Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [21560-21580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
497Θηρίο

[ἀγρίμι] α-γρί-μι ουσ. (ουδ.) {αγριμ-ιού | -ιών} 1. ΖΩΟΛ. άγριο ζώο και ειδικότ. το αγριοκάτσικο της Κρήτης, κρι-κρι: κυνηγημένο/λαβωμένο/πεινασμένο ~. Σπηλιά ~ιού. ~ια του βουνού/του δάσους/του λόγγου. Βρυχηθμοί/κραυγές ~ιών. Πβ. θηρίο. || Σαν πληγωμένο ~. 2. (μτφ.) άνθρωπος ακοινώνητος, αγροίκος, ατίθασος: Στη φυλακή έγινε ~. Σωστό ~, δεν ακούει κανέναν (: πολύ ζωηρός, για παιδιά). Έχει το βλέμμα ~ιού. ● Υποκ.: αγριμάκι (το) ● ΦΡ.: σαν αγρίμι/θηρίο/λιοντάρι στο κλουβί: για κάποιον που δυσανασχετεί έντονα, που φαίνεται εξαγριωμένος, επειδή αναγκάζεται να μένει περιορισμένος σε έναν χώρο ή αδρανής: Αισθάνεται/κάνει/νιώθει/συμπεριφέρεται ~ ~. [< μεσν. αγρίμιν]

20718θηριοδαμαστήςθη-ρι-ο-δα-μα-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. θηριοδαμάστρια}: πρόσωπο που εξημερώνει και εκπαιδεύει άγρια ζώα: ~ σε τσίρκο. [< γαλλ. dompteur (de bêtes féroces)]
20719θηριοτροφείο[θηριοτροφεῖο] θη-ρι-ο-τρο-φεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-ειρων.) σχολείο ή τάξη με πολύ ζωηρά, ατίθασα παιδιά. 2. (σπάν.-παλαιότ.) περιφραγμένη εγκατάσταση, μέσα στην οποία εκτρέφονται άγρια ζώα. Βλ. -τροφείο. [< 2: μτγν. θηριοτροφεῖον ‘μάντρα ζώων’]
20720θηριώδης, ης, ες θη-ρι-ώ-δης επίθ. {θηριώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) 1. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από αγριότητα, σκληρότητα και βιαιότητα: ~εις: πράξεις. ~η: βασανιστήρια/εγκλήματα/ένστικτα. Πβ. ζω-, κτην-ώδης. 2. (για πρόσ.) που έχει εξαιρετικά ανεπτυγμένη σωματική διάπλαση· κατ' επέκτ. ισχυρός, δυνατός: ~ης: αθλητής/άνδρας/παλαιστής. Πβ. πελώριος.|| ~ης: κινητήρας. ● επίρρ.: θηριωδώς [-ῶς] [< 1: αρχ. θηριώδης]
20721θηριωδίαθη-ρι-ω-δί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απάνθρωπη, βίαιη και εγκληματική ενέργεια που συνήθ. εκδηλώνεται ως μαζική δράση: ναζιστική/φασιστική ~. Τα θύματα της ~ας. Οι ~ες του πολέμου (= αγριότητες, ωμότητες). Πβ. βαναυσ-, βαρβαρ-ότητα. ΣΥΝ. κτηνωδία [< αρχ. θηριωδία]
20722θηροφύλακαςθη-ρο-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ.) (επίσ.): υπάλληλος της θηροφυλακής. Βλ. δασοφύλακας, -φύλακας. [< μτγν. θηροφύλαξ ‘αυτός που φυλάσσει ζώα’, γαλλ. garde-chasse]
20723θηροφυλακήθη-ρο-φυ-λα-κή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): μη κρατικό σώμα που δρα επικουρικά για την τήρηση της κυνηγετικής νομοθεσίας και την πάταξη της λαθροθηρίας· συνεκδ. το σύνολο των υπαλλήλων της: ομοσπονδιακή ~. Βλ. -φυλακή.
20724θηροφύλαξηθη-ρο-φύ-λα-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): προστασία των θηραμάτων και παρεμπόδιση της παράνομης θήρευσης. Βλ. δασο-, πυρο-φύλαξη.
20725θησαυρίζωθη-σαυ-ρί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {θησαύρι-σα, -σμένος, θησαυρίζ-οντας} 1. δημιουργώ μεγάλη περιουσία, αποκτώ πολλά χρήματα: ~σε με κομπίνες/στις πλάτες τους. Πβ. πλουτίζω. 2. (σπάν.) συλλέγω, συγκεντρώνω και κατ' επέκτ. διασώζω: ~ λέξεις. Πβ. απο~.|| Κειμήλια/λείψανα ~σμένα στο σκευοφυλάκιο της μονής. [< 1: αρχ. θησαυρίζω]
20726θησαύρισμαθη-σαύ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {θησαυρίσμ-ατα} (λόγ.) 1. ό,τι πολύτιμο ή σπάνιο συλλέγεται, συνήθ. για να διασωθεί: ~ πείρας. Λαογραφικά ~ατα.|| Ιερό ~ ανεκτίμητης αξίας. Πβ. απο~, θησαυρός. Βλ. κειμήλιο. 2. (σπάν.) απόκτηση μεγάλης περιουσίας. Πβ. πλουτισμός. [< αρχ. θησαύρισμα ‘αποταμίευμα’]
20727θησαυρισμόςθη-σαυ-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): συγκέντρωση πλούτου ή πολύτιμων αγαθών: ~ χρημάτων.|| ~ ιδεών. Βλ. -ισμός. [< αρχ. θησαυρισμός]
20728θησαυρός1θη-σαυ-ρός ουσ. (αρσ.) 1. (συνήθ. παλαιότ. κ. σε παραμύθια) σύνολο πολύτιμων αντικειμένων, συνήθ. νομίσματα, κοσμήματα, που φυλάσσονται ώστε να μη βρεθούν: ~ αμύθητης αξίας. Ο ~ των πειρατών. Το σεντούκι/ο χάρτης του ~ού. ~ από χρυσές λίρες.|| (κατ' επέκτ.) Ο δημόσιος ~ (: το δημόσιο χρήμα). Βλ. περιουσία. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (κατ' επέκτ.) αντικείμενα ή έργα μεγάλης ιστορικής και καλλιτεχνικής αξίας, τα οποία συνήθ. εκτίθενται ή φυλάσσονται σε ειδικό χώρο: αρχαιολογικοί/αυτοκρατορικοί/βυζαντινοί ~οί. Οι εθνικοί ~οί. Οι ~οί του Αγίου Όρους/της Βεργίνας/μιας Μονής. Μουσείο με ανεκτίμητους ~ούς από την εποχή των ... Πβ. κειμήλιο. 3. (μτφ.) συλλογή ή αγαθό μεγάλης σημασίας, πλούτος: ο γλωσσικός/λαογραφικός ~ ενός τόπου. Οι φυσικοί ~οί της χώρας μας. Οι ~οί της Γης (: τα ορυκτά)/της θάλασσας.|| ~ σοφίας. Το βιβλίο είναι ένας ανεξάντλητος/αστείρευτος/μοναδικός ~ γνώσεων. Πβ. αμητός, πηγή. 4. (μτφ.) πρόσωπο που έχει προσφέρει βοήθεια σε κάποιον ή έχει πολλά ψυχικά χαρίσματα: Είσαι (αληθινός/πραγματικός/σκέτος/σωστός) ~!|| Δεν ήξερε τι ~ό είχε/κρατούσε στα χέρια του.|| (οικ., ως προσφών.) ~έ μου (= αγάπη μου, χρυσέ μου)! 5. ΑΡΧ. (στην αρχαία Ελλάδα) κτίσμα στον χώρο τεμένους στο οποίο φυλάσσονταν τρόπαια και αναθήματα αφιερωμένα στον ναό. ● ΣΥΜΠΛ.: κυνήγι θησαυρού & το κυνήγι του κρυμμένου/χαμένου θησαυρού: παιχνίδι, συχνά αποκριάτικο, στο οποίο νικήτρια αναδεικνύεται η ομάδα που θα καταφέρει να βρει πρώτη το αντικείμενο της αναζήτησης, λύνοντας τους γρίφους που οδηγούν σε αυτό. Βλ. καρναβάλι. ● ΦΡ.: άνθρακες/(άνθρακας) ο θησαυρός βλ. άνθρακας [< αρχ. θησαυρός]
20729θησαυρός2θη-σαυ-ρός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΛ. Λεπτομερές ή εννοιολογικό λεξικό μιας γλώσσας: ~ της ελληνικής/λατινικής.|| ~ αντιθέτων/συνωνύμων. [< γαλλ. thésaurus, 1904, αγγλ. thesaurus]
20730θησαυροφύλακαςθη-σαυ-ρο-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ.) (επίσ.) 1. υπεύθυνος θησαυροφυλακίου. 2. (σπάν.-μτφ.) προστάτης πνευματικού αγαθού: ~ της πολιτιστικής κληρονομιάς. Βλ. -φύλακας. ΣΥΝ. θεματοφύλακας (1) [< 1: μτγν. θησαυροφύλαξ, γαλλ. trésorier]
20731θησαυροφυλάκιοθη-σαυ-ρο-φυ-λά-κι-ο ουσ. (ουδ.): ασφαλισμένος χώρος που προορίζεται για τη φύλαξη χρημάτων, πολύτιμων αντικειμένων ή χρεογράφων: το ~ της τράπεζας.|| Το ~ του ναού. Βλ. σκευοφυλάκιο, -φυλάκιο. [< μτγν. θησαυροφυλάκιον]
20732θήτα[θῆτα] θή-τα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το όγδοο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Πβ. θ. [< αρχ. θῆτα]
20733θητείαθη-τεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. & (συνήθ.) στρατιωτική θητεία: υποχρεωτική στράτευση, υπηρεσία κληρωτού στον στρατό: δωδεκάμηνη/εννιάμηνη/πρόσθετη ~. ~ στην Εθνική Φρουρά/στις Ένοπλες Δυνάμεις (/στην Αεροπορία/στο Ναυτικό/στον Στρατό Ξηράς)/στα σύνορα. ~ και εφεδρική υπηρεσία. Υπόχρεος μειωμένης ~ας (βλ. προστάτης). Κατάργηση/μείωση της ~ας. Αναγνώριση/εξαγορά της ~ας (για συνταξιοδότηση). Υπηρετώ/(προφ.) κάνω/τελειώνω τη ~ μου. Εκπλήρωσε τη ~ του. Παρουσιάζομαι για ~. (για ανυπότακτο:) Εξαγοράζω τη ~ μου. (ευχετ.) Καλή ~ (βλ. Καλός πολίτης)! Πβ. στρατιωτικό, φανταριλίκι. Βλ. κλάση, στρατεύσιμος. 2. το χρονικό διάστημα κατά το οποίο κάποιος κατέχει ένα αξίωμα ή γενικότ. ασκεί τα καθήκοντά του από μια θέση: βουλευτική/δημαρχιακή/πολιτική/προεδρική/πρωθυπουργική/υπουργική ~. Ενιαύσια ~/~ ενός έτους. Κατά τη/στη διάρκεια/στο διάστημα της ~ας του. Με την εκπνοή της ~ας του στο αξίωμα του Προέδρου. Διορισμένος με δοκιμαστική ~. Γιατροί/θέσεις/Πάρεδρος με/(λόγ.) επί ~. Περιορισμός του αριθμού των ~ών. Εκλεγμένος για δύο πλήρεις/συνεχείς/συνεχόμενες ~ες. Η ~ (των μελών) του ΔΣ διαρκεί ... χρόνια. Ανανεώθηκε/έληξε/ολοκληρώθηκε/παρατάθηκε η ~ του. Διεκδικεί/εξασφάλισε και δεύτερη/νέα (κυβερνητική) ~. 3. (μτφ.) επαγγελματική ενασχόληση με κάτι, κυρ. καλλιτεχνικό ή πνευματικό: επιτυχημένη/μακρόχρονη/σύντομη ~ στα γράμματα/στο θέατρο/στο τραγούδι. Πβ. καριέρα, σταδιοδρομία. ● ΣΥΜΠΛ.: άοπλη (στρατιωτική) θητεία: ΣΤΡΑΤ. εναλλακτική δυνατότητα που δινόταν ως το 2010 σε αντιρρησίες συνείδησης να υπηρετήσουν θητεία προσαυξημένη κατά δώδεκα μήνες, από εκείνη που θα υπηρετούσαν ενόπλως, σε μονάδες και Υπηρεσίες του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας με καθήκοντα που δεν συνεπάγονταν τη χρήση όπλων., εναλλακτική (κοινωνική) θητεία: ΣΤΡΑΤ. υπηρεσία που προσφέρουν οι αντιρρησίες συνείδησης σε φορείς του Δημόσιου Τομέα, αντί της στράτευσης: καθιέρωση της ~ής ~ας. Πβ. κοινωνική εργασία. [< αρχ. θητεία]
20734θητεύωθη-τεύ-ω ρ. (αμτβ.) {θήτευ-σε} (λόγ.): προσφέρω τις υπηρεσίες μου, ασχολούμαι συστηματικά με έναν τομέα: ~σε σε διευθυντικές θέσεις. Πβ. υπηρετώ.|| ~σε δίπλα/πλάι σε έμπειρους επαγγελματίες. Πβ. δουλεύω, εργάζομαι. [< αρχ. θητεύω]
20736θιασάρχηςθι-α-σάρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {σπάν. θηλ. θιασάρχισσα (λόγ.) θιασάρχις}: οικονομικός και καλλιτεχνικός διευθυντής θιάσου ή θεατρικού σχήματος, ο οποίος συχνά είναι ηθοποιός. Βλ. -άρχης. [< μτγν. θιασάρχης]
20737θιασαρχικός, ή, ό θι-α-σαρ-χι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τον θιασάρχη: ~ό: ντεμπούτο/σχήμα. ~ές: δραστηριότητες.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.