Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [21680-21700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20839θριαμβεύωθρι-αμ-βεύ-ω ρ. (αμτβ.) {θριάμβευ-σα, θριαμβεύ-σει, -οντας} 1. σημειώνω σπουδαία νίκη ή επιτυχία που προκαλεί θαυμασμό και ενθουσιασμό: ~σε στις εκλογές/στις εξετάσεις/στον μαραθώνιο. Η ταινία ~σε στο κινηματογραφικό φεστιβάλ. Πήρε την πρόκριση, ~οντας επί του αντιπάλου. 2. (μτφ.) υπερισχύω: Στο τέλος η αλήθεια/το δίκαιο/η δικαιοσύνη/το καλό θα ~σει. [< μτγν. θριαμβεύω ‘γιορτάζω τον θρίαμβο’, γαλλ. triompher]
20840θριαμβεύων, ουσα, ον θρι-αμ-βεύ-ων επίθ. (λόγ.): που θριαμβεύει, υπερισχύει: ο ~ ατομικισμός/(νεο)φιλελευθερισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: θριαμβεύουσα Εκκλησία: ΕΚΚΛΗΣ. το σύνολο των κεκοιμημένων χριστιανών· η επουράνια Εκκλησία, ο παράδεισος: η εν ουρανοίς ~ ~. Βλ. ζώσα Εκκλησία. [< μτχ. εν. του ρ. θριαμβεύω]
20841θριαμβικός, ή, ό θρι-αμ-βι-κός επίθ.: θριαμβευτικός: ~ές: ιαχές. ● επίρρ.: θριαμβικά [< μτγν. θριαμβικός]
20842θριαμβολογίαθρι-αμ-βο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ενθουσιώδης και συνήθ. πομπώδης λόγος για μια επιτυχία. Πβ. πανηγυρισμός. Βλ. -λογία.
20843θριαμβολογώ[θριαμβολογῶ] θρι-αμ-βο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {θριαμβολογ-είς ..., -ώντας | θριαμβολόγ-ησα, -ήσει}: εκφράζω έντονα τον ενθουσιασμό μου, καυχιέμαι για μια επιτυχία: ~εί για τη νίκη. ~εί γιατί επαληθεύτηκαν οι προβλέψεις της. Πβ. γιορτάζω, πανηγυρίζω. Βλ. -λογώ.
20844θρίαμβοςθρί-αμ-βος ουσ. (αρσ.) {θριάμβ-ου} 1. λαμπρή νίκη, μεγάλη επιτυχία, σπουδαίο κατόρθωμα που προκαλεί θαυμασμό: διπλωματικός/εκλογικός/παγκόσμιος/πολιτικός/προσωπικός/πρωτοφανής ~. Ιαχές/κραυγές/φωνές ~ου. ~ της εθνικής ομάδας. Πραγματοποίησε άριστη εμφάνιση και πέτυχε ~ο. Οδήγησε το κόμμα σε ~ο. Η συναυλία του ήταν ένας πραγματικός ~. Η ταινία σημειώνει ~ο. || Αψίδα του ~ου. 2. (μτφ.) ολοκληρωτική υπερίσχυση, κυριαρχία: ο ~ της αγάπης/της ελπίδας/της επιστήμης/της ζωής/της θέλησης/της λογικής/του παραλογισμού/της τεχνολογίας. Πβ. επικράτηση. ● ΣΥΜΠΛ.: ο γύρος του θριάμβου βλ. γύρος [< πβ. μτγν. θρίαμβος ‘εορτασμός του ύμνου στον Διόνυσο’, γαλλ. triomphe, αγγλ. triumph, γερμ. Triumph]
20845θριγκόςθρι-γκός ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. τμήμα αρχαίου ναού που βρίσκεται πάνω από τους κίονες και αποτελείται από το επιστύλιο, τη ζωφόρο, το αέτωμα και το γείσο. [< αρχ. θριγκός]
20846θρίλερθρί-λερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ταινία, θεατρικό ή λογοτεχνικό έργο με περιεχόμενο που χαρακτηρίζεται από έντονη δράση, μυστήριο και τρόμο: αστυνομικό/ατμοσφαιρικό/ερωτικό/κατασκοπευτικό/μεταφυσικό/ψυχολογικό (= ψυχο~) ~. 2. (μτφ.) γεγονός που προκαλεί συναισθήματα αγωνίας ή φόβου: πολιτικό ~. Συνεχίζεται το ~ με τους ομήρους.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Απαγωγή/νίκη-~. [< αγγλ. thriller, γαλλ. ~, 1927]
20848θροΐζειθρο-ΐ-ζει ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (συνήθ. λογοτ.): παράγει θρόισμα: τα φύλλα ~ουν στον άνεμο. [< μεσν. θροΐζω]
20849θρόισμαθρό-ι-σμα ουσ. (ουδ.) (συνήθ. λογοτ.): απαλός ήχος κυρ. των φύλλων των δέντρων: το ~ του αέρα/του πεύκου. Πβ. ψιθύρισμα, ψίθυρος.
20850θρομβίνηθρομ-βί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που προέρχεται από την προθρομβίνη και συμβάλλει στην πήξη του αίματος. Βλ. αντι~, ιρουδίνη, -ίνη. [< γαλλ. thrombine, 1903, αγγλ. thrombin]
20851θρομβοεμβολήθρομ-βο-εμ-βο-λή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. απόφραξη αιμοφόρου αγγείου από θρόμβο: πνευμονική/φλεβική ~. Βλ. θρόμβωση. [< αγγλ. thromboembolism, γαλλ. thromboembolie]
20852θρομβοεμβολικός, ή, ό θρομ-βο-εμ-βο-λι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προκαλεί εμβολή αγγείου λόγω σχηματισμού θρόμβου: ~ή: απόφραξη/νόσος. ~ά: εγκεφαλικά επεισόδια. [< αγγλ. thromboembolic, 1940, γαλλ. thromboembolique]
20853θρομβοκύτταραθρομ-βο-κύτ-τα-ρα ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. αιμοπετάλια. [< αγγλ.-γαλλ. thrombocyte]
20854θρομβοκυττάρωσηθρομ-βο-κυτ-τά-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική αύξηση των αιμοπεταλίων. [< αγγλ. thrombocytosis, 1936, γαλλ. thrombocytose]
20855θρομβόλυσηθρομ-βό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αυτόματη ή φαρμακευτική διάλυση θρόμβου στο εσωτερικό αγγείου ή αρτηρίας: ενδοφλέβια ~. Βλ. ινωδόλυση. [< αγγλ. thrombolysis, 1936, γαλλ. thrombolyse]
20856θρομβολυτικός, ή, ό θρομ-βο-λυ-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που συμβάλλει στη διάλυση θρόμβου: ~ός: παράγοντας. ~ή: αγωγή/θεραπεία.|| (ως ουσ.) Χορήγηση ~ών (ενν. φαρμάκων). [< αγγλ. thrombolytic, επίθ. 1914, ουσ. 1965, γαλλ. thrombolytique]
20857θρομβοπενίαθρομ-βο-πε-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αιματολογική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από ελάττωση του αριθμού των αιμοπεταλίων κάτω από το φυσιολογικό όριο: αυτοάνοση ~. Βλ. λευκο-, ουδετερο-πενία. [< αγγλ. thrombopenia, 1915, γαλλ. thrombopénie, 1931]
20858θρομβοπλαστίνηθρομ-βο-πλα-στί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που απελευθερώνεται από τα αιμοπετάλια και συντελεί στην πήξη του αίματος: ιστική ~. Χρόνος μερικής ~ης. Βλ. ινωδογόνο, -ίνη. [< αγγλ. thromboplastin, 1911, γαλλ. thromboplastine]
20859θρόμβοςθρόμ-βος ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. μάζα πηγμένου αίματος που μπορεί φυσιολογικά να καλύπτει ένα τραύμα ή παθολογικά να αποφράσσει ένα αγγείο: αρτηριακός/τοιχωματικός/φλεβικός ~. Βλ. αρτηριοσκλήρυνση. [< αρχ. θρόμβος, γαλλ.-αγγλ. thrombus]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.