| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1160 | αητός | βλ. αετός | |
| 1161 | αήττητος | , η, ο [ἀήττητος] α-ήτ-τη-τος επίθ.: που δεν νικήθηκε ή δεν μπορεί να νικηθεί: ~ος: αθλητής/αντίπαλος. ~η: πορεία. Η ομάδα παραμένει ~η.|| ~ος: εχθρός/στρατός. Πβ. ακατανίκ-, ακαταμάχ-ητος. ΣΥΝ. ανίκητος (1) ΑΝΤ. ηττημένος, νικημένος ● Ουσ.: αήττητο (το): ΑΘΛ. συνεχείς νίκες για μεγάλο χρονικό διάστημα: Έσπασε/συνεχίζεται το ~ της ομάδας. Οι παίκτες διατήρησαν/κράτησαν το ~ στους αγώνες. [< αρχ. ἀήτητος] | |
| 1162 | άηχος | , η, ο [ἄηχος] ά-η-χος επίθ.: που δεν έχει ή δεν παράγει ήχο: ~η: φωνή. ~ο: κλάμα (ΣΥΝ. βουβό). ~α: βήματα. Πβ. αθόρυβος, σιωπηλός. ΑΝΤ. ηχηρός (2) ● επίρρ.: άηχα ● ΣΥΜΠΛ.: άηχα σύμφωνα & (σπάν.) άηχοι φθόγγοι: ΓΡΑΜΜ. που αρθρώνονται χωρίς να τίθενται σε παλμική κίνηση οι φωνητικές χορδές: Στα ~ ~ ανήκουν τα κλειστά [p], [t], [k] και τα εξακολουθητικά [f], [θ], [x], [s]. ΑΝΤ. ηχηρά σύμφωνα [< γαλλ. consonnes sourdes] [< μτγν. ἄηχος] | |
| 1163 | αθάλη | βλ. αιθάλη | |
| 1164 | αθανασία | [ἀθανασία] α-θα-να-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. η αιώνια ύπαρξη: (ΛΑΟΓΡ.) Βοτάνι/νερό που χαρίζει την ~. Δοξασίες περί ~ας. ΣΥΝ. αιωνιότητα (1), αφθαρσία ΑΝΤ. θνητότητα (2) 2. (μτφ.) η συνέχιση της ύπαρξης στη μνήμη των ανθρώπων: Αγγίζω/εξασφαλίζω/κατακτώ την ~. Ζω/περνώ στην ~. Με το έργο του κέρδισε την ~. Ο ηρωικός του θάνατος του χάρισε την ~. ΣΥΝ. υστεροφημία ● ΣΥΜΠΛ.: η αθανασία της ψυχής: φιλοσοφική και θρησκευτική αντίληψη σύμφωνα με την οποία η ψυχή εξακολουθεί να υπάρχει και μετά θάνατον. [< αρχ. ἀθανασία] | |
| 1165 | Αθάνατοι | [Ἀθάνατοι] Α-θά-να-τοι ουσ. (αρσ.) (οι) {Αθανάτ-ων | -ους} 1. {σπανιότ. στον εν.} τιμητικός τίτλος για τα (τακτικά) μέλη Ακαδημιών: Οι ~ της Ακαδημίας Αθηνών/της Γαλλικής Ακαδημίας. 2. {κ. στον εν.} τιμητικός τίτλος για τα μέλη της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής. [< γαλλ. immortels] | |
| 1166 | αθάνατος | , η, ο [ἀθάνατος] α-θά-να-τος επίθ. 1. (μτφ.) που επιβιώνει αιώνια στη μνήμη των ανθρώπων ή που θεωρείται ότι τίποτα δεν θα μπορέσει να τον καταστρέψει, να τον αλλοιώσει: (για πρόσ.) ~ος: ηγέτης/ήρωας/ποιητής.|| ~ος: έρωτας. ~η: αγάπη/δόξα (: αιώνια, ακατάλυτη)/ελληνική ψυχή/εποποιία/κληρονομιά/μνήμη (= αγέραστη)/τέχνη/φήμη/φιλία. ~ο: Εικοσιένα/έπος/μεγαλείο/πνεύμα. ~οι: στίχοι (: αξεπέραστοι, έξοχοι). ~ες: αλήθειες/αξίες/επιτυχίες (: μεγάλες)/ταινίες. ~α: έργα/τραγούδια. Έμεινε ~ μέσω του έργου του. Πβ. άφθαρτος, παντοτινός.|| (προφ., ως επευφημία για έντονη επιδοκιμασία, αποδοχή). Γεια σου ~η εργατιά! ΑΝΤ. εφήμερος 2. (μτφ.) που δεν υπόκειται στον θάνατο: ~η: ζωή (= η μεταθανάτια)/ψυχή. ~α: κύτταρα (βλ. βλαστοκύτταρα)/όντα. Ουδείς ~.|| (ΘΕΟΛ.) ~ Λόγος. Άγιος ~.|| (ΜΥΘ.) ~οι: θεοί (του Ολύμπου). Βλ. -θάνατος. ΑΝΤ. θνητός 3. {μόνο στην κλητ.} (ειρων.) (ως αποδοκιμασία) για να δηλωθεί ότι κάτι παραμένει στην ίδια πάντα απελπιστική κατάσταση: ~η: αξιοκρατία/γραφειοκρατία/επαρχία/πατρίδα! ~ο: ελληνικό δαιμόνιο/δημόσιο! ~ες μίζες! 4. (προφ.-οικ.) (για κάτι) που αντιστέκεται στη φθορά, είναι εξαιρετικά ανθεκτικό και δεν χαλάει: ~ες: κατασκευές/μηχανές/μπαταρίες (: μεγάλων επιδόσεων). ● ΣΥΜΠΛ.: αθάνατο νερό/αθάνατο βοτάνι: ΛΑΟΓΡ. νερό ή βότανο που ο λαός θεωρεί ότι χαρίζει την αθανασία: Να' χα τ’ ~ νερό! Ψάχνουν τ' ~ βοτάνι. ● ΦΡ.: αθάνατος!, αθάνατη!: ως επευφημία, τη στιγμή της εκφοράς νεκρού (συνήθ. για δημοφιλείς και σημαντικές προσωπικότητες). [< αρχ. ἀθάνατος, γαλλ. immortel] | |
| 1167 | αθάνατος & αθάνατο | [ἀθάνατος] α-θά-να-τος ουσ. (αρσ. + ουδ.): ΒΟΤ. είδος φυτού (οικογ. Agavaceae) με ανθεκτικά, μακριά, σκληρά και αγκαθωτά φύλλα. ΣΥΝ. αγαύη [< αρχ. ἀθάνατος] | |
| 1168 | άθαφτος | , η, ο [ἄθαφτος] ά-θα-φτος επίθ. & άθαπτος: που δεν τον έθαψαν: ~ος: νεκρός. ~ο: ζώο (ΑΝΤ. θαμμένο). Κείτεται/(παρα)μένει ~. Άφησαν ~α τα πτώματα.|| (μτφ.) ~ο: παρελθόν. ΣΥΝ. άταφος [< μεσν. άθαφτος] | |
| 1169 | αθέατος | , η, ο [ἀθέατος] α-θέ-α-τος επίθ.: που δεν είναι ορατός ή συχνότ. φανερός: ~ος: αστέρας/κόσμος (= αόρατος). ~η: ακτή/απειλή/βία. ~ο: έγκλημα/μικρόβιο. ~α: δεινά/κέντρα (λήψης αποφάσεων). ~ και απαρατήρητος. Χωριό (σε νησί) ~ο από τη θάλασσα. ΑΝΤ. θεατός ● επίρρ.: αθέατα ● ΣΥΜΠΛ.: η αθέατη πλευρά (των πραγμάτων): για καθετί κρυφό και ανεξιχνίαστο, άγνωστο ή σκοτεινό: Φωτίστηκε ~ ~ των εξελίξεων/της ζωής του.|| (κυριολ.) ~ ~ της σελήνης. [< μτγν. ἀθέατος] | |
| 1170 | αθεΐα | [ἀθεΐα] α-θε-ΐ-α ουσ. (θηλ.): απουσία πίστης στην ύπαρξη Θεού. ΣΥΝ. αθεϊσμός [< μτγν. ἀθεΐα] | |
| 1171 | αθεϊσμός | [ἀθεϊσμός] α-θε-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. η φιλοσοφική θεωρία που πρεσβεύει ότι δεν υπάρχει Θεός ή οποιαδήποτε θεϊκή οντότητα και η αντίστοιχη στάση: ατομικός/επιστημονικός/πρακτικός/θεωρητικός ~. Βλ. θεϊσμός. ΣΥΝ. αθεΐα [< γαλλ. athéisme, αγγλ. atheism] | |
| 1172 | αθεϊστής | [ἀθεϊστής] α-θε-ϊ-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. στο θηλ. αθεΐστρια}: ΦΙΛΟΣ. οπαδός του αθεϊσμού. Πβ. άθεος. Βλ. αγνωστικιστής, θεϊστής. [< γαλλ. athéiste, αγγλ. atheist] | |
| 1173 | αθεϊστικός | , ή, ό [ἀθεϊστικός] α-θε-ϊ-στι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που αναφέρεται στον αθεϊσμό: ~ός: επιστημονισμός/υλισμός/υπαρξισμός. ~ή: διδασκαλία/προπαγάνδα. ~ό: κήρυγμα/κίνημα. [< γαλλ. athéistique, αγγλ. atheistic] | |
| 1174 | άθελα | [ἄθελα] ά-θε-λα επίρρ. (+ γεν. προσωπ. αντων.) (προφ.-λογοτ.): χωρίς τη θέληση κάποιου, χωρίς πρόθεση ή σκοπιμότητα: ~ά τους σε πλήγωσαν/στενοχώρησαν. Δήλωσα ~ά μου (= κατά λάθος) ανακριβή στοιχεία. ~ και ασυνείδητα. ΣΥΝ. αθέλητα, ακούσια ΑΝΤ. εκούσια, επίτηδες ● ΦΡ.: ηθελημένα ή μη/ή αθέλητα/ή άθελα βλ. ηθελημένος | |
| 1175 | αθέλητος | , η, ο [ἀθέλητος] α-θέ-λη-τος επίθ. 1. που γίνεται χωρίς τη θέληση κάποιου, ακούσιος: ~ος: πυροβολισμός/φόνος. ~η: αντίδραση/ενέργεια. ΑΝΤ. εθελούσιος, εκούσιος, εσκεμμένος, ηθελημένος 2. (για πρόσ.) που κάνει ή υφίσταται κάτι χωρίς τη θέλησή του: ~ος: θεατής/μάρτυρας/ωτακουστής. ΣΥΝ. άκων ● επίρρ.: αθέλητα: ΣΥΝ. άθελα, ακούσια ΑΝΤ. εκούσια ● ΦΡ.: ηθελημένα ή μη/ή αθέλητα/ή άθελα βλ. ηθελημένος [< 1: μτγν. ἀθέλητος 2: μεσν. αθέλητος] | |
| 1176 | άθελος | , η, ο [ἄθελος] ά-θε-λος επίθ.: αθέλητος. | |
| 1177 | αθεμελίωτος | , η, ο [ἀθεμελίωτος] α-θε-με-λί-ω-τος επίθ. & (λαϊκό) αθεμέλιωτος ΑΝΤ. θεμελιωμένος 1. (μτφ.) που δεν θεμελιώθηκε λογικά, που δεν αποδείχθηκε ή δεν δικαιολογείται: ~ος: ισχυρισμός/φόβος (ΣΥΝ. αβάσιμος). ~η: άποψη/κατηγορία (ΣΥΝ. ανυπόστατη)/κρίση/υποψία. ~ο: επιχείρημα (ΣΥΝ. αστήρικτο)/κατηγορητήριο. Άδικη και ~η κριτική. Επιπόλαια και επιστημονικά ~α δημοσιεύματα. 2. (για κατασκευή) που δεν έχει θεμέλια ή δεν έχει ακόμη θεμελιωθεί: ~η: οικοδομή. ~ο: κτίριο. ● επίρρ.: αθεμελίωτα [< 1: γερμ. unbegründet, grundlos, αγγλ. unfounded 2: μτγν. ἀθεμελίωτος] | |
| 1179 | αθεολόγητος | , η, ο [ἀθεολόγητος] α-θε-ο-λό-γη-τος επίθ.: που δεν έχει θεολογικές γνώσεις ή δεν στηρίζεται σε αυτές: ~ος: (δια)λόγος. (ειρων.) ~οι θεολόγοι. | |
| 1180 | άθεος | , η, ο [ἄθεος] ά-θε-ος επίθ./ουσ. {-ων (λόγ.) -έων} 1. που δεν πιστεύει στην ύπαρξη Θεού και γενικότ. οποιασδήποτε θεότητας: ~οι: διανοούμενοι/υλιστές/φιλόσοφοι. ~ εκ πεποιθήσεως. Πβ. αθεϊστής. Βλ. αγνωστικιστής, άπιστος, θεϊστής. ΑΝΤ. θρήσκος, πιστός (1) 2. {μόνο ως επίθ.} που αναφέρεται στην αθεΐα: ~η: εποχή. ~ες: αντιλήψεις. 3. (μειωτ.) που δεν πιστεύει στον Χριστό, αντίχριστος: τα αντιχριστιανικά κείμενα των ~ων. Βλ. άπιστος. [< αρχ. ἄθεος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ