| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20819 | θρήνος | [θρῆνος] θρή-νος ουσ. (αρσ.): εξωτερίκευση της ψυχικής οδύνης για τον θάνατο προσώπου ή για σημαντική καταστροφή με γοερά κλάματα, κραυγές ή μοιρολόγια: επικήδειος/σπαρακτικός ~. Δεν άντεξε άλλο και ξέσπασε σε ~ους.|| ~ για το πολύνεκρο δυστύχημα/μακελειό. (εμφατ.) ~ και κοπετός. Πβ. θρηνωδία, οιμωγή, ολοφυρμός. ● ΣΥΜΠΛ.: Επιτάφιος (Θρήνος) βλ. επιτάφιος ● ΦΡ.: θρήνος, κλαυθμός και οδυρμός βλ. οδυρμός [< αρχ. θρῆνος] | |
| 20820 | θρηνώ | [θρηνῶ] θρη-νώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {-είς ..., -ώντας | θρήν-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί}: εκφράζω τον πόνο μου για τον θάνατο κάποιου ή για μεγάλη καταστροφή: ~εί τον χαμό του αδερφού του. Η περιοχή ~εί χιλιάδες θύματα από τον σεισμό. ~ούν για την απώλεια/για τους νεκρούς. Πβ. θρηνο-, μοιρο-λογώ, οδύρομαι, ολοφύρομαι. ● Μτχ.: θρηνών , ούσα, ούν (λόγ.): που θρηνεί: οι ~ούσες γυναίκες/οικογένειες των νεκρών στρατιωτών. [< αρχ. θρηνῶ] | |
| 20821 | θρηνώδης | , ης, ες θρη-νώ-δης επίθ. {θρηνώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που μοιάζει με θρήνο ή παραπέμπει σε αυτόν: ~ης: ήχος. ~ης: κραυγή/φωνή. ~ες: άσμα/ύφος. Βλ. -ώδης. [< αρχ. θρηνώδης] | |
| 20822 | θρηνωδία | θρη-νω-δί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): θρηνητικό άσμα· οδυρμός: ~ για τα θύματα. Πβ. θρήνος, μοιρολόι. [< αρχ. θρηνῳδία, αγγλ. threnody, γερμ. Threnodie] | |
| 20823 | θρηνωδός | θρη-νω-δός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (σπάν.-λόγ.): αυτός που απαγγέλλει θρηνητικά άσματα ή που θρηνεί. [< αρχ. θρηνῳδός] | |
| 20824 | θρησκεία | θρη-σκεί-α ουσ. (θηλ.) 1. πίστη, συνήθ. ευρύτερου κοινωνικού συνόλου, στην ύπαρξη θεού ή θεών, η οποία βασίζεται σε συγκεκριμένο δόγμα και εκφράζεται με λατρευτικές εκδηλώσεις: αναγνωρισμένη/αρχαία/βουδιστική/ειδωλολατρική/επίσημη/ιουδαϊκή/μονοθεϊστική/μουσουλμανική/πολυθεϊστική ~. Η χριστιανική ~. Αρχηγός/θεμελιωτής/ιδρυτής/οπαδός μιας ~ας. Ανατολικές ~ες. Απαρνούμαι/ασπάζομαι μια ~. Πβ. θρήσκευμα. Βλ. αθρησκία, παρα~. 2. (μτφ.-προφ.) αντικείμενο λατρείας ή υπερβολικής προσήλωσης: Το ποδόσφαιρο είναι η ~ του (= ο θεός του). ● ΣΥΜΠΛ.: μυστηριακές θρησκείες βλ. μυστηριακός, φυσική θρησκεία βλ. φυσικός [< 1: μτγν. θρησκεία ‘λατρεία του θεού’] | |
| 20825 | θρησκειολογία | θρη-σκει-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Θ): ΘΡΗΣΚ. η μελέτη των θρησκειών και της θρησκευτικότητας από ιστορική, φιλοσοφική και ψυχολογική άποψη και κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος: συγκριτική ~. Βλ. -λογία. [< γερμ. Religionswissenschaft] | |
| 20826 | θρησκειολογικός | , ή, ό θρη-σκει-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που αναφέρεται στη θρησκειολογία. ● επίρρ.: θρησκειολογικά [< γερμ. religionswissenschaftlich] | |
| 20827 | θρησκειολόγος | θρη-σκει-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που έχει ειδικευτεί στη θρησκειολογία. Βλ. -λόγος. [< γερμ. Religionswissenschaftler] | |
| 20828 | θρήσκευμα | θρή-σκευ-μα ουσ. (ουδ.): θρησκευτικό δόγμα που ασπάζεται κάποιος: μουσουλμάνος/χριστιανός ορθόδοξος στο ~. Άλλαξε ~ (= αλλαξοπίστησε). Πβ. θρησκεία. ● ΣΥΜΠΛ.: καθύβριση θρησκευμάτων: ΝΟΜ. δημόσια προσβολή της επίσημης ή άλλης αναγνωρισμένης από το κράτος θρησκείας, η οποία αποτελεί ποινικό αδίκημα: ~ ~ διά του Τύπου. [< μτγν. θρήσκευμα] | |
| 20829 | θρησκευόμενος | , η, ο θρη-σκευ-ό-με-νος επίθ./ουσ.: που τελεί με ευλάβεια τα θρησκευτικά του καθήκοντα και είναι αφοσιωμένος σε μια θρησκεία: ~ος: λαός. ~η: κοινωνία. ~ο: άτομο. Είναι βαθιά ~. Πβ. θρήσκος. Βλ. θρησκόληπτος. ΑΝΤ. άθρησκος [< μτχ. εν. του ρ. θρησκεύομαι ‘τιμώ με λατρεία, λατρεύω’] | |
| 20830 | θρησκευτικά | θρη-σκευ-τι-κά ουσ. (ουδ.) (τα): σχολικό μάθημα που έχει ως αντικείμενό του τη διδασκαλία της χριστιανικής θρησκείας και των θεμελιωδών αρχών της ορθόδοξης πίστης, καθώς και την παρουσίαση των υπόλοιπων θρησκευτικών δογμάτων. | |
| 20831 | θρησκευτικός | , ή, ό θρη-σκευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη θρησκεία: ~ός: ηγέτης/πλουραλισμός. ~ή: αγωγή/ελευθερία/εξουσία/ζωή/κοινότητα/μουσική/οργάνωση/παιδεία/παράδοση/πίστη/ποίηση. ~ό: δόγμα/καθήκον/πνεύμα/σύμβολο/συναίσθημα. ~οί: ύμνοι. ~ές: ανάγκες. ~ά: κτίρια (βλ. ναός, τέμενος). Πβ. εκκλησιαστ-, θεολογ-ικός. Βλ. αντι~, ηθικο~, μετα~, παρα~. ΑΝΤ. κοσμικός (2) ● επίρρ.: θρησκευτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: θρησκευτικός λειτουργός: ιερέας., θρησκευτικός τουρισμός: οργάνωση επισκέψεων σε θρησκευτικά μνημεία., (Θρησκευτική) Μεταρρύθμιση βλ. μεταρρύθμιση, ελευθερία (της) θρησκευτικής συνείδησης βλ. ελευθερία, θρησκευτικός γάμος βλ. γάμος, ιερός/θρησκευτικός πόλεμος βλ. ιερός ● ΦΡ.: με θρησκευτική ευλάβεια βλ. ευλάβεια [< μτγν. θρησκευτικός] | |
| 20832 | θρησκευτικότητα | θρη-σκευ-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): θρησκευτικό συναίσθημα, ο τρόπος με τον οποίο βιώνει κάποιος τη σχέση του με τη θρησκεία και τον Θεό. Πβ. ευλάβεια, ευσέβεια, θεοσέβεια. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. religiosité] | |
| 20833 | θρησκόληπτος | , η, ο θρη-σκό-λη-πτος επίθ./ουσ. (λόγ.): υπερβολικά προσηλωμένος στη θρησκεία, στους θρησκευτικούς κανόνες και τύπους. Πβ. θεούσα, θρησκομανής. Βλ. θρησκευόμενος, -ληπτος. | |
| 20834 | θρησκοληψία | θρη-σκο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του θρησκόληπτου. Βλ. -ληψία. | |
| 20835 | θρησκομανής | θρη-σκο-μα-νής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): θρησκόληπτος. Βλ. -μανής. | |
| 20836 | θρήσκος | , α, ο [θρῆσκος] θρή-σκος επίθ./ουσ.: που διακατέχεται από βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα και τηρεί με ευλάβεια τα θρησκευτικά του καθήκοντα. Πβ. θεοσεβής, θεοφοβούμενος, θρησκευόμενος, φιλόθρησκος. Βλ. αντί-, αρνησί-, αρχαιό-, ομό-θρησκος. ΑΝΤ. άθρησκος [< μτγν. θρῆσκος] | |
| 20837 | θριαμβευτής | θρι-αμ-βευ-τής ουσ. (αρσ.) , θριαμβεύτρια (η): αυτός που έχει πετύχει σπουδαία νίκη ή κατόρθωμα ενάντια σε ισχυρούς αντιπάλους ή σε αντίξοες συνθήκες: ~ των βραβείων/εκλογών (: νικητής με συντριπτική υπεροχή). Γύρισε/(επαν)ήλθε/επέστρεψε ~. Αποθέωσαν/υποδέχτηκαν τους ~ές.|| (ΑΘΛ.) Ο μεγάλος ~ του αγώνα/της διοργάνωσης (πβ. τροπαιούχος)/της κούρσας/του ντέρμπι. [< μτγν. θριαμβευτής, γαλλ. triomphateur] | |
| 20838 | θριαμβευτικός | , ή, ό θρι-αμ-βευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με θρίαμβο: ~ός: πανηγυρισμός/τόνος/χαιρετισμός/χορός. ~ή: είσοδος/εκλογή/επιστροφή (στη μουσική σκηνή)/επιτυχία/νίκη/πορεία/πρόκριση/υποδοχή. ~ό: αποτέλεσμα/ντεμπούτο/ύφος/φινάλε/χαμόγελο. Πβ. μεγαλοπρεπής, πανηγυρικός. ΣΥΝ. θριαμβικός ● επίρρ.: θριαμβευτικά [< μτγν. θριαμβευτικός, γαλλ. triomphal] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ