| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20778 | θορυβοποιός | , ός, ό θο-ρυ-βο-ποι-ός επίθ./ουσ. (λόγ.): που δημιουργεί θόρυβο ή προκαλεί επεισόδια και αναστάτωση. Πβ. σαματατζής, ταραξίας, ταραχοποιός. Βλ. -ποιός. [< μτγν. θορυβοποιός] | |
| 20779 | θόρυβος | θό-ρυ-βος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύβου} 1. δυνατός και συνήθ. δυσάρεστος ήχος: ανυπόφορος/βροντερός/διαπεραστικός/εκκωφαντικός/ενοχλητικός/έντονος/εξωτερικός/εσωτερικός/μεταλλικός/ξαφνικός/περιβαλλοντικός/συνεχής/υπόκωφος ~. Ο ~ των αυτοκινήτων/της μηχανής/της πόλης. Κάρτα ελέγχου ~ύβου (: για τα δίκυκλα). Αύξηση/έλεγχος/μείωση (βλ. αποθορυβοποίηση)/όργανα μέτρησης/πηγές ~ύβου. Ακούστηκε ένας ~ (πβ. βρόντος, κρότος). Πβ. βαβούρα, σαματάς, φασαρία. Βλ. ντεσιμπέλ. 2. (μτφ.) έντονο ενδιαφέρον, σειρά από συζητήσεις ή αντιδράσεις: Έγινε πολύς ~ γύρω από το όνομά του. Το βιβλίο προκάλεσε μεγάλο ~ο στους λογοτεχνικούς κύκλους. Ακόμα δεν έχει κοπάσει ο ~ από την υπόθεση. Πβ. ντόρος, σάλος, σούσουρο. ● ΣΥΜΠΛ.: λευκός θόρυβος: ΦΥΣ. που έχει σταθερή κατανομή ενέργειας σε όλο το εύρος της ζώνης συχνοτήτων. [< γαλλ. bruit blanc, περ. 1950] , θερμικός θόρυβος βλ. θερμικός, θόρυβος βάθους βλ. βάθος, οπτικός θόρυβος βλ. οπτικός ● ΦΡ.: πολύ κακό για το τίποτα βλ. τίποτα [< 1: αρχ. θόρυβος] | |
| 20780 | θορυβώ | [θορυβῶ] θο-ρυ-βώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {θορυβ-είς ... -ώντας | -ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, ημένος} (λόγ.) 1. (μτφ.) προκαλώ αναστάτωση, ανησυχία: Η κατάσταση του ασθενούς ~ησε τους γιατρούς. ~ήθηκε από τα αποτελέσματα. Πβ. αναστατώνω, ανησυχώ, κατα~, ταράζω. ΑΝΤ. καθησυχάζω 2. κάνω θόρυβο, φασαρία: Τον έβγαλε έξω από την αίθουσα, γιατί ~ούσε. ΑΝΤ. ησυχάζω (2) 3. (μτφ.-μειωτ.) προβάλλω ιδιαίτερα το άτομό μου ή το έργο μου, με σκοπό να προσελκύσω την προσοχή κάποιου. [< 2: αρχ. θορυβῶ] | |
| 20781 | θορυβώδης | , ης, ες θο-ρυ-βώ-δης επίθ. {θορυβώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) 1. που δημιουργεί θόρυβο ή βαβούρα· στον οποίο επικρατεί φασαρία: ~ης: κινητήρας. ~ης: εξάτμιση. ΑΝΤ. αθόρυβος.|| ~ης: παρέα. ~ες: πλήθος.|| ~ης: δρόμος. ~ης: πόλη/συζήτηση/συνεδρίαση. Πβ. βουερός, ηχηρός, πολύβουος, πολυθόρυβος. ΑΝΤ. ήσυχος (1) 2. (μτφ.) που προκαλεί έντονες συζητήσεις, φημολογίες: ~ης: απουσία/απόφαση/εμφάνιση/παρουσία/υπόθεση. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: θορυβωδώς [-ῶς] [< 1: αρχ. θορυβώδης] | |
| 20782 | θου | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): το γράμμα θήτα. | |
| 20783 | θου | ρ. {γ' εν. πρόσ. της προστ. αορ. του αρχ. ρ. τίθεμαι} (αρχαιοπρ.): μόνο στη ● ΦΡ.: Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου! βλ. φυλακή | |
| 20784 | θούλιο | θού-λι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ασημόχρωμο χημικό στοιχείο (σύμβ. Tm, Ζ, 69) που υπάγεται στα μέταλλα και ανήκει στις σπάνιες γαίες. Βλ. λανθανίδες. [< γαλλ. thulium, 1904 < λατ. Thule < αρχ. Θούλη ‘νησί κοντά στη Βρετανία’] | |
| 20785 | θούριος | θού-ρι-ος ουσ. (αρσ.): πολεμικό άσμα. Βλ. εμβατήριο, μαρς, παιάνας. [< αρχ. θούριος ‘ορμητικός, βίαιος’] | |
| 20786 | θράκα | θρά-κα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): σωρός από αναμμένα κάρβουνα χωρίς φλόγα: Βάζω/ψήνω το κρέας/το χταπόδι στη ~. Πβ. καρβουνιά, χόβολη. Βλ. ψησταριά. [< μεσν. αθράκι > μεγεθ. αθράκα. Πβ. αρχ. ἀνθρακιά ‘θράκα’] | |
| 20787 | θρακικός | , ή, ό θρα-κι-κός επίθ. & (προφ.) θρακιώτικος, η, ο: που σχετίζεται με τη Θράκη ή/και τους Θρακιώτες. Βλ. παν~. [< μτγν. θρακικός] | |
| 20788 | Θρακιώτης, Θρακιώτισσα | Θρα-κιώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Θράκη. | |
| 20789 | θρανίο | θρα-νί-ο ουσ. (ουδ.): έπιπλο για μαθητές ή σπουδαστές που αποτελείται από μικρό τραπέζι και σπανιότ. από ενσωματωμένο κάθισμα: Ήταν συμμαθητές στο ίδιο ~. Πβ. έδρανο. ● ΦΡ.: αφήνω τα θρανία: εγκαταλείπω τη σχολική τάξη ή το σχολείο, προσωρινά ή για πάντα., κάθομαι στα θρανία: πηγαίνω στο σχολείο., ξανακάθομαι/ξαναγυρίζω/επιστρέφω στα θρανία: αρχίζω πάλι το σχολείο, γίνομαι ξανά μαθητής: Ενήλικες που ~ουν ~. Βλ. σχολείο δεύτερης ευκαιρίας. [< αρχ. θρανίον ‘μικρός πάγκος’] | |
| 20790 | θρασίμι | θρα-σί-μι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. (παρωχ.) πτώμα ζώου, ψοφίμι. Πβ. κουφάρι, λέσι. 2. (υβριστ.) θρασύδειλος. | |
| 20791 | θρασομανά | [θρασομανᾷ] θρα-σο-μα-νά ρ. (αμτβ.) {μόνο στο ενεστ. θ.} & θρασομανάει (λογοτ.) 1. (για φυτά, δέντρα) παρουσιάζει γρήγορη ανάπτυξη· (για φυσικό φαινόμενο) μαίνεται, λυσσομανά. Πβ. θεριεύω, φουντώνω. Βλ. -μανά. 2. (μτφ.) εξελίσσεται ή αυξάνεται με εντυπωσιακούς ρυθμούς: ~άει το ψεύδος. | |
| 20792 | θράσος | θρά-σος ουσ. (ουδ.): αυθάδεια και προκλητική συμπεριφορά: εξοργιστικό ~. Με περισσό ~. Το ~ του δεν έχει όρια. Απορώ με το ~ του. Έχεις το ~ να μου αντιμιλάς; Με ~ χιλίων πιθήκων (= με απύθμενο ~). Πβ. αναίδεια, θρασύτητα, ιταμότητα, τουπέ. [< αρχ. θράσος] | |
| 20793 | θρασυδειλία | θρα-συ-δει-λί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του θρασύδειλου. | |
| 20794 | θρασύδειλος | , η, ο θρα-σύ-δει-λος επίθ./ουσ. (λόγ.): που παριστάνει τον γενναίο, που συμπεριφέρεται με θράσος όταν δεν αντιμετωπίζει κίνδυνο ή απειλή, ενώ σε αντίθετη περίπτωση επιδεικνύει δειλία: ~ος: χαρακτήρας.|| (κατ' επέκτ.) ~η: επίθεση/πράξη. ● επίρρ.: θρασύδειλα [< αρχ. θρασύδειλος] | |
| 20795 | θρασύς | , εία, ύ θρα-σύς επίθ.: που συμπεριφέρεται με θράσος ή χαρακτηρίζεται από αυτό: ~ύς: τρόπος. ~εία: επίθεση/συμπεριφορά. ~ύ: ύφος. Πβ. αναιδής, αυθάδης, ιταμός. [< αρχ. θρασύς] | |
| 20796 | θρασύτητα | θρα-σύ-τη-τα ουσ. (θηλ.): θράσος: πολιτική ~. Ξεπέρασε κάθε όριο ~ας. Πβ. αναίδεια, αυθάδεια, ιταμότητα. Βλ. -ύτητα. ● ΣΥΜΠΛ.: θρασύτητα κατά της Αρχής: ΝΟΜ. ποινικό αδίκημα που αποτελεί προσβολή κατά της πολιτειακής εξουσίας και συνίσταται σε συμμετοχή σε απαγορευμένη δημόσια συνάθροιση στο ύπαιθρο ή σε ανυπακοή στην εντολή διάλυσης των συμετεχόντων σε αυτή. [< αρχ. θρασύτης] | |
| 20797 | θραύση | θραύ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σπάσιμο αντικειμένου σε μικρότερα τεμάχια εξαιτίας υπερβολικής καταπόνησής του· γενικότ. θρυμμάτισμα: ~ εδάφους/κρυστάλλων/πετρωμάτων/σωληνώσεων/τζαμιών. Τεχνητή ~. ● ΦΡ.: κάνω θραύση/πάταγο: προκαλώ μεγάλη εντύπωση, έχω μεγάλη απήχηση, επιτυχία: Το βιβλίο/ο δίσκος/το έργο ~ει ~ από πλευράς πωλήσεων. Ταινία/τραγούδι που έκανε ~. Πβ. κάνω μπαμ. [< αρχ. θραῦσις] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ