Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [21560-21580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20726θησαύρισμαθη-σαύ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {θησαυρίσμ-ατα} (λόγ.) 1. ό,τι πολύτιμο ή σπάνιο συλλέγεται, συνήθ. για να διασωθεί: ~ πείρας. Λαογραφικά ~ατα.|| Ιερό ~ ανεκτίμητης αξίας. Πβ. απο~, θησαυρός. Βλ. κειμήλιο. 2. (σπάν.) απόκτηση μεγάλης περιουσίας. Πβ. πλουτισμός. [< αρχ. θησαύρισμα ‘αποταμίευμα’]
20727θησαυρισμόςθη-σαυ-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): συγκέντρωση πλούτου ή πολύτιμων αγαθών: ~ χρημάτων.|| ~ ιδεών. Βλ. -ισμός. [< αρχ. θησαυρισμός]
20728θησαυρός1θη-σαυ-ρός ουσ. (αρσ.) 1. (συνήθ. παλαιότ. κ. σε παραμύθια) σύνολο πολύτιμων αντικειμένων, συνήθ. νομίσματα, κοσμήματα, που φυλάσσονται ώστε να μη βρεθούν: ~ αμύθητης αξίας. Ο ~ των πειρατών. Το σεντούκι/ο χάρτης του ~ού. ~ από χρυσές λίρες.|| (κατ' επέκτ.) Ο δημόσιος ~ (: το δημόσιο χρήμα). Βλ. περιουσία. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (κατ' επέκτ.) αντικείμενα ή έργα μεγάλης ιστορικής και καλλιτεχνικής αξίας, τα οποία συνήθ. εκτίθενται ή φυλάσσονται σε ειδικό χώρο: αρχαιολογικοί/αυτοκρατορικοί/βυζαντινοί ~οί. Οι εθνικοί ~οί. Οι ~οί του Αγίου Όρους/της Βεργίνας/μιας Μονής. Μουσείο με ανεκτίμητους ~ούς από την εποχή των ... Πβ. κειμήλιο. 3. (μτφ.) συλλογή ή αγαθό μεγάλης σημασίας, πλούτος: ο γλωσσικός/λαογραφικός ~ ενός τόπου. Οι φυσικοί ~οί της χώρας μας. Οι ~οί της Γης (: τα ορυκτά)/της θάλασσας.|| ~ σοφίας. Το βιβλίο είναι ένας ανεξάντλητος/αστείρευτος/μοναδικός ~ γνώσεων. Πβ. αμητός, πηγή. 4. (μτφ.) πρόσωπο που έχει προσφέρει βοήθεια σε κάποιον ή έχει πολλά ψυχικά χαρίσματα: Είσαι (αληθινός/πραγματικός/σκέτος/σωστός) ~!|| Δεν ήξερε τι ~ό είχε/κρατούσε στα χέρια του.|| (οικ., ως προσφών.) ~έ μου (= αγάπη μου, χρυσέ μου)! 5. ΑΡΧ. (στην αρχαία Ελλάδα) κτίσμα στον χώρο τεμένους στο οποίο φυλάσσονταν τρόπαια και αναθήματα αφιερωμένα στον ναό. ● ΣΥΜΠΛ.: κυνήγι θησαυρού & το κυνήγι του κρυμμένου/χαμένου θησαυρού: παιχνίδι, συχνά αποκριάτικο, στο οποίο νικήτρια αναδεικνύεται η ομάδα που θα καταφέρει να βρει πρώτη το αντικείμενο της αναζήτησης, λύνοντας τους γρίφους που οδηγούν σε αυτό. Βλ. καρναβάλι. ● ΦΡ.: άνθρακες/(άνθρακας) ο θησαυρός βλ. άνθρακας [< αρχ. θησαυρός]
20729θησαυρός2θη-σαυ-ρός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΛ. Λεπτομερές ή εννοιολογικό λεξικό μιας γλώσσας: ~ της ελληνικής/λατινικής.|| ~ αντιθέτων/συνωνύμων. [< γαλλ. thésaurus, 1904, αγγλ. thesaurus]
20730θησαυροφύλακαςθη-σαυ-ρο-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ.) (επίσ.) 1. υπεύθυνος θησαυροφυλακίου. 2. (σπάν.-μτφ.) προστάτης πνευματικού αγαθού: ~ της πολιτιστικής κληρονομιάς. Βλ. -φύλακας. ΣΥΝ. θεματοφύλακας (1) [< 1: μτγν. θησαυροφύλαξ, γαλλ. trésorier]
20731θησαυροφυλάκιοθη-σαυ-ρο-φυ-λά-κι-ο ουσ. (ουδ.): ασφαλισμένος χώρος που προορίζεται για τη φύλαξη χρημάτων, πολύτιμων αντικειμένων ή χρεογράφων: το ~ της τράπεζας.|| Το ~ του ναού. Βλ. σκευοφυλάκιο, -φυλάκιο. [< μτγν. θησαυροφυλάκιον]
20732θήτα[θῆτα] θή-τα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το όγδοο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Πβ. θ. [< αρχ. θῆτα]
20733θητείαθη-τεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. & (συνήθ.) στρατιωτική θητεία: υποχρεωτική στράτευση, υπηρεσία κληρωτού στον στρατό: δωδεκάμηνη/εννιάμηνη/πρόσθετη ~. ~ στην Εθνική Φρουρά/στις Ένοπλες Δυνάμεις (/στην Αεροπορία/στο Ναυτικό/στον Στρατό Ξηράς)/στα σύνορα. ~ και εφεδρική υπηρεσία. Υπόχρεος μειωμένης ~ας (βλ. προστάτης). Κατάργηση/μείωση της ~ας. Αναγνώριση/εξαγορά της ~ας (για συνταξιοδότηση). Υπηρετώ/(προφ.) κάνω/τελειώνω τη ~ μου. Εκπλήρωσε τη ~ του. Παρουσιάζομαι για ~. (για ανυπότακτο:) Εξαγοράζω τη ~ μου. (ευχετ.) Καλή ~ (βλ. Καλός πολίτης)! Πβ. στρατιωτικό, φανταριλίκι. Βλ. κλάση, στρατεύσιμος. 2. το χρονικό διάστημα κατά το οποίο κάποιος κατέχει ένα αξίωμα ή γενικότ. ασκεί τα καθήκοντά του από μια θέση: βουλευτική/δημαρχιακή/πολιτική/προεδρική/πρωθυπουργική/υπουργική ~. Ενιαύσια ~/~ ενός έτους. Κατά τη/στη διάρκεια/στο διάστημα της ~ας του. Με την εκπνοή της ~ας του στο αξίωμα του Προέδρου. Διορισμένος με δοκιμαστική ~. Γιατροί/θέσεις/Πάρεδρος με/(λόγ.) επί ~. Περιορισμός του αριθμού των ~ών. Εκλεγμένος για δύο πλήρεις/συνεχείς/συνεχόμενες ~ες. Η ~ (των μελών) του ΔΣ διαρκεί ... χρόνια. Ανανεώθηκε/έληξε/ολοκληρώθηκε/παρατάθηκε η ~ του. Διεκδικεί/εξασφάλισε και δεύτερη/νέα (κυβερνητική) ~. 3. (μτφ.) επαγγελματική ενασχόληση με κάτι, κυρ. καλλιτεχνικό ή πνευματικό: επιτυχημένη/μακρόχρονη/σύντομη ~ στα γράμματα/στο θέατρο/στο τραγούδι. Πβ. καριέρα, σταδιοδρομία. ● ΣΥΜΠΛ.: άοπλη (στρατιωτική) θητεία: ΣΤΡΑΤ. εναλλακτική δυνατότητα που δινόταν ως το 2010 σε αντιρρησίες συνείδησης να υπηρετήσουν θητεία προσαυξημένη κατά δώδεκα μήνες, από εκείνη που θα υπηρετούσαν ενόπλως, σε μονάδες και Υπηρεσίες του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας με καθήκοντα που δεν συνεπάγονταν τη χρήση όπλων., εναλλακτική (κοινωνική) θητεία: ΣΤΡΑΤ. υπηρεσία που προσφέρουν οι αντιρρησίες συνείδησης σε φορείς του Δημόσιου Τομέα, αντί της στράτευσης: καθιέρωση της ~ής ~ας. Πβ. κοινωνική εργασία. [< αρχ. θητεία]
20734θητεύωθη-τεύ-ω ρ. (αμτβ.) {θήτευ-σε} (λόγ.): προσφέρω τις υπηρεσίες μου, ασχολούμαι συστηματικά με έναν τομέα: ~σε σε διευθυντικές θέσεις. Πβ. υπηρετώ.|| ~σε δίπλα/πλάι σε έμπειρους επαγγελματίες. Πβ. δουλεύω, εργάζομαι. [< αρχ. θητεύω]
20736θιασάρχηςθι-α-σάρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {σπάν. θηλ. θιασάρχισσα (λόγ.) θιασάρχις}: οικονομικός και καλλιτεχνικός διευθυντής θιάσου ή θεατρικού σχήματος, ο οποίος συχνά είναι ηθοποιός. Βλ. -άρχης. [< μτγν. θιασάρχης]
20737θιασαρχικός, ή, ό θι-α-σαρ-χι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τον θιασάρχη: ~ό: ντεμπούτο/σχήμα. ~ές: δραστηριότητες.
20738θίασοςθί-α-σος ουσ. (αρσ.) 1. ομάδα ηθοποιών ή γενικότ. καλλιτεχνών που δίνουν μαζί παραστάσεις: δημοτικός/ερασιτεχνικός/θεατρικός/μουσικοχορευτικός ~. Δημιουργώ/συγκροτώ/σχηματίζω ~ο. Ο ~ διαλύθηκε/έχει περιοδεύσει στην Ελλάδα και το εξωτερικό. 2. (μτφ.-ειρων.) σύνολο ανθρώπων που εμφανίζεται κάπου με πομπώδη και επιδεικτικό τρόπο: πολιτικός ~. Τα εγκαίνια έγιναν με όλο τον ~ο επί σκηνής. ● ΣΥΜΠΛ.: περιοδεύων θίασος & περιφερόμενος θίασος 1. που κάνει περιοδείες. Πβ. κομπανία, μπουλούκι. 2. (μτφ.-μειωτ.) ομάδα ανθρώπων χωρίς σοβαρότητα ή κύρος. [< γαλλ. troupe en tournée] [< 1: αρχ. θίασος ‘όμιλος πιστών, ομάδα’, γαλλ. troupe (théâtrale)]
20739θιασώτηςθι-α-σώ-της ουσ. (αρσ.): ένθερμος οπαδός ή υποστηρικτής: ~ μιας άποψης/του εκσυγχρονισμού/μιας θεωρίας/μιας ιδέας/της κλασικής παιδείας/του ορθολογισμού. Πβ. ζηλωτής, προασπιστής, υπέρμαχος. [< αρχ. θιασώτης ‘μέλος ή επικεφαλής ιερού θιάσου, λάτρης’]
20740θιγμένος, η, ο θιγ-μέ-νος επίθ. 1. προσβεβλημένος, μειωμένος ηθικά: ~ος: ανδρισμός/εγωισμός. ~η: σύζυγος. ~ο: γόητρο. ~α: συμφέροντα. Αισθάνομαι/νιώθω ~. Με ύφος ~ο. Το παίζει ~. Πβ. παρεξηγημένος. 2. που έχει υποστεί βλάβη (συνήθ. οικονομική): ~οι: επενδυτές. Αποζημίωση των ~ων πλευρών. ● επίρρ.: θιγμένα
20741θίγωθί-γω ρ. (μτβ.) {έθι-ξα, θί-ξει, -χτηκα (λόγ. γ' πρόσ. εθίγη, μτχ. θιγ-είς, -είσα, -έν), θιγ-όμενος, -μένος, -οντας} 1. προσβάλλω, μειώνω ηθικά: ~ τα αισθήματα/το κύρος/την τιμή/την υπερηφάνεια/την υπόληψη/το φιλότιμο (κάποιου). Θεώρησε ότι ~εται προσωπικά από τα λεγόμενά της. ~εται με το παραμικρό (: είναι εύθικτος, παρεξηγείται). Πβ. πειράζω. 2. προκαλώ βλάβη, ζημιά: ~ την αξιοπιστία/τα συμφέροντά τους. ~ονται οι ελευθερίες/τα κεκτημένα των εργαζομένων. Αποζημιώσεις στους θιγέντες. Πβ. βλάπτω, ζημιώνω, πλήττω. ΑΝΤ. ωφελώ 3. αναφέρομαι σε κάτι: Ο ομιλητής ~ξε μεταξύ άλλων ζητήματα σχετικά με ... Δίστασε να ~ξει ένα τόσο δυσάρεστο θέμα. Μη ~ετε τα κακώς κείμενα.|| Θεατρικό έργο που ~ει επίκαιρα προβλήματα. Πβ. αγγίζω, προσεγγίζω. ● ΦΡ.: θίγω/πληγώνω τον εγωισμό κάποιου βλ. εγωισμός, ονόματα δε(ν) λέμε, υπολήψεις/οικογένειες δε(ν) θίγουμε βλ. όνομα [< μεσν. θίγω, αρχ. θιγγάνω ‘αγγίζω’]
20742θίναθί-να ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΓΕΩΛ. λοφίσκος που σχηματίζεται με τη μεταφορά κόκκων άμμου από τον άνεμο: γκρίζες/λευκές/κινούμενες/σταθερές ~ες. Πβ. αμμο~, αμμόλοφος. ● ΦΡ.: παρά θίν' αλός (αρχαιοπρ.): στην παραλία, παραθαλάσσια. [< αρχ. θίς]
20743θινκ τανκουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): δεξαμενή σκέψης.
20744θίξιμοθί-ξι-μο ουσ. (ουδ.) (σπάν.-προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του θίγω.
20745θιξοτροπικός, ή, ό θι-ξο-τρο-πι-κός επίθ.: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. (για ημιστερεό ή ρευστό) που έχει την ιδιότητα να γίνεται αραιό με την ανακίνηση: ~ός: γύψος/πολυεστέρας. ~ή: βαφή/κόλλα/ρητίνη. ~ό: βερνίκι/τζελ/υγρό.|| (ΓΕΩΛ.) ~ά εδαφικά υλικά (βλ. άργιλος). Βλ. ιξώδης. [< αγγλ. thixotropic, 1927, γαλλ. thixotrope, 1964 < αρχ. θίξις ‘άγγιγμα’]
20746θλάσηθλά-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. τραυματισμός των ιστών, που προκαλείται συνήθ. από πτώση, χτύπημα ή συμπίεση: μυϊκή ~. ~ πρώτου/δεύτερου βαθμού. Έπαθε/υπέστη ~ στο γόνατο/στον καρπό/στους κοιλιακούς/στο πόδι/στον ώμο. ~ των μαλακών μορίων. Βλ. τράβηγμα.|| Εγκεφαλική ~ (πβ. εκχύμωση). [< αρχ. θλάσις]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.