται, -τεί, -οντας} (λόγ.) 1. κυνηγώ: Συνελήφθη να ~ει παράνομα (πβ. λαθροθηρώ). 2. (μτφ.) προσπαθώ με επίμονο και συστηματικό τρόπο να πετύχω κάτι, επιδιώκω: ~ει επαίνους. ~ουν ευκαιρίες/θύματα/οπαδούς/ψήφους (= ψηφοθηρώ). [< 1: αρχ. θηρεύω] | |
| 20717 | θηρίο | θη-ρί-ο ουσ. (ουδ.) 1. (συνήθ. παλαιότ. ή σε αφηγήσεις, παραμύθια) μεγαλόσωμο σαρκοφάγο θηλαστικό: αιμοβόρο/φοβερό ~. Εξημέρωση/εξόντωση του ~ου. Τα (άγρια) ~α της ζούγκλας (βλ. λεοπάρδαλη, λιοντάρι, πάνθηρας, τίγρη). Τον έφαγαν/τον κατασπάραξαν/του όρμησαν/του χίμηξαν τα ~α. Δάμασε/εξημέρωσε/πάλεψε με/σκότωσε το ~. (στη ρωμαϊκή εποχή:) Τα ~α της αρένας. Πβ. αγρίμι, ζουλάπι, θεριό.|| Μυθικά ~α. Το ~ της Αποκάλυψης (ΣΥΝ. τέρας). 2. (μτφ., για πρόσ.) που χαρακτηρίζεται από σκληρότητα και βίαια ένστικτα: ανθρωπόμορφα ~α. Τους έδωσαν βορά/τροφή στα ~α. Πβ. αγριάνθρωπος, κτήνος. 3. (μτφ.-προφ.) γιγαντόσωμος άντρας ή εξαιρετικά ικανός άνθρωπος: Πώς να τα βάλεις μ' αυτό το ~; Είναι δύο μέτρα!|| Πώς τα κατάφερες βρε ~ο; Πβ. γίγαντας, τιτάνας. ΑΝΤ. νάνος. 4. (μτφ.) παιδί άτακτο ή/και με πρόωρη σωματική ανάπτυξη: Σωστό ~ έχει γίνει ο μικρός! 5. (μτφ.) όχημα ή αεροσκάφος που έχει μεγάλες διαστάσεις και συνήθ. ισχυρή μηχανή: τα ~α της ασφάλτου (: τα τζιπ).|| Ιπτάμενα ~α/~α των ουρανών (: τα αεροπλάνα). Πβ. μεγαθήριο. 6. ΙΣΤ. (συνήθ. με κεφαλ. Θ) ο Σατανάς, ο Διάβολος: ο αριθμός του Θ~ου (: το 666). ● Ουσ.: θηρία (τα): ΖΩΟΛ. υποκλάση των θηλαστικών: Τα μαρσιποφόρα συγκαταλέγονται στα ~. ● Υποκ.: θηριάκι (το) : κυρ. στις σημ. 4, 5. ● ΣΥΜΠΛ.: θεριό ανήμερο βλ. θεριό ● ΦΡ.: γίνομαι θηρίο (μτφ.-προφ.): εξαγριώνομαι, θυμώνω πολύ: Έγινε ~ (= Τούρκος), όταν ανακάλυψε ότι τον εξαπάτησαν. ΣΥΝ. γίνομαι πύραυλος (2), σαν αγρίμι/θηρίο/λιοντάρι στο κλουβί βλ. αγρίμι [< 1: αρχ. θηρίον] | |
| 497 | Θηρίο | [ἀγρίμι] α-γρί-μι ουσ. (ουδ.) {αγριμ-ιού | -ιών} 1. ΖΩΟΛ. άγριο ζώο και ειδικότ. το αγριοκάτσικο της Κρήτης, κρι-κρι: κυνηγημένο/λαβωμένο/πεινασμένο ~. Σπηλιά ~ιού. ~ια του βουνού/του δάσους/του λόγγου. Βρυχηθμοί/κραυγές ~ιών. Πβ. θηρίο. || Σαν πληγωμένο ~. 2. (μτφ.) άνθρωπος ακοινώνητος, αγροίκος, ατίθασος: Στη φυλακή έγινε ~. Σωστό ~, δεν ακούει κανέναν (: πολύ ζωηρός, για παιδιά). Έχει το βλέμμα ~ιού. ● Υποκ.: αγριμάκι (το) ● ΦΡ.: σαν αγρίμι/θηρίο/λιοντάρι στο κλουβί: για κάποιον που δυσανασχετεί έντονα, που φαίνεται εξαγριωμένος, επειδή αναγκάζεται να μένει περιορισμένος σε έναν χώρο ή αδρανής: Αισθάνεται/κάνει/νιώθει/συμπεριφέρεται ~ ~. [< μεσν. αγρίμιν] | |
| 20718 | θηριοδαμαστής | θη-ρι-ο-δα-μα-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. θηριοδαμάστρια}: πρόσωπο που εξημερώνει και εκπαιδεύει άγρια ζώα: ~ σε τσίρκο. [< γαλλ. dompteur (de bêtes féroces)] | |
| 20719 | θηριοτροφείο | [θηριοτροφεῖο] θη-ρι-ο-τρο-φεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-ειρων.) σχολείο ή τάξη με πολύ ζωηρά, ατίθασα παιδιά. 2. (σπάν.-παλαιότ.) περιφραγμένη εγκατάσταση, μέσα στην οποία εκτρέφονται άγρια ζώα. Βλ. -τροφείο. [< 2: μτγν. θηριοτροφεῖον ‘μάντρα ζώων’] | |
| 20720 | θηριώδης | , ης, ες θη-ρι-ώ-δης επίθ. {θηριώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) 1. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από αγριότητα, σκληρότητα και βιαιότητα: ~εις: πράξεις. ~η: βασανιστήρια/εγκλήματα/ένστικτα. Πβ. ζω-, κτην-ώδης. 2. (για πρόσ.) που έχει εξαιρετικά ανεπτυγμένη σωματική διάπλαση· κατ' επέκτ. ισχυρός, δυνατός: ~ης: αθλητής/άνδρας/παλαιστής. Πβ. πελώριος.|| ~ης: κινητήρας. ● επίρρ.: θηριωδώς [-ῶς] [< 1: αρχ. θηριώδης] | |
| 20721 | θηριωδία | θη-ρι-ω-δί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απάνθρωπη, βίαιη και εγκληματική ενέργεια που συνήθ. εκδηλώνεται ως μαζική δράση: ναζιστική/φασιστική ~. Τα θύματα της ~ας. Οι ~ες του πολέμου (= αγριότητες, ωμότητες). Πβ. βαναυσ-, βαρβαρ-ότητα. ΣΥΝ. κτηνωδία [< αρχ. θηριωδία] | |
| 20722 | θηροφύλακας | θη-ρο-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ.) (επίσ.): υπάλληλος της θηροφυλακής. Βλ. δασοφύλακας, -φύλακας. [< μτγν. θηροφύλαξ ‘αυτός που φυλάσσει ζώα’, γαλλ. garde-chasse] | |
| 20723 | θηροφυλακή | θη-ρο-φυ-λα-κή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): μη κρατικό σώμα που δρα επικουρικά για την τήρηση της κυνηγετικής νομοθεσίας και την πάταξη της λαθροθηρίας· συνεκδ. το σύνολο των υπαλλήλων της: ομοσπονδιακή ~. Βλ. -φυλακή. | |
| 20724 | θηροφύλαξη | θη-ρο-φύ-λα-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): προστασία των θηραμάτων και παρεμπόδιση της παράνομης θήρευσης. Βλ. δασο-, πυρο-φύλαξη. | |
| 20725 | θησαυρίζω | θη-σαυ-ρί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {θησαύρι-σα, -σμένος, θησαυρίζ-οντας} 1. δημιουργώ μεγάλη περιουσία, αποκτώ πολλά χρήματα: ~σε με κομπίνες/στις πλάτες τους. Πβ. πλουτίζω. 2. (σπάν.) συλλέγω, συγκεντρώνω και κατ' επέκτ. διασώζω: ~ λέξεις. Πβ. απο~.|| Κειμήλια/λείψανα ~σμένα στο σκευοφυλάκιο της μονής. [< 1: αρχ. θησαυρίζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ