| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20747 | θλαστικός | , ή, ό θλα-στι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη θλάση: ~ή: κάκωση. ~ό: τραύμα. 2. (λόγ.) κατάλληλος για να συνθλίβει, να σπάει κάτι: ~ή: ικανότητα. ~ό: όργανο. [< αρχ. θλαστικός] | |
| 20748 | θλιβερός | , ή, ό θλι-βε-ρός επίθ. 1. που προκαλεί θλίψη ή μελαγχολία: ~ός: απολογισμός/επίλογος (ιστορίας)/κατάλογος θυμάτων. ~ή: αλήθεια/διαπίστωση/είδηση/εικόνα/εμπειρία/επέτειος/ζωή/κατάσταση/πραγματικότητα. ~ό: γεγονός/επεισόδιο/θέαμα/περιστατικό/(πολιτικό) σκηνικό/τέλος (υπόθεσης)/φαινόμενο. ~ές: αναμνήσεις/συνέπειες. ~ά: συμβάντα. Χώρα που έχει το ~ό προνόμιο να είναι πρώτη σε ... Ανέλαβε/είχε/επωμίστηκε το ~ό καθήκον να τους ειδοποιήσει για τον θάνατο του ... Είναι (ιδιαίτερα/πραγματικά) ~ό να ... Μας διηγήθηκε τα όσα ~ά συνέβησαν. Πβ. δυσάρεστος, λυπηρός.|| ~ό: πρωινό. ~οί: ήχοι/στίχοι. Πβ. καταθλιπτ-, μελαγχολ-ικός. Βλ. -ερός. 2. (μειωτ.) αξιολύπητος, αξιοθρήνητος: Τι ~ που είσαι! ~οί απολογητές ενός καθεστώτος/συστήματος.|| ~ές συνθήκες (= απαράδεκτες, τραγικές). ΣΥΝ. άθλιος. ● επίρρ.: θλιβερά [< μεσν. θλιβερός] | |
| 20749 | θλίβω | θλί-βω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ., θλίβ-οντας}: προκαλώ αίσθημα έντονης λύπης, θλίψης σε κάποιον: Με ~ει η αγένειά σου/η αδιαφορία σου/η άσχημη τροπή των πραγμάτων/να σε βλέπω να βασανίζεσαι άδικα. Πβ. λυπώ, στενοχωρώ. Βλ. εκ~, κατα~. ΑΝΤ. χαροποιεί ● Παθ.: θλίβομαι {θλιβ-όμενος}: νιώθω θλίψη, αισθάνομαι λύπη για κάτι δυσάρεστο: ~ αφάνταστα/βαθύτατα/ειλικρινά. ~ για την κατάντια/τη μιζέρια του. ~ όταν/γιατί βλέπω/διαπιστώνω πως ... Πβ. λυπάμαι, στενοχωριέμαι. ΑΝΤ. αναγαλλιάζω, ευφραίνομαι, χαίρομαι (1) [< αρχ. θλίβω ‘συμπιέζω, θλίβομαι, πιέζομαι, στενοχωριέμαι’] | |
| 20750 | θλιμμένος | , η, ο θλιμ-μέ-νος επίθ. & (λόγ.) τεθλιμμένος: που νιώθει ή εκφράζει θλίψη: Είναι βαθύτατα ~ με αυτό που έγινε.|| ~η: έκφραση/μελωδία/όψη/φωνή. ~ο: βλέμμα/πρόσωπο/τραγούδι/ύφος. ~α: μάτια. Πβ. λυπημένος, μελαγχολικός, στενοχωρημένος. ΑΝΤ. ευτυχισμένος, χαρούμενος.|| (κυρ. ειρων.) Σαν τεθλιμμένοι συγγενείς. ● επίρρ.: θλιμμένα [< μτγν. τεθλιμμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. θλίβω, μεσν. θλιμμένος] | |
| 20751 | θλιπτικός | , ή, ό θλι-πτι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με την ελάττωση του όγκου σώματος εξαιτίας της εφαρμογής αυξημένης πιεστικής δύναμης σε αυτό: ~ή: αντοχή/τάση. ~ό: πεδίο/φορτίο. Βλ. εκ~. [< μτγν. θλιπτικός ‘που προκαλείται από πίεση’] | |
| 20752 | θλίψη | θλί-ψη ουσ. (θηλ.) 1. ψυχικός πόνος, έντονη λύπη: ανείπωτη/απέραντη/βαθιά ~. Αβάσταχτη ~ από/για το χαμό της. Αισθάνομαι/νιώθω ~. Με πιάνει ~, όταν ... Με μεγάλη ~ πληροφορήθηκαν τον θάνατό του. Βυθίστηκε στη ~ μετά το τραγικό δυστύχημα.|| Οι ~εις (= τα βάσανα) της ζωής. Πβ. καημός, πίκρα, πόνος, στενοχώρια. Βλ. κατάθλιψη. ΑΝΤ. χαρά (1) 2. ΦΥΣ. εντατική δύναμη που ασκείται στην επιφάνεια σώματος και προκαλεί παραμόρφωση, ελαττώνοντας τη διάστασή του: αξονική/υδροστατική ~. Αντοχή υλικών σε ~ και κάμψη. Βλ. εφελκυσμός. [< 1: μεσν. θλίψη 2: αρχ. θλῖψις, γαλλ. compression] | |
| 20753 | θνησιγένεια | θνη-σι-γέ-νει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): γέννηση νεκρών ή ετοιμοθάνατων βρεφών. [< γαλλ. mortinatalité] | |
| 20754 | θνησιγενής | θνη-σι-γε-νής επίθ. (λόγ.) ΑΝΤ. βιώσιμος 1. (μτφ.) που δεν έχει πιθανότητα επιβίωσης, που παρουσιάζει προβλήματα από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής του: ~ής: λύση/οικονομία/προσπάθεια. 2. που γεννιέται νεκρός ή πεθαίνει μόλις γεννηθεί: ~ές: έμβρυο/παιδί. ~ή: μωρά/νεογέννητα. Βλ. -γενής. [< γαλλ. mort-né] | |
| 20755 | θνησιμαίος | , α, ο [θνησιμαῖος] θνη-σι-μαί-ος επίθ. (λόγ.): ψόφιος, κυρ. στο ● Ουσ.: θνησιμαίο (το): ψοφίμι: Πτηνά που τρέφονται με ~α. [< μτγν. θνησιμαῖος, ουδ. θνησιμαῖον] | |
| 20756 | θνησιμότητα | θνη-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΔΗΜΟΓΡ. η σχέση του αριθμού των θανάτων προς τον πληθυσμό συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής ή ομάδας ατόμων· συνεκδ. ο αριθμός θανάτων που σημειώνεται σε αυτά τα πλαίσια: αυξημένη/βρεφική/ελαττωμένη/μητρική/παιδική/υψηλή ~. ~ από καρκίνο/ναρκωτικά. Αίτια/αντιμετώπιση/περιορισμός της ~ας. Δείκτης/παράγοντας/ποσοστό/συντελεστής ~ας. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. γεννητικότητα (1) [< γαλλ. mortalité] | |
| 20757 | θνητός | , ή, ό θνη-τός επίθ.: που πρόκειται κάποτε να πεθάνει: ~ός: άνθρωπος/κόσμος. ~ή: φύση. ~ό: γένος/ον/σώμα. Πβ. φθαρτός. Βλ. εφήμερος, πρόσκαιρος. ΑΝΤ. αθάνατος (1) ● Ουσ.: θνητός, θνητή (ο/η): ο άνθρωπος, σε αντιδιαστολή προς τον Θεό, τους θεούς ή τους αθανάτους. ● ΣΥΜΠΛ.: ευτυχής θνητός (επιτατ.): ιδιαίτερα τυχερός: Ποιος ~ ~ είναι ο κάτοχος του τυχερού λαχνού;, κοινός θνητός (συχνά ειρων.): πρόσωπο που δεν ανήκει σε υψηλή κοινωνική και οικονομική τάξη. [< αρχ. θνητός] | |
| 20758 | θνητότητα | θνη-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΔΗΜΟΓΡ. ο αριθμός των θανάτων από μία ασθένεια σε σχέση με τον καταγεγραμμένο αριθμό ατόμων που προσβλήθηκαν από αυτή: καρδιαγγειακή/υψηλή/χαμηλή ~. Ποσοστό ~ας. 2. (λόγ.) η ιδιότητα, το χαρακτηριστικό γνώρισμα του θνητού: η ~ του ανθρώπου. Πβ. φθαρτότητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αθανασία (1) [< 1: γαλλ. mortalité 2: μτγν. θνητότης] | |
| 20759 | ΘΟΚ | (ο): Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου. | |
| 20760 | θολερός | , ή, ό θο-λε-ρός επίθ. (λόγ.): θαμπός, θολός: ~ό: υγρό. Βλ. -ερός. ΑΝΤ. διαυγής (1) [< αρχ. θολερός] | |
| 20761 | θολερότητα | θο-λε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του θολερού: η ~ των καυσαερίων/του νερού.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του κερατοειδούς. ~ στην όραση. Βλ. -ότητα. [< αρχ. θολερότης ‘θολότητα’] | |
| 20762 | θολοειδής | , ής, ές θο-λο-ει-δής επίθ. {θολοειδ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.) : που μοιάζει με θόλο: ~ή: ηχεία. [< μτγν. θολοειδής] | |
| 20763 | θολοκουλτούρα | θο-λο-κουλ-τού-ρα ουσ. (θηλ.) (μειωτ.): επιφανειακή και φαινομενική γνώση πολιτιστικών θεμάτων για λόγους επίδειξης· επίφαση κουλτούρας. | |
| 20764 | θολοκουλτουριάρης | θο-λο-κουλ-του-ριά-ρης ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): διανοούμενος με επιφανειακές γνώσεις που δεν γίνεται εύκολα κατανοητός. Πβ. κουλτουριαραίος, ψευτο-διανοούμενος, -κουλτουριάρης. | |
| 20765 | θολοπλαστική | θο-λο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική επέμβαση για την αντιμετώπιση της διαφραγματοκήλης και της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης: διαστοματική/λαπαροσκοπική ~. Βλ. -πλαστική. | |
| 20766 | θολός | , ή, ό θο-λός επίθ. ΣΥΝ. θαμπός 1. που έχει χάσει τη διαύγεια, τη διαφάνεια ή τη φωτεινότητά του: ~ός: ουρανός (= μουντός· πβ. σκοτεινός, συννεφιασμένος. ΑΝΤ. φωτεινός). ~ό: γυαλί/τζάμι. Το νερό είναι ελαφρώς/κάπως ~ό. Πβ. θολερός. ΑΝΤ. διαυγής, διάφανος.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: όραση (: σε περίπτωση μυωπίας). ~ό: βλέμμα (ΑΝΤ. εκφραστικό, ζωηρό). ~ά: μάτια.|| (λογοτ.) ~ό: φεγγάρι. 2. που τα χαρακτηριστικά του δεν διακρίνονται εύκολα: ~ές: γραμμές/μορφές. ~ές ή κουνημένες εικόνες/φωτογραφίες. ΑΝΤ. ευκρινής (1) 3. (μτφ.) αόριστος, ασαφής: ~ή: κατάσταση. ~ές: υποσχέσεις. Το αύριο/μέλλον δείχνει/φαίνεται ~ό (= αβέβαιο, βλ. ζοφερός).|| ~ές: αναμνήσεις (= αμυδρές). Όλα είναι ~ά στο μυαλό μου. Πβ. ακαθόριστος, συγκεχυμένος. ΑΝΤ. ξεκάθαρος (1) ● επίρρ.: θολά ● ΣΥΜΠΛ.: θολό τοπίο (μτφ.): απροσδιόριστη κατάσταση: ~ (παραμένει) το ~ στην οικονομία. ● ΦΡ.: ψαρεύω σε θολά νερά (μτφ.): επιδιώκω να αντλήσω οφέλη από μια κατάσταση αβεβαιότητας ή σύγχυσης, ενεργώ δόλια: Κατηγόρησε την αντιπολίτευση ότι ~ει ~. [< αρχ. θολός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ