| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20738 | θίασος | θί-α-σος ουσ. (αρσ.) 1. ομάδα ηθοποιών ή γενικότ. καλλιτεχνών που δίνουν μαζί παραστάσεις: δημοτικός/ερασιτεχνικός/θεατρικός/μουσικοχορευτικός ~. Δημιουργώ/συγκροτώ/σχηματίζω ~ο. Ο ~ διαλύθηκε/έχει περιοδεύσει στην Ελλάδα και το εξωτερικό. 2. (μτφ.-ειρων.) σύνολο ανθρώπων που εμφανίζεται κάπου με πομπώδη και επιδεικτικό τρόπο: πολιτικός ~. Τα εγκαίνια έγιναν με όλο τον ~ο επί σκηνής. ● ΣΥΜΠΛ.: περιοδεύων θίασος & περιφερόμενος θίασος 1. που κάνει περιοδείες. Πβ. κομπανία, μπουλούκι. 2. (μτφ.-μειωτ.) ομάδα ανθρώπων χωρίς σοβαρότητα ή κύρος. [< γαλλ. troupe en tournée] [< 1: αρχ. θίασος ‘όμιλος πιστών, ομάδα’, γαλλ. troupe (théâtrale)] | |
| 20739 | θιασώτης | θι-α-σώ-της ουσ. (αρσ.): ένθερμος οπαδός ή υποστηρικτής: ~ μιας άποψης/του εκσυγχρονισμού/μιας θεωρίας/μιας ιδέας/της κλασικής παιδείας/του ορθολογισμού. Πβ. ζηλωτής, προασπιστής, υπέρμαχος. [< αρχ. θιασώτης ‘μέλος ή επικεφαλής ιερού θιάσου, λάτρης’] | |
| 20740 | θιγμένος | , η, ο θιγ-μέ-νος επίθ. 1. προσβεβλημένος, μειωμένος ηθικά: ~ος: ανδρισμός/εγωισμός. ~η: σύζυγος. ~ο: γόητρο. ~α: συμφέροντα. Αισθάνομαι/νιώθω ~. Με ύφος ~ο. Το παίζει ~. Πβ. παρεξηγημένος. 2. που έχει υποστεί βλάβη (συνήθ. οικονομική): ~οι: επενδυτές. Αποζημίωση των ~ων πλευρών. ● επίρρ.: θιγμένα | |
| 20741 | θίγω | θί-γω ρ. (μτβ.) {έθι-ξα, θί-ξει, -χτηκα (λόγ. γ' πρόσ. εθίγη, μτχ. θιγ-είς, -είσα, -έν), θιγ-όμενος, -μένος, -οντας} 1. προσβάλλω, μειώνω ηθικά: ~ τα αισθήματα/το κύρος/την τιμή/την υπερηφάνεια/την υπόληψη/το φιλότιμο (κάποιου). Θεώρησε ότι ~εται προσωπικά από τα λεγόμενά της. ~εται με το παραμικρό (: είναι εύθικτος, παρεξηγείται). Πβ. πειράζω. 2. προκαλώ βλάβη, ζημιά: ~ την αξιοπιστία/τα συμφέροντά τους. ~ονται οι ελευθερίες/τα κεκτημένα των εργαζομένων. Αποζημιώσεις στους θιγέντες. Πβ. βλάπτω, ζημιώνω, πλήττω. ΑΝΤ. ωφελώ 3. αναφέρομαι σε κάτι: Ο ομιλητής ~ξε μεταξύ άλλων ζητήματα σχετικά με ... Δίστασε να ~ξει ένα τόσο δυσάρεστο θέμα. Μη ~ετε τα κακώς κείμενα.|| Θεατρικό έργο που ~ει επίκαιρα προβλήματα. Πβ. αγγίζω, προσεγγίζω. ● ΦΡ.: θίγω/πληγώνω τον εγωισμό κάποιου βλ. εγωισμός, ονόματα δε(ν) λέμε, υπολήψεις/οικογένειες δε(ν) θίγουμε βλ. όνομα [< μεσν. θίγω, αρχ. θιγγάνω ‘αγγίζω’] | |
| 20742 | θίνα | θί-να ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΓΕΩΛ. λοφίσκος που σχηματίζεται με τη μεταφορά κόκκων άμμου από τον άνεμο: γκρίζες/λευκές/κινούμενες/σταθερές ~ες. Πβ. αμμο~, αμμόλοφος. ● ΦΡ.: παρά θίν' αλός (αρχαιοπρ.): στην παραλία, παραθαλάσσια. [< αρχ. θίς] | |
| 20743 | θινκ τανκ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): δεξαμενή σκέψης. | |
| 20744 | θίξιμο | θί-ξι-μο ουσ. (ουδ.) (σπάν.-προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του θίγω. | |
| 20745 | θιξοτροπικός | , ή, ό θι-ξο-τρο-πι-κός επίθ.: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. (για ημιστερεό ή ρευστό) που έχει την ιδιότητα να γίνεται αραιό με την ανακίνηση: ~ός: γύψος/πολυεστέρας. ~ή: βαφή/κόλλα/ρητίνη. ~ό: βερνίκι/τζελ/υγρό.|| (ΓΕΩΛ.) ~ά εδαφικά υλικά (βλ. άργιλος). Βλ. ιξώδης. [< αγγλ. thixotropic, 1927, γαλλ. thixotrope, 1964 < αρχ. θίξις ‘άγγιγμα’] | |
| 20746 | θλάση | θλά-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. τραυματισμός των ιστών, που προκαλείται συνήθ. από πτώση, χτύπημα ή συμπίεση: μυϊκή ~. ~ πρώτου/δεύτερου βαθμού. Έπαθε/υπέστη ~ στο γόνατο/στον καρπό/στους κοιλιακούς/στο πόδι/στον ώμο. ~ των μαλακών μορίων. Βλ. τράβηγμα.|| Εγκεφαλική ~ (πβ. εκχύμωση). [< αρχ. θλάσις] | |
| 20747 | θλαστικός | , ή, ό θλα-στι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη θλάση: ~ή: κάκωση. ~ό: τραύμα. 2. (λόγ.) κατάλληλος για να συνθλίβει, να σπάει κάτι: ~ή: ικανότητα. ~ό: όργανο. [< αρχ. θλαστικός] | |
| 20748 | θλιβερός | , ή, ό θλι-βε-ρός επίθ. 1. που προκαλεί θλίψη ή μελαγχολία: ~ός: απολογισμός/επίλογος (ιστορίας)/κατάλογος θυμάτων. ~ή: αλήθεια/διαπίστωση/είδηση/εικόνα/εμπειρία/επέτειος/ζωή/κατάσταση/πραγματικότητα. ~ό: γεγονός/επεισόδιο/θέαμα/περιστατικό/(πολιτικό) σκηνικό/τέλος (υπόθεσης)/φαινόμενο. ~ές: αναμνήσεις/συνέπειες. ~ά: συμβάντα. Χώρα που έχει το ~ό προνόμιο να είναι πρώτη σε ... Ανέλαβε/είχε/επωμίστηκε το ~ό καθήκον να τους ειδοποιήσει για τον θάνατο του ... Είναι (ιδιαίτερα/πραγματικά) ~ό να ... Μας διηγήθηκε τα όσα ~ά συνέβησαν. Πβ. δυσάρεστος, λυπηρός.|| ~ό: πρωινό. ~οί: ήχοι/στίχοι. Πβ. καταθλιπτ-, μελαγχολ-ικός. Βλ. -ερός. 2. (μειωτ.) αξιολύπητος, αξιοθρήνητος: Τι ~ που είσαι! ~οί απολογητές ενός καθεστώτος/συστήματος.|| ~ές συνθήκες (= απαράδεκτες, τραγικές). ΣΥΝ. άθλιος. ● επίρρ.: θλιβερά [< μεσν. θλιβερός] | |
| 20749 | θλίβω | θλί-βω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ., θλίβ-οντας}: προκαλώ αίσθημα έντονης λύπης, θλίψης σε κάποιον: Με ~ει η αγένειά σου/η αδιαφορία σου/η άσχημη τροπή των πραγμάτων/να σε βλέπω να βασανίζεσαι άδικα. Πβ. λυπώ, στενοχωρώ. Βλ. εκ~, κατα~. ΑΝΤ. χαροποιεί ● Παθ.: θλίβομαι {θλιβ-όμενος}: νιώθω θλίψη, αισθάνομαι λύπη για κάτι δυσάρεστο: ~ αφάνταστα/βαθύτατα/ειλικρινά. ~ για την κατάντια/τη μιζέρια του. ~ όταν/γιατί βλέπω/διαπιστώνω πως ... Πβ. λυπάμαι, στενοχωριέμαι. ΑΝΤ. αναγαλλιάζω, ευφραίνομαι, χαίρομαι (1) [< αρχ. θλίβω ‘συμπιέζω, θλίβομαι, πιέζομαι, στενοχωριέμαι’] | |
| 20750 | θλιμμένος | , η, ο θλιμ-μέ-νος επίθ. & (λόγ.) τεθλιμμένος: που νιώθει ή εκφράζει θλίψη: Είναι βαθύτατα ~ με αυτό που έγινε.|| ~η: έκφραση/μελωδία/όψη/φωνή. ~ο: βλέμμα/πρόσωπο/τραγούδι/ύφος. ~α: μάτια. Πβ. λυπημένος, μελαγχολικός, στενοχωρημένος. ΑΝΤ. ευτυχισμένος, χαρούμενος.|| (κυρ. ειρων.) Σαν τεθλιμμένοι συγγενείς. ● επίρρ.: θλιμμένα [< μτγν. τεθλιμμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. θλίβω, μεσν. θλιμμένος] | |
| 20751 | θλιπτικός | , ή, ό θλι-πτι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με την ελάττωση του όγκου σώματος εξαιτίας της εφαρμογής αυξημένης πιεστικής δύναμης σε αυτό: ~ή: αντοχή/τάση. ~ό: πεδίο/φορτίο. Βλ. εκ~. [< μτγν. θλιπτικός ‘που προκαλείται από πίεση’] | |
| 20752 | θλίψη | θλί-ψη ουσ. (θηλ.) 1. ψυχικός πόνος, έντονη λύπη: ανείπωτη/απέραντη/βαθιά ~. Αβάσταχτη ~ από/για το χαμό της. Αισθάνομαι/νιώθω ~. Με πιάνει ~, όταν ... Με μεγάλη ~ πληροφορήθηκαν τον θάνατό του. Βυθίστηκε στη ~ μετά το τραγικό δυστύχημα.|| Οι ~εις (= τα βάσανα) της ζωής. Πβ. καημός, πίκρα, πόνος, στενοχώρια. Βλ. κατάθλιψη. ΑΝΤ. χαρά (1) 2. ΦΥΣ. εντατική δύναμη που ασκείται στην επιφάνεια σώματος και προκαλεί παραμόρφωση, ελαττώνοντας τη διάστασή του: αξονική/υδροστατική ~. Αντοχή υλικών σε ~ και κάμψη. Βλ. εφελκυσμός. [< 1: μεσν. θλίψη 2: αρχ. θλῖψις, γαλλ. compression] | |
| 20753 | θνησιγένεια | θνη-σι-γέ-νει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): γέννηση νεκρών ή ετοιμοθάνατων βρεφών. [< γαλλ. mortinatalité] | |
| 20754 | θνησιγενής | θνη-σι-γε-νής επίθ. (λόγ.) ΑΝΤ. βιώσιμος 1. (μτφ.) που δεν έχει πιθανότητα επιβίωσης, που παρουσιάζει προβλήματα από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής του: ~ής: λύση/οικονομία/προσπάθεια. 2. που γεννιέται νεκρός ή πεθαίνει μόλις γεννηθεί: ~ές: έμβρυο/παιδί. ~ή: μωρά/νεογέννητα. Βλ. -γενής. [< γαλλ. mort-né] | |
| 20755 | θνησιμαίος | , α, ο [θνησιμαῖος] θνη-σι-μαί-ος επίθ. (λόγ.): ψόφιος, κυρ. στο ● Ουσ.: θνησιμαίο (το): ψοφίμι: Πτηνά που τρέφονται με ~α. [< μτγν. θνησιμαῖος, ουδ. θνησιμαῖον] | |
| 20756 | θνησιμότητα | θνη-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΔΗΜΟΓΡ. η σχέση του αριθμού των θανάτων προς τον πληθυσμό συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής ή ομάδας ατόμων· συνεκδ. ο αριθμός θανάτων που σημειώνεται σε αυτά τα πλαίσια: αυξημένη/βρεφική/ελαττωμένη/μητρική/παιδική/υψηλή ~. ~ από καρκίνο/ναρκωτικά. Αίτια/αντιμετώπιση/περιορισμός της ~ας. Δείκτης/παράγοντας/ποσοστό/συντελεστής ~ας. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. γεννητικότητα (1) [< γαλλ. mortalité] | |
| 20757 | θνητός | , ή, ό θνη-τός επίθ.: που πρόκειται κάποτε να πεθάνει: ~ός: άνθρωπος/κόσμος. ~ή: φύση. ~ό: γένος/ον/σώμα. Πβ. φθαρτός. Βλ. εφήμερος, πρόσκαιρος. ΑΝΤ. αθάνατος (1) ● Ουσ.: θνητός, θνητή (ο/η): ο άνθρωπος, σε αντιδιαστολή προς τον Θεό, τους θεούς ή τους αθανάτους. ● ΣΥΜΠΛ.: ευτυχής θνητός (επιτατ.): ιδιαίτερα τυχερός: Ποιος ~ ~ είναι ο κάτοχος του τυχερού λαχνού;, κοινός θνητός (συχνά ειρων.): πρόσωπο που δεν ανήκει σε υψηλή κοινωνική και οικονομική τάξη. [< αρχ. θνητός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ