| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20697 | θηλυκότητα | θη-λυ-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το σύνολο των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του γυναικείου φύλου και κυρ. αυτών που συνδέονται με την πρόκληση ερωτικής διάθεσης και γενικότ. με την κοινωνική εικόνα της γυναίκας: Διατηρεί/έχασε τη ~ά της. Περπατά με χάρη και ~. Οι κινήσεις της αποπνέουν/εκπέμπουν ~. Ελκύεται/σαγηνεύεται από τη ~ά της. Βλ. κομψότητα, -ότητα. ΑΝΤ. ανδρισμός (1), αρρενωπότητα [< γαλλ. féminité] | |
| 20698 | θηλυκώνω | θη-λυ-κώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (λαϊκό): κουμπώνω. ΑΝΤ. ξεθηλυκώνω [< μεσν. θηλυκώνω] | |
| 14985 | Θηλυπρέπεια | [ἐκθήλυνση] εκ-θή-λυν-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.-μειωτ., για άνδρες): απόκτηση θηλυκών χαρακτηριστικών. Πβ. θηλυκοποίηση. Βλ. θηλυπρέπεια. [< μτγν. ἐκθήλυνσις ‘μαλθακότητα’, γαλλ. féminisation] | |
| 20699 | θηλυπρέπεια | θη-λυ-πρέ-πει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.-μειωτ., για άνδρα): συμπεριφορά που θυμίζει γυναίκα ή ταιριάζει σε αυτή: Δείχνει/επιδεικνύει ~. Κινείται/μιλάει με ~. Βλ. εκθήλυνση, θηλυκοποίηση. ΑΝΤ. ανδρισμός (1), ανδροπρέπεια, αρρενωπότητα [< γαλλ. efféminement] | |
| 20700 | θηλυπρεπής | , ής, ές θη-λυ-πρε-πής επίθ./ουσ. (λόγ.-μειωτ., για άνδρα): που έχει γυναικεία χαρακτηριστικά· που ταιριάζει σε γυναίκα: ~ής: νεαρός.|| ~ής: φωνή. ~είς: κινήσεις. Βλ. -πρεπής. ΑΝΤ. ανδροπρεπής [< μτγν. θηλυπρεπής] | |
| 20701 | θήλυς | , εια, υ [θῆλυς] θή-λυς επίθ. {θήλε-ος | -εις (ουδ. -εα), -έων} (επίσ.): θηλυκός, γυναικείος: (συνήθ. σε αιτήσεις και επίσημα έγγραφα) ~υ: τέκνο/φύλο.|| (ως ουσ., παλαιότ.) Γυμνάσιο ~έων.|| (ΒΟΤ.) ~εα: άνθη (: που έχουν μόνο ύπερο). ΑΝΤ. άρρην ● βλ. θήλυ [< αρχ. θῆλυς] | |
| 20702 | θηλώδης | , ης, ες θη-λώ-δης επίθ. {θηλώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που έχει σχήμα θηλής: ~ης: υπερπλασία. ~η: καρκινώματα. Πβ. θηλοειδής. Βλ. -ώδης. [< γαλλ. papillaire] | |
| 20703 | θήλωμα | θή-λω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. καλοήθης και συνήθ. μικρός όγκος του επιθηλίου: ~ γλώσσας/δέρματος (βλ. κρεατοελιά). Βλ. -ωμα2. [< γαλλ. papillome] | |
| 20704 | θημωνιά | θη-μω-νιά ουσ. (θηλ.): σωρός από δεμάτια σιτηρών ή χόρτων: ~ αχύρου/σταριού. [< μτγν. θημωνιά] | |
| 20705 | θήρα | θή-ρα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): το κυνήγι ως δραστηριότητα: εαρινή/ελεγχόμενη/νόμιμη ~. Άδεια/απαγόρευση/άσκηση/ρυθμίσεις ~ας. Διατάξεις/νόμος περί ~ας. Παράνομη ~ (πβ. λαθροθηρία). Πβ. θήρευση.|| (σπάν.-συνεκδ.) Δάσος με πλούσια ~ (: πολλά θηράματα). [< αρχ. θήρα] | |
| 20706 | θηραϊκός | , ή, ό θη-ρα-ϊ-κός επίθ. (λόγ.): σαντορινιός. ● ΣΥΜΠΛ.: θηραϊκή γη: ΟΡΥΚΤ. ηφαιστειακό πέτρωμα με υψηλή περιεκτικότητα σε πυρίτιο, το οποίο σχηματίζει γόνιμο έδαφος και χρησιμοποιείται ως δομικό υλικό. Πβ. ποζολάνη. [< γαλλ. terre de Santorin] [< μτγν. θηραϊκός] | |
| 20707 | θήραμα | θή-ρα-μα ουσ. (ουδ.) 1. κάθε άγριο συνήθ. ζώο που έχει θηρευτεί ή αποτελεί στόχο για κυνηγό ή θηρίο: δύσκολο/εύκολο/μικρό/φτερωτό ~. Εκτροφείο/πληθυσμός ~άτων. Το λιοντάρι όρμησε στο ~ά του. Πβ. λεία. 2. (μτφ., για πρόσ.) αντικείμενο διεκδίκησης ή/και εκμετάλλευσης: ~ των επιτηδείων/των κερδοσκόπων. Πβ. βορά, θύμα. ● ΣΥΜΠΛ.: καταφύγιο άγριας ζωής/θηραμάτων βλ. καταφύγιο [< 1: αρχ. θήραμα] | |
| 20708 | θηραματικός | , ή, ό θη-ρα-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το θήραμα ή/και το κυνήγι: ~ός: πλούτος. ~οί: πληθυσμοί. ~ά: είδη/ζώα.|| ~ή: δραστηριότητα. ~ές: περιοχές (= κυνηγότοποι). Βλ. φιλο~. | |
| 20709 | θηραματοπονία | θη-ρα-μα-το-πο-νί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. κλάδος της δασοπονίας που έχει ως αντικείμενο την οργάνωση της θήρας και τη διαχείριση και προστασία των θηραματικών ειδών. Βλ. γεω-, λιβαδο-πονία. | |
| 20711 | θήρευση | θή-ρευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) κυνήγι: παράνομη ~ (= λαθροθηρία). Άδεια ~ης. ΣΥΝ. θήρα 2. ΟΙΚΟΛ. φαινόμενο κατά το οποίο οργανισμοί από κάποιο είδος (θηρευτές) τρέφονται με οργανισμούς (θηράματα) που ανήκουν σε άλλο είδος. Βλ. τροφική αλυσίδα. [< 1: αρχ. θήρευσις 2: αγγλ. predation, 1932] | |
| 20712 | θηρεύσιμος | , η, ο θη-ρεύ-σι-μος επίθ. (λόγ.): για ζώο που επιτρέπεται το κυνήγι του: ~α: είδη. Προστατευόμενα και ~α πτηνά. [< αρχ. θηρεύσιμος] | |
| 20713 | θηρευτής | θη-ρευ-τής ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.) κυνηγός ζώων. Βλ. θήραμα. 2. (μτφ.-λογοτ.) αυτός που προσπαθεί επίμονα και συστηματικά να πετύχει κάτι: ~ του αδυνάτου/της αλήθειας/της αρετής/της τελειότητας. Πβ. αλιέας. 3. ΟΙΚΟΛ. ζωικό είδος που τρέφεται από οργανισμούς άλλου είδους· ειδικότ. σαρκοφάγο ζώο. [< 1,2: αρχ. θηρευτής 3: αγγλ. predator, 1922] | |
| 20714 | θηρευτικός | , ή, ό θη-ρευ-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με το κυνήγι: ~ή: δραστηριότητα/νομοθεσία/περίοδος. ~ά: είδη/πάρκα. ΣΥΝ. κυνηγετικός (1) [< αρχ. θηρευτικός] | |
| 20715 | θηρεύω | θη-ρεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {θήρευ-σα, θηρεύ-εται, -τεί, -οντας} (λόγ.) 1. κυνηγώ: Συνελήφθη να ~ει παράνομα (πβ. λαθροθηρώ). 2. (μτφ.) προσπαθώ με επίμονο και συστηματικό τρόπο να πετύχω κάτι, επιδιώκω: ~ει επαίνους. ~ουν ευκαιρίες/θύματα/οπαδούς/ψήφους (= ψηφοθηρώ). [< 1: αρχ. θηρεύω] | |
| 20717 | θηρίο | θη-ρί-ο ουσ. (ουδ.) 1. (συνήθ. παλαιότ. ή σε αφηγήσεις, παραμύθια) μεγαλόσωμο σαρκοφάγο θηλαστικό: αιμοβόρο/φοβερό ~. Εξημέρωση/εξόντωση του ~ου. Τα (άγρια) ~α της ζούγκλας (βλ. λεοπάρδαλη, λιοντάρι, πάνθηρας, τίγρη). Τον έφαγαν/τον κατασπάραξαν/του όρμησαν/του χίμηξαν τα ~α. Δάμασε/εξημέρωσε/πάλεψε με/σκότωσε το ~. (στη ρωμαϊκή εποχή:) Τα ~α της αρένας. Πβ. αγρίμι, ζουλάπι, θεριό.|| Μυθικά ~α. Το ~ της Αποκάλυψης (ΣΥΝ. τέρας). 2. (μτφ., για πρόσ.) που χαρακτηρίζεται από σκληρότητα και βίαια ένστικτα: ανθρωπόμορφα ~α. Τους έδωσαν βορά/τροφή στα ~α. Πβ. αγριάνθρωπος, κτήνος. 3. (μτφ.-προφ.) γιγαντόσωμος άντρας ή εξαιρετικά ικανός άνθρωπος: Πώς να τα βάλεις μ' αυτό το ~; Είναι δύο μέτρα!|| Πώς τα κατάφερες βρε ~ο; Πβ. γίγαντας, τιτάνας. ΑΝΤ. νάνος. 4. (μτφ.) παιδί άτακτο ή/και με πρόωρη σωματική ανάπτυξη: Σωστό ~ έχει γίνει ο μικρός! 5. (μτφ.) όχημα ή αεροσκάφος που έχει μεγάλες διαστάσεις και συνήθ. ισχυρή μηχανή: τα ~α της ασφάλτου (: τα τζιπ).|| Ιπτάμενα ~α/~α των ουρανών (: τα αεροπλάνα). Πβ. μεγαθήριο. 6. ΙΣΤ. (συνήθ. με κεφαλ. Θ) ο Σατανάς, ο Διάβολος: ο αριθμός του Θ~ου (: το 666). ● Ουσ.: θηρία (τα): ΖΩΟΛ. υποκλάση των θηλαστικών: Τα μαρσιποφόρα συγκαταλέγονται στα ~. ● Υποκ.: θηριάκι (το) : κυρ. στις σημ. 4, 5. ● ΣΥΜΠΛ.: θεριό ανήμερο βλ. θεριό ● ΦΡ.: γίνομαι θηρίο (μτφ.-προφ.): εξαγριώνομαι, θυμώνω πολύ: Έγινε ~ (= Τούρκος), όταν ανακάλυψε ότι τον εξαπάτησαν. ΣΥΝ. γίνομαι πύραυλος (2), σαν αγρίμι/θηρίο/λιοντάρι στο κλουβί βλ. αγρίμι [< 1: αρχ. θηρίον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ