| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20849 | θρόισμα | θρό-ι-σμα ουσ. (ουδ.) (συνήθ. λογοτ.): απαλός ήχος κυρ. των φύλλων των δέντρων: το ~ του αέρα/του πεύκου. Πβ. ψιθύρισμα, ψίθυρος. | |
| 20850 | θρομβίνη | θρομ-βί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που προέρχεται από την προθρομβίνη και συμβάλλει στην πήξη του αίματος. Βλ. αντι~, ιρουδίνη, -ίνη. [< γαλλ. thrombine, 1903, αγγλ. thrombin] | |
| 20851 | θρομβοεμβολή | θρομ-βο-εμ-βο-λή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. απόφραξη αιμοφόρου αγγείου από θρόμβο: πνευμονική/φλεβική ~. Βλ. θρόμβωση. [< αγγλ. thromboembolism, γαλλ. thromboembolie] | |
| 20852 | θρομβοεμβολικός | , ή, ό θρομ-βο-εμ-βο-λι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προκαλεί εμβολή αγγείου λόγω σχηματισμού θρόμβου: ~ή: απόφραξη/νόσος. ~ά: εγκεφαλικά επεισόδια. [< αγγλ. thromboembolic, 1940, γαλλ. thromboembolique] | |
| 20853 | θρομβοκύτταρα | θρομ-βο-κύτ-τα-ρα ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. αιμοπετάλια. [< αγγλ.-γαλλ. thrombocyte] | |
| 20854 | θρομβοκυττάρωση | θρομ-βο-κυτ-τά-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική αύξηση των αιμοπεταλίων. [< αγγλ. thrombocytosis, 1936, γαλλ. thrombocytose] | |
| 20855 | θρομβόλυση | θρομ-βό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αυτόματη ή φαρμακευτική διάλυση θρόμβου στο εσωτερικό αγγείου ή αρτηρίας: ενδοφλέβια ~. Βλ. ινωδόλυση. [< αγγλ. thrombolysis, 1936, γαλλ. thrombolyse] | |
| 20856 | θρομβολυτικός | , ή, ό θρομ-βο-λυ-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που συμβάλλει στη διάλυση θρόμβου: ~ός: παράγοντας. ~ή: αγωγή/θεραπεία.|| (ως ουσ.) Χορήγηση ~ών (ενν. φαρμάκων). [< αγγλ. thrombolytic, επίθ. 1914, ουσ. 1965, γαλλ. thrombolytique] | |
| 20857 | θρομβοπενία | θρομ-βο-πε-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αιματολογική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από ελάττωση του αριθμού των αιμοπεταλίων κάτω από το φυσιολογικό όριο: αυτοάνοση ~. Βλ. λευκο-, ουδετερο-πενία. [< αγγλ. thrombopenia, 1915, γαλλ. thrombopénie, 1931] | |
| 20858 | θρομβοπλαστίνη | θρομ-βο-πλα-στί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που απελευθερώνεται από τα αιμοπετάλια και συντελεί στην πήξη του αίματος: ιστική ~. Χρόνος μερικής ~ης. Βλ. ινωδογόνο, -ίνη. [< αγγλ. thromboplastin, 1911, γαλλ. thromboplastine] | |
| 20859 | θρόμβος | θρόμ-βος ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. μάζα πηγμένου αίματος που μπορεί φυσιολογικά να καλύπτει ένα τραύμα ή παθολογικά να αποφράσσει ένα αγγείο: αρτηριακός/τοιχωματικός/φλεβικός ~. Βλ. αρτηριοσκλήρυνση. [< αρχ. θρόμβος, γαλλ.-αγγλ. thrombus] | |
| 20860 | θρομβοφιλία | θρομ-βο-φι-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. τάση υπερπηκτικότητας του αίματος που προδιαθέτει σε φλεβική ή αρτηριακή θρόμβωση: επίκτητη/κληρονομική ~. Βλ. -φιλία. [< γαλλ. thrombophilie, αγγλ. thrombophilia] | |
| 20861 | θρομβοφλεβίτιδα | θρομ-βο-φλε-βί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εσωτερική φλεγμονή των φλεβών που προκαλείται από θρόμβωση: επιπολής ~. [< γαλλ. thrombophlébite, 1933, αγγλ. thrombophlebitis] | |
| 20862 | θρόμβωση | θρόμ-βω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δημιουργία θρόμβων σε αιμοφόρα αγγεία, οι οποίοι παρεμποδίζουν την κυκλοφορία του αίματος: αρτηριακή/εγκεφαλική/φλεβική ~. ~ στεφανιαίας. Πβ. κροκίδωση. [< μτγν. θρόμβωσις, γαλλ. thrombose, αγγλ. thrombosis] | |
| 20863 | θρομβωτικός | , ή, ό θρομ-βω-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη θρόμβωση: ~ό: επεισόδιο. ~ές: επιπλοκές. Βλ. θρομβο-εμβολικός, -λυτικός. ΑΝΤ. αντιθρομβωτικός [< γαλλ. thrombotique, αγγλ. thrombotic] | |
| 20864 | θρονιάζω | θρο-νιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {θρόνια-σα, -στηκα, -στεί, -σμένος}: κυρ. στα ● θρονιάζει: (μτφ.) εδραιώνεται, σταθεροποιείται: Η αγάπη/ο φόβος έχει ~σει στην καρδιά τους. Πβ. ριζώνει. ● Παθ.: θρονιάζομαι: (συχνά ειρων.) κάθομαι, βολεύομαι κάπου, χωρίς να εκδηλώνω διάθεση να φύγω: Ήρθε και ~στηκε στον καναπέ. Πβ. αράζω, στρογγυλοκάθομαι, στρώνομαι. [< μεσν. θρονιάζω] | |
| 20865 | θρόνος | θρό-νος ουσ. (αρσ.) 1. κάθισμα με συνήθ. πολυτελή και περίτεχνη διακόσμηση, προορισμένο για μονάρχη ή αρχιερέα σε επίσημες περιστάσεις: μαρμάρινος/μεγαλοπρεπής/ξύλινος/πέτρινος/σκαλιστός/χρυσός ~. Ο ~ του βασιλιά. ~, κορώνα και σκήπτρο. Η αίθουσα του ~ου.|| Ο (αρχ)ιερατικός/παπικός ~. Βλ. σύνθρονο.|| (στο αρχαίο θέατρο) Οι ~οι (: οι θέσεις) των επισήμων. 2. (συνεκδ., συχνά με κεφαλ. Θ) το αξίωμα και η εξουσία μονάρχη, ο αντίστοιχος θεσμός· ο ίδιος ο μονάρχης και η Αυλή του· γενικότ. πρώτη θέση: διάδοχος/διεκδικητής/κληρονόμος/μνηστήρες/σφετεριστής του ~ου. Κατάληψη του ~ου. Ανάρρηση/(επ)άνοδος/εκλογή στον ~ο. Πτώση από τον ~ο. Διαδέχθηκε τον πατέρα του στον ~ο. Ανέβηκε/ανήλθε στον ~ο (= ενθρονίστηκε).|| (ως θεσμός:) Ο ~ δέχτηκε μεγάλο πλήγμα. Πβ. βασιλεία, στέμμα.|| (ως πρόσωπο:) Ανάμιξη του ~ου στα πολιτικά πράγματα. Ο ~ αποφάσισε να ... Πβ. ανάκτορα, παλάτι.|| (μτφ.) Η εθνική ομάδα επέστρεψε στον ~ο της. Παρέμεινε στον ~ο της ποπ/του πρωταθλητή. Τον γκρέμισε από τον ~ο του. Πβ. κορυφή. 3. ανώτατο εκκλησιαστικό αξίωμα: Έμεινε κενός/χήρεψε ο πατριαρχικός ~. ● Θρόνοι (οι): ΕΚΚΛΗΣ. ένα από τα εννέα αγγελικά τάγματα. ● ΣΥΜΠΛ.: δεσποτικός/επισκοπικός θρόνος: που βρίσκεται στο δεξιό τμήμα του μεσαίου κλίτους της εκκλησίας ή σπανιότ. στο ιερό βήμα και προορίζεται για μητροπολίτη ή επίσκοπο, όταν αυτός χοροστατεί σε ακολουθία. ΣΥΝ. δεσποτικό (1), ο θρόνος των Χρυσανθέμων: το αυτοκρατορικό αξίωμα της Ιαπωνίας., ο Οικουμενικός Θρόνος: ΕΚΚΛΗΣ. το αξίωμα του Οικουμενικού Πατριάρχη· συνεκδ. ο ίδιος ο Πατριάρχης· κατ' επέκτ. το Οικουμενικό Πατριαρχείο: ο καθ’ ημάς/πάνσεπτος ~ ~. Οι Ιεράρχες/ο Προκαθήμενος του ~ού ~ου. Η Αγία και Ιερά Σύνοδος του ~ού ~ου., αρχιεπισκοπικός θρόνος βλ. αρχιεπισκοπικός ● ΦΡ.: έπεσε από τον θρόνο & έχασε τον θρόνο του (κυριολ. κ. μτφ.): εκθρονίστηκε., κατέβα (λιγάκι) απ' τον θρόνο σου! (μτφ.-προφ.): μην είσαι τόσο υπερήφανος, εγωιστής, υπεροπτικός., ρίχνω κάποιον από τον θρόνο του (κυριολ. κ. μτφ.): τον εκθρονίζω., ανεβάζω κάποιον στην εξουσία/στον θρόνο βλ. ανεβάζω [< αρχ. θρόνος] | |
| 20866 | θρούμπα | θρού-μπα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ώριμη, μαύρη, ζαρωμένη ελιά, συνήθ. αρωματισμένη με θρούμπι. Πβ. χαμάδα. Βλ. κονσερβολιά. 2. ΒΟΤ. θρούμπι. [< μεσν. δρούπα] | |
| 20867 | θρούμπι | θρού-μπι ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) θρούμπη (η): ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Satureja thymbra montana) του οποίου τα φύλλα και οι ανθισμένες κορυφές των βλαστών αποξηραίνονται και χρησιμοποιούνται στη μαγειρική ως αρωματικό. [< μεσν. θρύμπη < μτγν. θύμβρα] | |
| 20868 | θρυαλλίδα | θρυ-αλ-λί-δα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) γεγονός που γίνεται αφορμή για σημαντικά και συνήθ. δυσάρεστα επακόλουθα: ~ της αγανάκτησης/δημόσιας αντιπαράθεσης/κοινωνικής έκρηξης. Λειτούργησε ως ~ εξελίξεων για … Πβ. έναυσμα. 2. (επίσ.) ειδικό νήμα που χρησιμοποιείται σε φωτιστικά σώματα και στην πυροδότηση εκρηκτικών: ακαριαία ~. Πβ. ίσκα, φιτίλι. [< 2: αρχ. θρυαλλίς] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ