Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [21660-21680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20828θρήσκευμαθρή-σκευ-μα ουσ. (ουδ.): θρησκευτικό δόγμα που ασπάζεται κάποιος: μουσουλμάνος/χριστιανός ορθόδοξος στο ~. Άλλαξε ~ (= αλλαξοπίστησε). Πβ. θρησκεία. ● ΣΥΜΠΛ.: καθύβριση θρησκευμάτων: ΝΟΜ. δημόσια προσβολή της επίσημης ή άλλης αναγνωρισμένης από το κράτος θρησκείας, η οποία αποτελεί ποινικό αδίκημα: ~ ~ διά του Τύπου. [< μτγν. θρήσκευμα]
20829θρησκευόμενος, η, ο θρη-σκευ-ό-με-νος επίθ./ουσ.: που τελεί με ευλάβεια τα θρησκευτικά του καθήκοντα και είναι αφοσιωμένος σε μια θρησκεία: ~ος: λαός. ~η: κοινωνία. ~ο: άτομο. Είναι βαθιά ~. Πβ. θρήσκος. Βλ. θρησκόληπτος. ΑΝΤ. άθρησκος [< μτχ. εν. του ρ. θρησκεύομαι ‘τιμώ με λατρεία, λατρεύω’]
20830θρησκευτικάθρη-σκευ-τι-κά ουσ. (ουδ.) (τα): σχολικό μάθημα που έχει ως αντικείμενό του τη διδασκαλία της χριστιανικής θρησκείας και των θεμελιωδών αρχών της ορθόδοξης πίστης, καθώς και την παρουσίαση των υπόλοιπων θρησκευτικών δογμάτων.
20831θρησκευτικός, ή, ό θρη-σκευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη θρησκεία: ~ός: ηγέτης/πλουραλισμός. ~ή: αγωγή/ελευθερία/εξουσία/ζωή/κοινότητα/μουσική/οργάνωση/παιδεία/παράδοση/πίστη/ποίηση. ~ό: δόγμα/καθήκον/πνεύμα/σύμβολο/συναίσθημα. ~οί: ύμνοι. ~ές: ανάγκες. ~ά: κτίρια (βλ. ναός, τέμενος). Πβ. εκκλησιαστ-, θεολογ-ικός. Βλ. αντι~, ηθικο~, μετα~, παρα~. ΑΝΤ. κοσμικός (2) ● επίρρ.: θρησκευτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: θρησκευτικός λειτουργός: ιερέας., θρησκευτικός τουρισμός: οργάνωση επισκέψεων σε θρησκευτικά μνημεία., (Θρησκευτική) Μεταρρύθμιση βλ. μεταρρύθμιση, ελευθερία (της) θρησκευτικής συνείδησης βλ. ελευθερία, θρησκευτικός γάμος βλ. γάμος, ιερός/θρησκευτικός πόλεμος βλ. ιερός ● ΦΡ.: με θρησκευτική ευλάβεια βλ. ευλάβεια [< μτγν. θρησκευτικός]
20832θρησκευτικότηταθρη-σκευ-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): θρησκευτικό συναίσθημα, ο τρόπος με τον οποίο βιώνει κάποιος τη σχέση του με τη θρησκεία και τον Θεό. Πβ. ευλάβεια, ευσέβεια, θεοσέβεια. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. religiosité]
20833θρησκόληπτος, η, ο θρη-σκό-λη-πτος επίθ./ουσ. (λόγ.): υπερβολικά προσηλωμένος στη θρησκεία, στους θρησκευτικούς κανόνες και τύπους. Πβ. θεούσα, θρησκομανής. Βλ. θρησκευόμενος, -ληπτος.
20834θρησκοληψίαθρη-σκο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του θρησκόληπτου. Βλ. -ληψία.
20835θρησκομανήςθρη-σκο-μα-νής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): θρησκόληπτος. Βλ. -μανής.
20836θρήσκος, α, ο [θρῆσκος] θρή-σκος επίθ./ουσ.: που διακατέχεται από βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα και τηρεί με ευλάβεια τα θρησκευτικά του καθήκοντα. Πβ. θεοσεβής, θεοφοβούμενος, θρησκευόμενος, φιλόθρησκος. Βλ. αντί-, αρνησί-, αρχαιό-, ομό-θρησκος. ΑΝΤ. άθρησκος [< μτγν. θρῆσκος]
20837θριαμβευτήςθρι-αμ-βευ-τής ουσ. (αρσ.) , θριαμβεύτρια (η): αυτός που έχει πετύχει σπουδαία νίκη ή κατόρθωμα ενάντια σε ισχυρούς αντιπάλους ή σε αντίξοες συνθήκες: ~ των βραβείων/εκλογών (: νικητής με συντριπτική υπεροχή). Γύρισε/(επαν)ήλθε/επέστρεψε ~. Αποθέωσαν/υποδέχτηκαν τους ~ές.|| (ΑΘΛ.) Ο μεγάλος ~ του αγώνα/της διοργάνωσης (πβ. τροπαιούχος)/της κούρσας/του ντέρμπι. [< μτγν. θριαμβευτής, γαλλ. triomphateur]
20838θριαμβευτικός, ή, ό θρι-αμ-βευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με θρίαμβο: ~ός: πανηγυρισμός/τόνος/χαιρετισμός/χορός. ~ή: είσοδος/εκλογή/επιστροφή (στη μουσική σκηνή)/επιτυχία/νίκη/πορεία/πρόκριση/υποδοχή. ~ό: αποτέλεσμα/ντεμπούτο/ύφος/φινάλε/χαμόγελο. Πβ. μεγαλοπρεπής, πανηγυρικός. ΣΥΝ. θριαμβικός ● επίρρ.: θριαμβευτικά [< μτγν. θριαμβευτικός, γαλλ. triomphal]
20839θριαμβεύωθρι-αμ-βεύ-ω ρ. (αμτβ.) {θριάμβευ-σα, θριαμβεύ-σει, -οντας} 1. σημειώνω σπουδαία νίκη ή επιτυχία που προκαλεί θαυμασμό και ενθουσιασμό: ~σε στις εκλογές/στις εξετάσεις/στον μαραθώνιο. Η ταινία ~σε στο κινηματογραφικό φεστιβάλ. Πήρε την πρόκριση, ~οντας επί του αντιπάλου. 2. (μτφ.) υπερισχύω: Στο τέλος η αλήθεια/το δίκαιο/η δικαιοσύνη/το καλό θα ~σει. [< μτγν. θριαμβεύω ‘γιορτάζω τον θρίαμβο’, γαλλ. triompher]
20840θριαμβεύων, ουσα, ον θρι-αμ-βεύ-ων επίθ. (λόγ.): που θριαμβεύει, υπερισχύει: ο ~ ατομικισμός/(νεο)φιλελευθερισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: θριαμβεύουσα Εκκλησία: ΕΚΚΛΗΣ. το σύνολο των κεκοιμημένων χριστιανών· η επουράνια Εκκλησία, ο παράδεισος: η εν ουρανοίς ~ ~. Βλ. ζώσα Εκκλησία. [< μτχ. εν. του ρ. θριαμβεύω]
20841θριαμβικός, ή, ό θρι-αμ-βι-κός επίθ.: θριαμβευτικός: ~ές: ιαχές. ● επίρρ.: θριαμβικά [< μτγν. θριαμβικός]
20842θριαμβολογίαθρι-αμ-βο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ενθουσιώδης και συνήθ. πομπώδης λόγος για μια επιτυχία. Πβ. πανηγυρισμός. Βλ. -λογία.
20843θριαμβολογώ[θριαμβολογῶ] θρι-αμ-βο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {θριαμβολογ-είς ..., -ώντας | θριαμβολόγ-ησα, -ήσει}: εκφράζω έντονα τον ενθουσιασμό μου, καυχιέμαι για μια επιτυχία: ~εί για τη νίκη. ~εί γιατί επαληθεύτηκαν οι προβλέψεις της. Πβ. γιορτάζω, πανηγυρίζω. Βλ. -λογώ.
20844θρίαμβοςθρί-αμ-βος ουσ. (αρσ.) {θριάμβ-ου} 1. λαμπρή νίκη, μεγάλη επιτυχία, σπουδαίο κατόρθωμα που προκαλεί θαυμασμό: διπλωματικός/εκλογικός/παγκόσμιος/πολιτικός/προσωπικός/πρωτοφανής ~. Ιαχές/κραυγές/φωνές ~ου. ~ της εθνικής ομάδας. Πραγματοποίησε άριστη εμφάνιση και πέτυχε ~ο. Οδήγησε το κόμμα σε ~ο. Η συναυλία του ήταν ένας πραγματικός ~. Η ταινία σημειώνει ~ο. || Αψίδα του ~ου. 2. (μτφ.) ολοκληρωτική υπερίσχυση, κυριαρχία: ο ~ της αγάπης/της ελπίδας/της επιστήμης/της ζωής/της θέλησης/της λογικής/του παραλογισμού/της τεχνολογίας. Πβ. επικράτηση. ● ΣΥΜΠΛ.: ο γύρος του θριάμβου βλ. γύρος [< πβ. μτγν. θρίαμβος ‘εορτασμός του ύμνου στον Διόνυσο’, γαλλ. triomphe, αγγλ. triumph, γερμ. Triumph]
20845θριγκόςθρι-γκός ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. τμήμα αρχαίου ναού που βρίσκεται πάνω από τους κίονες και αποτελείται από το επιστύλιο, τη ζωφόρο, το αέτωμα και το γείσο. [< αρχ. θριγκός]
20846θρίλερθρί-λερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ταινία, θεατρικό ή λογοτεχνικό έργο με περιεχόμενο που χαρακτηρίζεται από έντονη δράση, μυστήριο και τρόμο: αστυνομικό/ατμοσφαιρικό/ερωτικό/κατασκοπευτικό/μεταφυσικό/ψυχολογικό (= ψυχο~) ~. 2. (μτφ.) γεγονός που προκαλεί συναισθήματα αγωνίας ή φόβου: πολιτικό ~. Συνεχίζεται το ~ με τους ομήρους.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Απαγωγή/νίκη-~. [< αγγλ. thriller, γαλλ. ~, 1927]
20848θροΐζειθρο-ΐ-ζει ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (συνήθ. λογοτ.): παράγει θρόισμα: τα φύλλα ~ουν στον άνεμο. [< μεσν. θροΐζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.