| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20767 | θόλος | θό-λος ουσ. (αρσ.) 1. ΑΡΧΙΤ. οροφή ημισφαιρική, κυλινδρική ή καμπυλόγραμμη: γυάλινος/πέτρινος ~. Ο ~ του κτιρίου/του ναού (= τρούλος)/της στέγης. Βλ. σταυροθόλιο. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε θολοειδής σχηματισμός: ο ~ του διαφράγματος/του κόλπου/του κρανίου/του στομάχου.|| Ο ~ του αλεξίπτωτου/του τροχού (: το τμήμα του αμαξώματος που βρίσκεται πάνω από τους τροχούς). ● ΣΥΜΠΛ.: γεωδαιτικός θόλος βλ. γεωδαιτικός, ουράνιος θόλος βλ. ουράνιος [< μτγν. θόλος] | |
| 20768 | θολοσκέπαστος | , η, ο θο-λο-σκέ-πα-στος επίθ. & (λόγ.) θολοσκεπής, ής, ές: που έχει θολωτή σκεπή: ~ος: ναός. ~η: αίθουσα/βασιλική. Πβ. τρουλωτός. | |
| 20769 | θολότητα | θο-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έλλειψη διαύγειας, καθαρότητας: η ~ της ατμόσφαιρας/του νερού. Αισθητήρας/συντελεστής ~ας.|| (μτφ.) ~ του πολιτικού τοπίου. Πβ. θαμπάδα, θολούρα. Βλ. -ότητα. [< μεσν. θολότης] | |
| 20770 | θολούρα | θο-λού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): θολότητα, θαμπάδα: ~ στα μάτια. Πβ. θάμπωμα.|| (μτφ.) Με τέτοια ~ στο μυαλό δεν καταλάβαινα τι μου έλεγε.|| Ιδεολογική/πολιτική ~. Πβ. παραζάλη, σύγχυση. Βλ. -ούρα1. ΑΝΤ. διαύγεια (1) | |
| 20771 | θόλωμα | θό-λω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του θολώνω: ~ της εικόνας/(ΙΑΤΡ.) της όρασης. ΑΝΤ. ξε~.|| (μτφ.) ~ του μυαλού/του νου. Πβ. θάμπωμα, θόλωση. [< μεσν. θόλωμα] | |
| 20772 | θολώνω | θο-λώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {θόλω-σα, -σει, -θεί, -μένος, θολών-οντας} 1. γίνομαι θολός ή σπανιότ. κάνω κάτι θολό: Το νερό ~σε απ' το χώμα. Τα τζάμια ~σαν απ' τις ανάσες. Τα γυαλιά μου έχουν ~σει. ΣΥΝ. θαμπώνω.|| ~σε ο ουρανός (= μαύρισε, σκοτείνιασε).|| Τα μάτια της ~σαν από τα δάκρυα/το κλάμα (: δεν έβλεπε καθαρά).|| Η ζέστη ~ει τον ορίζοντα. Πάθηση που ~ει την όραση. ΑΝΤ. ξεθολώνω (1) 2. (μτφ.) χάνω την ψυχραιμία μου, ταράζομαι: ~σα και δεν ήξερα τι έκανα (= συγχύστηκα)! ~σε η κρίση του. Η ζήλια τον ~σε/του ~σε το μυαλό (/τον νου/τη σκέψη). ΑΝΤ. ξεθολώνω (2) 3. (μτφ.) κάνω κάτι συγκεχυμένο ή γίνομαι ασαφής: Δηλώσεις που ~ουν το πολιτικό τοπίο. ΑΝΤ. ξεκαθαρίζω.|| Αναμνήσεις που έχουν ~σει (: είναι αμυδρές). ● Μτχ.: θολωμένος , η, ο 1. που δεν είναι διαυγής ή δεν φαίνεται καθαρά: ~η: εικόνα. ~ο: νερό. ~α: παράθυρα. ΣΥΝ. θολός (1) ΑΝΤ. αθόλωτος 2. (μτφ.) αναστατωμένος, συγχυσμένος, με μειωμένη πνευματική διαύγεια: ~ος: νους. ~ από το πάθος/το ποτό. Πβ. μπερδεμένος. 3. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη θόλωση του φυσικού φακού του οφθαλμού: ~ος: κερατοειδής. ~η: μεμβράνη/όραση. ● ΦΡ.: θολώνει το μάτι μου (μτφ.): βρίσκομαι σε έντονη ψυχική κατάσταση από κάποιο συναίσθημα, επιθυμία ή ανάγκη: Θόλωσε ~ από τον θυμό/την πείνα., θολώνω τα νερά: συσκοτίζω τα πράγματα προς όφελός μου, παραπλανώ: Οι δηλώσεις αυτές ~σαν ~ στην παγκόσμια αγορά. Πβ. αμολώ/ρίχνω/αφήνω (πίσω μου) μελάνι. [< γαλλ. troubler les eaux] [< μεσν. θολώνω] | |
| 20773 | θόλωση | θό-λω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): θόλωμα: ~ της ατμόσφαιρας/του γυαλιού/του νερού.|| (ΙΑΤΡ.) ~ της διάνοιας/της συνείδησης. ~ της όρασης/του φακού του οφθαλμού (βλ. καταρράκτης).|| (μτφ.) ~ του νου (= σύγχυση, συσκότιση). [< αρχ. θόλωσις] | |
| 20774 | θολωτός | , ή, ό θο-λω-τός επίθ.: ΑΡΧΙΤ. που έχει σχήμα θόλου ή η στέγη του σχηματίζει θόλο: ~ή: κατασκευή/οθόνη/οροφή/πόρτα. ~ό: γεφύρι/σπήλαιο.|| ~ός: διάδρομος/ναός/τάφος. ~ή: βασιλική/στοά. ~ό: δωμάτιο/κτίσμα. [< μεσν. θολωτός] | |
| 20775 | θόριο | θό-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ραδιενεργό στοιχείο (σύμβ. Th, Ζ, 90) που υπάγεται στα μέταλλα. [< νεολατ. thorium < σουηδικό thorjord ‘γη του σκανδιναβικού Θεού Thor’] | |
| 20776 | θορυβημένος | , η, ο θο-ρυ-βη-μέ-νος επίθ.: που βρίσκεται σε κατάσταση ψυχικής αναστάτωσης, ταραγμένος: Ήταν φανερά ~ από τις αντιδράσεις/από το γεγονός. Οι υπάλληλοι ~οι κάλεσαν την αστυνομία. Πβ. αναστατωμένος, ανήσυχος. [< μεσν. θορυβημένος] | |
| 20777 | θορυβογενής | , ής, ές θο-ρυ-βο-γε-νής επίθ.: ΙΑΤΡ. που προκαλείται από τον θόρυβο: ~ής: απώλεια της ακοής/βαρηκοΐα. Βλ. -γενής. | |
| 20778 | θορυβοποιός | , ός, ό θο-ρυ-βο-ποι-ός επίθ./ουσ. (λόγ.): που δημιουργεί θόρυβο ή προκαλεί επεισόδια και αναστάτωση. Πβ. σαματατζής, ταραξίας, ταραχοποιός. Βλ. -ποιός. [< μτγν. θορυβοποιός] | |
| 20779 | θόρυβος | θό-ρυ-βος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύβου} 1. δυνατός και συνήθ. δυσάρεστος ήχος: ανυπόφορος/βροντερός/διαπεραστικός/εκκωφαντικός/ενοχλητικός/έντονος/εξωτερικός/εσωτερικός/μεταλλικός/ξαφνικός/περιβαλλοντικός/συνεχής/υπόκωφος ~. Ο ~ των αυτοκινήτων/της μηχανής/της πόλης. Κάρτα ελέγχου ~ύβου (: για τα δίκυκλα). Αύξηση/έλεγχος/μείωση (βλ. αποθορυβοποίηση)/όργανα μέτρησης/πηγές ~ύβου. Ακούστηκε ένας ~ (πβ. βρόντος, κρότος). Πβ. βαβούρα, σαματάς, φασαρία. Βλ. ντεσιμπέλ. 2. (μτφ.) έντονο ενδιαφέρον, σειρά από συζητήσεις ή αντιδράσεις: Έγινε πολύς ~ γύρω από το όνομά του. Το βιβλίο προκάλεσε μεγάλο ~ο στους λογοτεχνικούς κύκλους. Ακόμα δεν έχει κοπάσει ο ~ από την υπόθεση. Πβ. ντόρος, σάλος, σούσουρο. ● ΣΥΜΠΛ.: λευκός θόρυβος: ΦΥΣ. που έχει σταθερή κατανομή ενέργειας σε όλο το εύρος της ζώνης συχνοτήτων. [< γαλλ. bruit blanc, περ. 1950] , θερμικός θόρυβος βλ. θερμικός, θόρυβος βάθους βλ. βάθος, οπτικός θόρυβος βλ. οπτικός ● ΦΡ.: πολύ κακό για το τίποτα βλ. τίποτα [< 1: αρχ. θόρυβος] | |
| 20780 | θορυβώ | [θορυβῶ] θο-ρυ-βώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {θορυβ-είς ... -ώντας | -ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, ημένος} (λόγ.) 1. (μτφ.) προκαλώ αναστάτωση, ανησυχία: Η κατάσταση του ασθενούς ~ησε τους γιατρούς. ~ήθηκε από τα αποτελέσματα. Πβ. αναστατώνω, ανησυχώ, κατα~, ταράζω. ΑΝΤ. καθησυχάζω 2. κάνω θόρυβο, φασαρία: Τον έβγαλε έξω από την αίθουσα, γιατί ~ούσε. ΑΝΤ. ησυχάζω (2) 3. (μτφ.-μειωτ.) προβάλλω ιδιαίτερα το άτομό μου ή το έργο μου, με σκοπό να προσελκύσω την προσοχή κάποιου. [< 2: αρχ. θορυβῶ] | |
| 20781 | θορυβώδης | , ης, ες θο-ρυ-βώ-δης επίθ. {θορυβώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) 1. που δημιουργεί θόρυβο ή βαβούρα· στον οποίο επικρατεί φασαρία: ~ης: κινητήρας. ~ης: εξάτμιση. ΑΝΤ. αθόρυβος.|| ~ης: παρέα. ~ες: πλήθος.|| ~ης: δρόμος. ~ης: πόλη/συζήτηση/συνεδρίαση. Πβ. βουερός, ηχηρός, πολύβουος, πολυθόρυβος. ΑΝΤ. ήσυχος (1) 2. (μτφ.) που προκαλεί έντονες συζητήσεις, φημολογίες: ~ης: απουσία/απόφαση/εμφάνιση/παρουσία/υπόθεση. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: θορυβωδώς [-ῶς] [< 1: αρχ. θορυβώδης] | |
| 20782 | θου | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): το γράμμα θήτα. | |
| 20783 | θου | ρ. {γ' εν. πρόσ. της προστ. αορ. του αρχ. ρ. τίθεμαι} (αρχαιοπρ.): μόνο στη ● ΦΡ.: Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου! βλ. φυλακή | |
| 20784 | θούλιο | θού-λι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ασημόχρωμο χημικό στοιχείο (σύμβ. Tm, Ζ, 69) που υπάγεται στα μέταλλα και ανήκει στις σπάνιες γαίες. Βλ. λανθανίδες. [< γαλλ. thulium, 1904 < λατ. Thule < αρχ. Θούλη ‘νησί κοντά στη Βρετανία’] | |
| 20785 | θούριος | θού-ρι-ος ουσ. (αρσ.): πολεμικό άσμα. Βλ. εμβατήριο, μαρς, παιάνας. [< αρχ. θούριος ‘ορμητικός, βίαιος’] | |
| 20786 | θράκα | θρά-κα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): σωρός από αναμμένα κάρβουνα χωρίς φλόγα: Βάζω/ψήνω το κρέας/το χταπόδι στη ~. Πβ. καρβουνιά, χόβολη. Βλ. ψησταριά. [< μεσν. αθράκι > μεγεθ. αθράκα. Πβ. αρχ. ἀνθρακιά ‘θράκα’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ