Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [21640-21660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20807θρεμμένος, η, ο βλ. θρέφω, τρέφω
20809θρεντουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (αργκό του ΔΙΑΔΙΚΤ.): (συνήθ. σε φόρουμ κ. μπλογκ) αλυσίδα μηνυμάτων για το ίδιο θέμα: κλειδωμένο ~. Το ~ μπορεί να διαγραφεί. Ανοίγω καινούργιο ~. Πβ. νήμα. [< αγγλ. thread]
20810θρεονίνηθρε-ο-νί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένα από τα βασικά αμινοξέα (C4H9NO3): βιοσύνθεση ~ης. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. threonine, 1936, γαλλ. thréonine, μετά το 1935]
20811θρεπτικός, ή, ό θρε-πτι-κός επίθ.: που συντελεί στην επιβίωση και την ανάπτυξη των ζωικών ή φυτικών οργανισμών: ~ός: καρπός/χυμός. ~ή: ικανότητα (του εδάφους)/κατάσταση (των ασθενών/ζώων/φυτών)/ουσία/τροφή. ~ό: γεύμα/(ΧΗΜ.) διάλυμα/προϊόν/συμπλήρωμα (διατροφής). ~ά: στοιχεία/συστατικά. Το μέλι έχει μεγάλη ~ή αξία. Βλ. μακρο~, μικρο~. ● επίρρ.: θρεπτικά ● ΣΥΜΠΛ.: θρεπτικό υλικό/μέσο: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ουσία μέσα στην οποία μπορούν να επιβιώσουν και να αναπτυχθούν μικροοργανισμοί και κύτταρα. [< αρχ. θρεπτικός, γαλλ. nutritif]
20812θρεπτικότηταθρε-πτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): θρεπτική αξία τροφής: η ~ των λαχανικών/φρούτων. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. nutritivité]
20813θρεφτάριθρε-φτά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. οικόσιτο ζώο που έχει τραφεί με σκοπό να οδηγηθεί σε σφαγή και κατ' επέκτ. το καλοθρεμμένο κατοικίδιο. Πβ. μανάρι. 2. (μτφ.) παχουλό άτομο. [< πβ. μτγν. θρεπτάριον ‘νεαρός δούλος’]
20814θρέφωθρέ-φω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {έθρε-ψα, θρέ-ψει, τρά-φηκα (σπανιότ.) θρά-φηκα, τρα-φεί (σπανιότ.) θρα-φεί, θρεμμένος, θρέφ-οντας} 1. βοηθώ κάποιον να συντηρηθεί και να αναπτυχθεί, παρέχοντάς του τροφή ή θρεπτικά συστατικά ή τα απαραίτητα οικονομικά μέσα: Εργάζεται σκληρά, για να ~ψει την οικογένειά του.|| Γαλάκτωμα που καταπραΰνει, ~ει και ενυδατώνει το δέρμα. 2. μεταδίδω σε κάποιον αντιλήψεις, αξίες, ιδανικά, τρόπο ζωής: Ήθη και έθιμα που ~ψαν γενιές και γενιές. Θρεμμένος με τα κείμενα των αρχαίων κλασικών. Πβ. ανατρέφω, γαλουχώ. 3. (λαϊκό) επουλώνομαι: Η πληγή/το τραύμα θα ~ψει (= κλείσει) σύντομα. ● ΦΡ.: θρέψε λύκο τον χειμώνα, να σε φάει το καλοκαίρι βλ. λύκος ● βλ. τρέφω [< μεσν. θρέφω]
20815θρέψηθρέ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ. το σύνολο των διαδικασιών που αφορούν την αφομοίωση θρεπτικών ουσιών που λαμβάνονται κυρ. από τις τροφές, με σκοπό τη συντήρηση και ανάπτυξη του οργανισμού: ~ του δέρματος/των φυτών. Ανάγκες/διαταραχή της/προϊόντα/συστήματα ~ης. Η ~ του εμβρύου. 2. (σπάν.) επούλωση. ● ΣΥΜΠΛ.: κακή θρέψη: ΙΑΤΡ. που οφείλεται σε ελλιπή, υπερβολική ή μη ισορροπημένη λήψη θερμίδων ή σε αδυναμία απορρόφησης των τροφών: ~ ~ των ιστών. ~ ~ του βρέφους/της μητέρας (βλ. διατροφή). Βλ. υπερ-, υπο-σιτισμός. [< αγγλ. malnutrition, γαλλ. ~, 1956] [< μτγν. θρέψις ‘τροφή, ανατροφή’, γαλλ.-αγγλ. nutrition]
20816θρέψωβλ. θρέφω, τρέφω
20817θρηνητικός, ή, ό θρη-νη-τι-κός επίθ.: που εκφράζει έντονη ψυχική οδύνη: ~ός: λόγος. ~ό: τραγούδι. Πβ. γοερός, λυπητερός, πένθιμος. ● επίρρ.: θρηνητικά [< αρχ. θρηνητικός]
20818θρηνολογώ[θρηνολογῶ] θρη-νο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {θρηνολογ-εί, -ώντας, κυρ. στον ενεστ.}: θρηνώ: ~εί για τις χαμένες ευκαιρίες. Πβ. μοιρολογώ. Βλ. -λογώ. [< μτγν. θρηνολογῶ]
20819θρήνος[θρῆνος] θρή-νος ουσ. (αρσ.): εξωτερίκευση της ψυχικής οδύνης για τον θάνατο προσώπου ή για σημαντική καταστροφή με γοερά κλάματα, κραυγές ή μοιρολόγια: επικήδειος/σπαρακτικός ~. Δεν άντεξε άλλο και ξέσπασε σε ~ους.|| ~ για το πολύνεκρο δυστύχημα/μακελειό. (εμφατ.) ~ και κοπετός. Πβ. θρηνωδία, οιμωγή, ολοφυρμός. ● ΣΥΜΠΛ.: Επιτάφιος (Θρήνος) βλ. επιτάφιος ● ΦΡ.: θρήνος, κλαυθμός και οδυρμός βλ. οδυρμός [< αρχ. θρῆνος]
20820θρηνώ[θρηνῶ] θρη-νώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {-είς ..., -ώντας | θρήν-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί}: εκφράζω τον πόνο μου για τον θάνατο κάποιου ή για μεγάλη καταστροφή: ~εί τον χαμό του αδερφού του. Η περιοχή ~εί χιλιάδες θύματα από τον σεισμό. ~ούν για την απώλεια/για τους νεκρούς. Πβ. θρηνο-, μοιρο-λογώ, οδύρομαι, ολοφύρομαι. ● Μτχ.: θρηνών , ούσα, ούν (λόγ.): που θρηνεί: οι ~ούσες γυναίκες/οικογένειες των νεκρών στρατιωτών. [< αρχ. θρηνῶ]
20821θρηνώδης, ης, ες θρη-νώ-δης επίθ. {θρηνώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που μοιάζει με θρήνο ή παραπέμπει σε αυτόν: ~ης: ήχος. ~ης: κραυγή/φωνή. ~ες: άσμα/ύφος. Βλ. -ώδης. [< αρχ. θρηνώδης]
20822θρηνωδίαθρη-νω-δί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): θρηνητικό άσμα· οδυρμός: ~ για τα θύματα. Πβ. θρήνος, μοιρολόι. [< αρχ. θρηνῳδία, αγγλ. threnody, γερμ. Threnodie]
20823θρηνωδόςθρη-νω-δός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (σπάν.-λόγ.): αυτός που απαγγέλλει θρηνητικά άσματα ή που θρηνεί. [< αρχ. θρηνῳδός]
20824θρησκείαθρη-σκεί-α ουσ. (θηλ.) 1. πίστη, συνήθ. ευρύτερου κοινωνικού συνόλου, στην ύπαρξη θεού ή θεών, η οποία βασίζεται σε συγκεκριμένο δόγμα και εκφράζεται με λατρευτικές εκδηλώσεις: αναγνωρισμένη/αρχαία/βουδιστική/ειδωλολατρική/επίσημη/ιουδαϊκή/μονοθεϊστική/μουσουλμανική/πολυθεϊστική ~. Η χριστιανική ~. Αρχηγός/θεμελιωτής/ιδρυτής/οπαδός μιας ~ας. Ανατολικές ~ες. Απαρνούμαι/ασπάζομαι μια ~. Πβ. θρήσκευμα. Βλ. αθρησκία, παρα~. 2. (μτφ.-προφ.) αντικείμενο λατρείας ή υπερβολικής προσήλωσης: Το ποδόσφαιρο είναι η ~ του (= ο θεός του). ● ΣΥΜΠΛ.: μυστηριακές θρησκείες βλ. μυστηριακός, φυσική θρησκεία βλ. φυσικός [< 1: μτγν. θρησκεία ‘λατρεία του θεού’]
20825θρησκειολογίαθρη-σκει-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Θ): ΘΡΗΣΚ. η μελέτη των θρησκειών και της θρησκευτικότητας από ιστορική, φιλοσοφική και ψυχολογική άποψη και κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος: συγκριτική ~. Βλ. -λογία. [< γερμ. Religionswissenschaft]
20826θρησκειολογικός, ή, ό θρη-σκει-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που αναφέρεται στη θρησκειολογία. ● επίρρ.: θρησκειολογικά [< γερμ. religionswissenschaftlich]
20827θρησκειολόγοςθρη-σκει-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που έχει ειδικευτεί στη θρησκειολογία. Βλ. -λόγος. [< γερμ. Religionswissenschaftler]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.