| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20798 | θραύσμα | [θραῦσμα] θραύ-σμα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): καθένα από τα τεμάχια στα οποία διασπάται υλικό σώμα: ~ αγγείου/γυαλιού (βλ. υαλόθραυσμα)/τζαμιού. Αιχμηρά/γωνιώδη ~ατα. Πληγώθηκε από ~ατα βλήματος/βόμβας/οβίδας/ρουκέτας.|| (μτφ.-λογοτ.) ~ατα αναμνήσεων/μνήμης. Πβ. θρύμμα, θρύψαλο, τρίμμα. [< αρχ. θραῦσμα] | |
| 20799 | θραυσματικός | , ή, ό θραυ-σμα-τι-κός επίθ. 1. ΤΕΧΝΟΛ. που αποτελείται από θραύσματα: ~ή: γόμωση. ~ό: υλικό. 2. (μτφ.-λόγ.) αποσπασματικός: ~ή: αφήγηση/μνήμη. Το κείμενο σώζεται σε ~ή μορφή. | |
| 20800 | θραυστήρας | θραυ-στή-ρας ουσ. (αρσ.) & θραύστης: ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα που χρησιμοποιείται για τη θραύση λίθινων όγκων ή μετάλλων σε μικρότερα τεμάχια: κρουστικός/περιστροφικός ~. Πβ. σπαστήρας, τεμαχιστής. Βλ. -τήρας. [< μτγν. θραύστης, γαλλ. concasseur] | |
| 20801 | θραυστός | , ή, ό θραυ-στός επίθ.: που προκύπτει κυρ. από τεχνητή θραύση: ~ή: άμμος. ~ό: αµµοχάλικο. ~ά: αδρανή υλικά/σκύρα. Βιομηχανικό κονίαμα και ~ό πέτρωμα γύψου. [< αρχ. θραυστός 'εύθραυστος'] | |
| 20802 | θραύω | θραύ-ω ρ. (μτβ.) {έθραυ-σε, θραύ-στηκε, -στεί, -οντας} (λόγ.): σπάω: ~ουν ογκόλιθους/πετρώµατα. Ο φλοιός της Γης ~εται κατά µήκος ρηγµάτων.|| (μτφ.) ~ουν δεσμούς. Πβ. θρυμματίζω, συντρίβω. [< αρχ. θραύω] | |
| 20803 | θραφεί | βλ. θρέφω | |
| 20804 | θράφηκα | βλ. θρέφω | |
| 20805 | θράψαλο | θρά-ψα-λο ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. κεφαλόποδο (επιστ. ονομασ. Todarodes sagittatus) που μοιάζει με καλαμάρι, είναι όμως κατώτερης ποιότητας: ~α σε ροδέλες/γεμιστά με ρύζι. [< θρύψαλο] | |
| 20806 | θρέμμα | θρέμ-μα ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ζώο που έχει εκτραφεί. ● ΦΡ.: γέννημα θρέμμα βλ. γέννημα [< αρχ. θρέμμα ‘πλάσμα, παιδί, ζώο’] | |
| 20807 | θρεμμένος | , η, ο βλ. θρέφω, τρέφω | |
| 20809 | θρεντ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (αργκό του ΔΙΑΔΙΚΤ.): (συνήθ. σε φόρουμ κ. μπλογκ) αλυσίδα μηνυμάτων για το ίδιο θέμα: κλειδωμένο ~. Το ~ μπορεί να διαγραφεί. Ανοίγω καινούργιο ~. Πβ. νήμα. [< αγγλ. thread] | |
| 20810 | θρεονίνη | θρε-ο-νί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένα από τα βασικά αμινοξέα (C4H9NO3): βιοσύνθεση ~ης. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. threonine, 1936, γαλλ. thréonine, μετά το 1935] | |
| 20811 | θρεπτικός | , ή, ό θρε-πτι-κός επίθ.: που συντελεί στην επιβίωση και την ανάπτυξη των ζωικών ή φυτικών οργανισμών: ~ός: καρπός/χυμός. ~ή: ικανότητα (του εδάφους)/κατάσταση (των ασθενών/ζώων/φυτών)/ουσία/τροφή. ~ό: γεύμα/(ΧΗΜ.) διάλυμα/προϊόν/συμπλήρωμα (διατροφής). ~ά: στοιχεία/συστατικά. Το μέλι έχει μεγάλη ~ή αξία. Βλ. μακρο~, μικρο~. ● επίρρ.: θρεπτικά ● ΣΥΜΠΛ.: θρεπτικό υλικό/μέσο: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ουσία μέσα στην οποία μπορούν να επιβιώσουν και να αναπτυχθούν μικροοργανισμοί και κύτταρα. [< αρχ. θρεπτικός, γαλλ. nutritif] | |
| 20812 | θρεπτικότητα | θρε-πτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): θρεπτική αξία τροφής: η ~ των λαχανικών/φρούτων. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. nutritivité] | |
| 20813 | θρεφτάρι | θρε-φτά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. οικόσιτο ζώο που έχει τραφεί με σκοπό να οδηγηθεί σε σφαγή και κατ' επέκτ. το καλοθρεμμένο κατοικίδιο. Πβ. μανάρι. 2. (μτφ.) παχουλό άτομο. [< πβ. μτγν. θρεπτάριον ‘νεαρός δούλος’] | |
| 20814 | θρέφω | θρέ-φω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {έθρε-ψα, θρέ-ψει, τρά-φηκα (σπανιότ.) θρά-φηκα, τρα-φεί (σπανιότ.) θρα-φεί, θρεμμένος, θρέφ-οντας} 1. βοηθώ κάποιον να συντηρηθεί και να αναπτυχθεί, παρέχοντάς του τροφή ή θρεπτικά συστατικά ή τα απαραίτητα οικονομικά μέσα: Εργάζεται σκληρά, για να ~ψει την οικογένειά του.|| Γαλάκτωμα που καταπραΰνει, ~ει και ενυδατώνει το δέρμα. 2. μεταδίδω σε κάποιον αντιλήψεις, αξίες, ιδανικά, τρόπο ζωής: Ήθη και έθιμα που ~ψαν γενιές και γενιές. Θρεμμένος με τα κείμενα των αρχαίων κλασικών. Πβ. ανατρέφω, γαλουχώ. 3. (λαϊκό) επουλώνομαι: Η πληγή/το τραύμα θα ~ψει (= κλείσει) σύντομα. ● ΦΡ.: θρέψε λύκο τον χειμώνα, να σε φάει το καλοκαίρι βλ. λύκος ● βλ. τρέφω [< μεσν. θρέφω] | |
| 20815 | θρέψη | θρέ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ. το σύνολο των διαδικασιών που αφορούν την αφομοίωση θρεπτικών ουσιών που λαμβάνονται κυρ. από τις τροφές, με σκοπό τη συντήρηση και ανάπτυξη του οργανισμού: ~ του δέρματος/των φυτών. Ανάγκες/διαταραχή της/προϊόντα/συστήματα ~ης. Η ~ του εμβρύου. 2. (σπάν.) επούλωση. ● ΣΥΜΠΛ.: κακή θρέψη: ΙΑΤΡ. που οφείλεται σε ελλιπή, υπερβολική ή μη ισορροπημένη λήψη θερμίδων ή σε αδυναμία απορρόφησης των τροφών: ~ ~ των ιστών. ~ ~ του βρέφους/της μητέρας (βλ. διατροφή). Βλ. υπερ-, υπο-σιτισμός. [< αγγλ. malnutrition, γαλλ. ~, 1956] [< μτγν. θρέψις ‘τροφή, ανατροφή’, γαλλ.-αγγλ. nutrition] | |
| 20816 | θρέψω | βλ. θρέφω, τρέφω | |
| 20817 | θρηνητικός | , ή, ό θρη-νη-τι-κός επίθ.: που εκφράζει έντονη ψυχική οδύνη: ~ός: λόγος. ~ό: τραγούδι. Πβ. γοερός, λυπητερός, πένθιμος. ● επίρρ.: θρηνητικά [< αρχ. θρηνητικός] | |
| 20818 | θρηνολογώ | [θρηνολογῶ] θρη-νο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {θρηνολογ-εί, -ώντας, κυρ. στον ενεστ.}: θρηνώ: ~εί για τις χαμένες ευκαιρίες. Πβ. μοιρολογώ. Βλ. -λογώ. [< μτγν. θρηνολογῶ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ