| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20787 | θρακικός | , ή, ό θρα-κι-κός επίθ. & (προφ.) θρακιώτικος, η, ο: που σχετίζεται με τη Θράκη ή/και τους Θρακιώτες. Βλ. παν~. [< μτγν. θρακικός] | |
| 20788 | Θρακιώτης, Θρακιώτισσα | Θρα-κιώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Θράκη. | |
| 20789 | θρανίο | θρα-νί-ο ουσ. (ουδ.): έπιπλο για μαθητές ή σπουδαστές που αποτελείται από μικρό τραπέζι και σπανιότ. από ενσωματωμένο κάθισμα: Ήταν συμμαθητές στο ίδιο ~. Πβ. έδρανο. ● ΦΡ.: αφήνω τα θρανία: εγκαταλείπω τη σχολική τάξη ή το σχολείο, προσωρινά ή για πάντα., κάθομαι στα θρανία: πηγαίνω στο σχολείο., ξανακάθομαι/ξαναγυρίζω/επιστρέφω στα θρανία: αρχίζω πάλι το σχολείο, γίνομαι ξανά μαθητής: Ενήλικες που ~ουν ~. Βλ. σχολείο δεύτερης ευκαιρίας. [< αρχ. θρανίον ‘μικρός πάγκος’] | |
| 20790 | θρασίμι | θρα-σί-μι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. (παρωχ.) πτώμα ζώου, ψοφίμι. Πβ. κουφάρι, λέσι. 2. (υβριστ.) θρασύδειλος. | |
| 20791 | θρασομανά | [θρασομανᾷ] θρα-σο-μα-νά ρ. (αμτβ.) {μόνο στο ενεστ. θ.} & θρασομανάει (λογοτ.) 1. (για φυτά, δέντρα) παρουσιάζει γρήγορη ανάπτυξη· (για φυσικό φαινόμενο) μαίνεται, λυσσομανά. Πβ. θεριεύω, φουντώνω. Βλ. -μανά. 2. (μτφ.) εξελίσσεται ή αυξάνεται με εντυπωσιακούς ρυθμούς: ~άει το ψεύδος. | |
| 20792 | θράσος | θρά-σος ουσ. (ουδ.): αυθάδεια και προκλητική συμπεριφορά: εξοργιστικό ~. Με περισσό ~. Το ~ του δεν έχει όρια. Απορώ με το ~ του. Έχεις το ~ να μου αντιμιλάς; Με ~ χιλίων πιθήκων (= με απύθμενο ~). Πβ. αναίδεια, θρασύτητα, ιταμότητα, τουπέ. [< αρχ. θράσος] | |
| 20793 | θρασυδειλία | θρα-συ-δει-λί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του θρασύδειλου. | |
| 20794 | θρασύδειλος | , η, ο θρα-σύ-δει-λος επίθ./ουσ. (λόγ.): που παριστάνει τον γενναίο, που συμπεριφέρεται με θράσος όταν δεν αντιμετωπίζει κίνδυνο ή απειλή, ενώ σε αντίθετη περίπτωση επιδεικνύει δειλία: ~ος: χαρακτήρας.|| (κατ' επέκτ.) ~η: επίθεση/πράξη. ● επίρρ.: θρασύδειλα [< αρχ. θρασύδειλος] | |
| 20795 | θρασύς | , εία, ύ θρα-σύς επίθ.: που συμπεριφέρεται με θράσος ή χαρακτηρίζεται από αυτό: ~ύς: τρόπος. ~εία: επίθεση/συμπεριφορά. ~ύ: ύφος. Πβ. αναιδής, αυθάδης, ιταμός. [< αρχ. θρασύς] | |
| 20796 | θρασύτητα | θρα-σύ-τη-τα ουσ. (θηλ.): θράσος: πολιτική ~. Ξεπέρασε κάθε όριο ~ας. Πβ. αναίδεια, αυθάδεια, ιταμότητα. Βλ. -ύτητα. ● ΣΥΜΠΛ.: θρασύτητα κατά της Αρχής: ΝΟΜ. ποινικό αδίκημα που αποτελεί προσβολή κατά της πολιτειακής εξουσίας και συνίσταται σε συμμετοχή σε απαγορευμένη δημόσια συνάθροιση στο ύπαιθρο ή σε ανυπακοή στην εντολή διάλυσης των συμετεχόντων σε αυτή. [< αρχ. θρασύτης] | |
| 20797 | θραύση | θραύ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σπάσιμο αντικειμένου σε μικρότερα τεμάχια εξαιτίας υπερβολικής καταπόνησής του· γενικότ. θρυμμάτισμα: ~ εδάφους/κρυστάλλων/πετρωμάτων/σωληνώσεων/τζαμιών. Τεχνητή ~. ● ΦΡ.: κάνω θραύση/πάταγο: προκαλώ μεγάλη εντύπωση, έχω μεγάλη απήχηση, επιτυχία: Το βιβλίο/ο δίσκος/το έργο ~ει ~ από πλευράς πωλήσεων. Ταινία/τραγούδι που έκανε ~. Πβ. κάνω μπαμ. [< αρχ. θραῦσις] | |
| 20798 | θραύσμα | [θραῦσμα] θραύ-σμα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): καθένα από τα τεμάχια στα οποία διασπάται υλικό σώμα: ~ αγγείου/γυαλιού (βλ. υαλόθραυσμα)/τζαμιού. Αιχμηρά/γωνιώδη ~ατα. Πληγώθηκε από ~ατα βλήματος/βόμβας/οβίδας/ρουκέτας.|| (μτφ.-λογοτ.) ~ατα αναμνήσεων/μνήμης. Πβ. θρύμμα, θρύψαλο, τρίμμα. [< αρχ. θραῦσμα] | |
| 20799 | θραυσματικός | , ή, ό θραυ-σμα-τι-κός επίθ. 1. ΤΕΧΝΟΛ. που αποτελείται από θραύσματα: ~ή: γόμωση. ~ό: υλικό. 2. (μτφ.-λόγ.) αποσπασματικός: ~ή: αφήγηση/μνήμη. Το κείμενο σώζεται σε ~ή μορφή. | |
| 20800 | θραυστήρας | θραυ-στή-ρας ουσ. (αρσ.) & θραύστης: ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα που χρησιμοποιείται για τη θραύση λίθινων όγκων ή μετάλλων σε μικρότερα τεμάχια: κρουστικός/περιστροφικός ~. Πβ. σπαστήρας, τεμαχιστής. Βλ. -τήρας. [< μτγν. θραύστης, γαλλ. concasseur] | |
| 20801 | θραυστός | , ή, ό θραυ-στός επίθ.: που προκύπτει κυρ. από τεχνητή θραύση: ~ή: άμμος. ~ό: αµµοχάλικο. ~ά: αδρανή υλικά/σκύρα. Βιομηχανικό κονίαμα και ~ό πέτρωμα γύψου. [< αρχ. θραυστός 'εύθραυστος'] | |
| 20802 | θραύω | θραύ-ω ρ. (μτβ.) {έθραυ-σε, θραύ-στηκε, -στεί, -οντας} (λόγ.): σπάω: ~ουν ογκόλιθους/πετρώµατα. Ο φλοιός της Γης ~εται κατά µήκος ρηγµάτων.|| (μτφ.) ~ουν δεσμούς. Πβ. θρυμματίζω, συντρίβω. [< αρχ. θραύω] | |
| 20803 | θραφεί | βλ. θρέφω | |
| 20804 | θράφηκα | βλ. θρέφω | |
| 20805 | θράψαλο | θρά-ψα-λο ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. κεφαλόποδο (επιστ. ονομασ. Todarodes sagittatus) που μοιάζει με καλαμάρι, είναι όμως κατώτερης ποιότητας: ~α σε ροδέλες/γεμιστά με ρύζι. [< θρύψαλο] | |
| 20806 | θρέμμα | θρέμ-μα ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ζώο που έχει εκτραφεί. ● ΦΡ.: γέννημα θρέμμα βλ. γέννημα [< αρχ. θρέμμα ‘πλάσμα, παιδί, ζώο’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ