| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20758 | θνητότητα | θνη-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΔΗΜΟΓΡ. ο αριθμός των θανάτων από μία ασθένεια σε σχέση με τον καταγεγραμμένο αριθμό ατόμων που προσβλήθηκαν από αυτή: καρδιαγγειακή/υψηλή/χαμηλή ~. Ποσοστό ~ας. 2. (λόγ.) η ιδιότητα, το χαρακτηριστικό γνώρισμα του θνητού: η ~ του ανθρώπου. Πβ. φθαρτότητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αθανασία (1) [< 1: γαλλ. mortalité 2: μτγν. θνητότης] | |
| 20759 | ΘΟΚ | (ο): Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου. | |
| 20760 | θολερός | , ή, ό θο-λε-ρός επίθ. (λόγ.): θαμπός, θολός: ~ό: υγρό. Βλ. -ερός. ΑΝΤ. διαυγής (1) [< αρχ. θολερός] | |
| 20761 | θολερότητα | θο-λε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του θολερού: η ~ των καυσαερίων/του νερού.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του κερατοειδούς. ~ στην όραση. Βλ. -ότητα. [< αρχ. θολερότης ‘θολότητα’] | |
| 20762 | θολοειδής | , ής, ές θο-λο-ει-δής επίθ. {θολοειδ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.) : που μοιάζει με θόλο: ~ή: ηχεία. [< μτγν. θολοειδής] | |
| 20763 | θολοκουλτούρα | θο-λο-κουλ-τού-ρα ουσ. (θηλ.) (μειωτ.): επιφανειακή και φαινομενική γνώση πολιτιστικών θεμάτων για λόγους επίδειξης· επίφαση κουλτούρας. | |
| 20764 | θολοκουλτουριάρης | θο-λο-κουλ-του-ριά-ρης ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): διανοούμενος με επιφανειακές γνώσεις που δεν γίνεται εύκολα κατανοητός. Πβ. κουλτουριαραίος, ψευτο-διανοούμενος, -κουλτουριάρης. | |
| 20765 | θολοπλαστική | θο-λο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική επέμβαση για την αντιμετώπιση της διαφραγματοκήλης και της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης: διαστοματική/λαπαροσκοπική ~. Βλ. -πλαστική. | |
| 20766 | θολός | , ή, ό θο-λός επίθ. ΣΥΝ. θαμπός 1. που έχει χάσει τη διαύγεια, τη διαφάνεια ή τη φωτεινότητά του: ~ός: ουρανός (= μουντός· πβ. σκοτεινός, συννεφιασμένος. ΑΝΤ. φωτεινός). ~ό: γυαλί/τζάμι. Το νερό είναι ελαφρώς/κάπως ~ό. Πβ. θολερός. ΑΝΤ. διαυγής, διάφανος.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: όραση (: σε περίπτωση μυωπίας). ~ό: βλέμμα (ΑΝΤ. εκφραστικό, ζωηρό). ~ά: μάτια.|| (λογοτ.) ~ό: φεγγάρι. 2. που τα χαρακτηριστικά του δεν διακρίνονται εύκολα: ~ές: γραμμές/μορφές. ~ές ή κουνημένες εικόνες/φωτογραφίες. ΑΝΤ. ευκρινής (1) 3. (μτφ.) αόριστος, ασαφής: ~ή: κατάσταση. ~ές: υποσχέσεις. Το αύριο/μέλλον δείχνει/φαίνεται ~ό (= αβέβαιο, βλ. ζοφερός).|| ~ές: αναμνήσεις (= αμυδρές). Όλα είναι ~ά στο μυαλό μου. Πβ. ακαθόριστος, συγκεχυμένος. ΑΝΤ. ξεκάθαρος (1) ● επίρρ.: θολά ● ΣΥΜΠΛ.: θολό τοπίο (μτφ.): απροσδιόριστη κατάσταση: ~ (παραμένει) το ~ στην οικονομία. ● ΦΡ.: ψαρεύω σε θολά νερά (μτφ.): επιδιώκω να αντλήσω οφέλη από μια κατάσταση αβεβαιότητας ή σύγχυσης, ενεργώ δόλια: Κατηγόρησε την αντιπολίτευση ότι ~ει ~. [< αρχ. θολός] | |
| 20767 | θόλος | θό-λος ουσ. (αρσ.) 1. ΑΡΧΙΤ. οροφή ημισφαιρική, κυλινδρική ή καμπυλόγραμμη: γυάλινος/πέτρινος ~. Ο ~ του κτιρίου/του ναού (= τρούλος)/της στέγης. Βλ. σταυροθόλιο. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε θολοειδής σχηματισμός: ο ~ του διαφράγματος/του κόλπου/του κρανίου/του στομάχου.|| Ο ~ του αλεξίπτωτου/του τροχού (: το τμήμα του αμαξώματος που βρίσκεται πάνω από τους τροχούς). ● ΣΥΜΠΛ.: γεωδαιτικός θόλος βλ. γεωδαιτικός, ουράνιος θόλος βλ. ουράνιος [< μτγν. θόλος] | |
| 20768 | θολοσκέπαστος | , η, ο θο-λο-σκέ-πα-στος επίθ. & (λόγ.) θολοσκεπής, ής, ές: που έχει θολωτή σκεπή: ~ος: ναός. ~η: αίθουσα/βασιλική. Πβ. τρουλωτός. | |
| 20769 | θολότητα | θο-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έλλειψη διαύγειας, καθαρότητας: η ~ της ατμόσφαιρας/του νερού. Αισθητήρας/συντελεστής ~ας.|| (μτφ.) ~ του πολιτικού τοπίου. Πβ. θαμπάδα, θολούρα. Βλ. -ότητα. [< μεσν. θολότης] | |
| 20770 | θολούρα | θο-λού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): θολότητα, θαμπάδα: ~ στα μάτια. Πβ. θάμπωμα.|| (μτφ.) Με τέτοια ~ στο μυαλό δεν καταλάβαινα τι μου έλεγε.|| Ιδεολογική/πολιτική ~. Πβ. παραζάλη, σύγχυση. Βλ. -ούρα1. ΑΝΤ. διαύγεια (1) | |
| 20771 | θόλωμα | θό-λω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του θολώνω: ~ της εικόνας/(ΙΑΤΡ.) της όρασης. ΑΝΤ. ξε~.|| (μτφ.) ~ του μυαλού/του νου. Πβ. θάμπωμα, θόλωση. [< μεσν. θόλωμα] | |
| 20772 | θολώνω | θο-λώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {θόλω-σα, -σει, -θεί, -μένος, θολών-οντας} 1. γίνομαι θολός ή σπανιότ. κάνω κάτι θολό: Το νερό ~σε απ' το χώμα. Τα τζάμια ~σαν απ' τις ανάσες. Τα γυαλιά μου έχουν ~σει. ΣΥΝ. θαμπώνω.|| ~σε ο ουρανός (= μαύρισε, σκοτείνιασε).|| Τα μάτια της ~σαν από τα δάκρυα/το κλάμα (: δεν έβλεπε καθαρά).|| Η ζέστη ~ει τον ορίζοντα. Πάθηση που ~ει την όραση. ΑΝΤ. ξεθολώνω (1) 2. (μτφ.) χάνω την ψυχραιμία μου, ταράζομαι: ~σα και δεν ήξερα τι έκανα (= συγχύστηκα)! ~σε η κρίση του. Η ζήλια τον ~σε/του ~σε το μυαλό (/τον νου/τη σκέψη). ΑΝΤ. ξεθολώνω (2) 3. (μτφ.) κάνω κάτι συγκεχυμένο ή γίνομαι ασαφής: Δηλώσεις που ~ουν το πολιτικό τοπίο. ΑΝΤ. ξεκαθαρίζω.|| Αναμνήσεις που έχουν ~σει (: είναι αμυδρές). ● Μτχ.: θολωμένος , η, ο 1. που δεν είναι διαυγής ή δεν φαίνεται καθαρά: ~η: εικόνα. ~ο: νερό. ~α: παράθυρα. ΣΥΝ. θολός (1) ΑΝΤ. αθόλωτος 2. (μτφ.) αναστατωμένος, συγχυσμένος, με μειωμένη πνευματική διαύγεια: ~ος: νους. ~ από το πάθος/το ποτό. Πβ. μπερδεμένος. 3. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη θόλωση του φυσικού φακού του οφθαλμού: ~ος: κερατοειδής. ~η: μεμβράνη/όραση. ● ΦΡ.: θολώνει το μάτι μου (μτφ.): βρίσκομαι σε έντονη ψυχική κατάσταση από κάποιο συναίσθημα, επιθυμία ή ανάγκη: Θόλωσε ~ από τον θυμό/την πείνα., θολώνω τα νερά: συσκοτίζω τα πράγματα προς όφελός μου, παραπλανώ: Οι δηλώσεις αυτές ~σαν ~ στην παγκόσμια αγορά. Πβ. αμολώ/ρίχνω/αφήνω (πίσω μου) μελάνι. [< γαλλ. troubler les eaux] [< μεσν. θολώνω] | |
| 20773 | θόλωση | θό-λω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): θόλωμα: ~ της ατμόσφαιρας/του γυαλιού/του νερού.|| (ΙΑΤΡ.) ~ της διάνοιας/της συνείδησης. ~ της όρασης/του φακού του οφθαλμού (βλ. καταρράκτης).|| (μτφ.) ~ του νου (= σύγχυση, συσκότιση). [< αρχ. θόλωσις] | |
| 20774 | θολωτός | , ή, ό θο-λω-τός επίθ.: ΑΡΧΙΤ. που έχει σχήμα θόλου ή η στέγη του σχηματίζει θόλο: ~ή: κατασκευή/οθόνη/οροφή/πόρτα. ~ό: γεφύρι/σπήλαιο.|| ~ός: διάδρομος/ναός/τάφος. ~ή: βασιλική/στοά. ~ό: δωμάτιο/κτίσμα. [< μεσν. θολωτός] | |
| 20775 | θόριο | θό-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ραδιενεργό στοιχείο (σύμβ. Th, Ζ, 90) που υπάγεται στα μέταλλα. [< νεολατ. thorium < σουηδικό thorjord ‘γη του σκανδιναβικού Θεού Thor’] | |
| 20776 | θορυβημένος | , η, ο θο-ρυ-βη-μέ-νος επίθ.: που βρίσκεται σε κατάσταση ψυχικής αναστάτωσης, ταραγμένος: Ήταν φανερά ~ από τις αντιδράσεις/από το γεγονός. Οι υπάλληλοι ~οι κάλεσαν την αστυνομία. Πβ. αναστατωμένος, ανήσυχος. [< μεσν. θορυβημένος] | |
| 20777 | θορυβογενής | , ής, ές θο-ρυ-βο-γε-νής επίθ.: ΙΑΤΡ. που προκαλείται από τον θόρυβο: ~ής: απώλεια της ακοής/βαρηκοΐα. Βλ. -γενής. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ