Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [21700-21720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20860θρομβοφιλίαθρομ-βο-φι-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. τάση υπερπηκτικότητας του αίματος που προδιαθέτει σε φλεβική ή αρτηριακή θρόμβωση: επίκτητη/κληρονομική ~. Βλ. -φιλία. [< γαλλ. thrombophilie, αγγλ. thrombophilia]
20861θρομβοφλεβίτιδαθρομ-βο-φλε-βί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εσωτερική φλεγμονή των φλεβών που προκαλείται από θρόμβωση: επιπολής ~. [< γαλλ. thrombophlébite, 1933, αγγλ. thrombophlebitis]
20862θρόμβωσηθρόμ-βω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δημιουργία θρόμβων σε αιμοφόρα αγγεία, οι οποίοι παρεμποδίζουν την κυκλοφορία του αίματος: αρτηριακή/εγκεφαλική/φλεβική ~. ~ στεφανιαίας. Πβ. κροκίδωση. [< μτγν. θρόμβωσις, γαλλ. thrombose, αγγλ. thrombosis]
20863θρομβωτικός, ή, ό θρομ-βω-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη θρόμβωση: ~ό: επεισόδιο. ~ές: επιπλοκές. Βλ. θρομβο-εμβολικός, -λυτικός. ΑΝΤ. αντιθρομβωτικός [< γαλλ. thrombotique, αγγλ. thrombotic]
20864θρονιάζωθρο-νιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {θρόνια-σα, -στηκα, -στεί, -σμένος}: κυρ. στα ● θρονιάζει: (μτφ.) εδραιώνεται, σταθεροποιείται: Η αγάπη/ο φόβος έχει ~σει στην καρδιά τους. Πβ. ριζώνει. ● Παθ.: θρονιάζομαι: (συχνά ειρων.) κάθομαι, βολεύομαι κάπου, χωρίς να εκδηλώνω διάθεση να φύγω: Ήρθε και ~στηκε στον καναπέ. Πβ. αράζω, στρογγυλοκάθομαι, στρώνομαι. [< μεσν. θρονιάζω]
20865θρόνοςθρό-νος ουσ. (αρσ.) 1. κάθισμα με συνήθ. πολυτελή και περίτεχνη διακόσμηση, προορισμένο για μονάρχη ή αρχιερέα σε επίσημες περιστάσεις: μαρμάρινος/μεγαλοπρεπής/ξύλινος/πέτρινος/σκαλιστός/χρυσός ~. Ο ~ του βασιλιά. ~, κορώνα και σκήπτρο. Η αίθουσα του ~ου.|| Ο (αρχ)ιερατικός/παπικός ~. Βλ. σύνθρονο.|| (στο αρχαίο θέατρο) Οι ~οι (: οι θέσεις) των επισήμων. 2. (συνεκδ., συχνά με κεφαλ. Θ) το αξίωμα και η εξουσία μονάρχη, ο αντίστοιχος θεσμός· ο ίδιος ο μονάρχης και η Αυλή του· γενικότ. πρώτη θέση: διάδοχος/διεκδικητής/κληρονόμος/μνηστήρες/σφετεριστής του ~ου. Κατάληψη του ~ου. Ανάρρηση/(επ)άνοδος/εκλογή στον ~ο. Πτώση από τον ~ο. Διαδέχθηκε τον πατέρα του στον ~ο. Ανέβηκε/ανήλθε στον ~ο (= ενθρονίστηκε).|| (ως θεσμός:) Ο ~ δέχτηκε μεγάλο πλήγμα. Πβ. βασιλεία, στέμμα.|| (ως πρόσωπο:) Ανάμιξη του ~ου στα πολιτικά πράγματα. Ο ~ αποφάσισε να ... Πβ. ανάκτορα, παλάτι.|| (μτφ.) Η εθνική ομάδα επέστρεψε στον ~ο της. Παρέμεινε στον ~ο της ποπ/του πρωταθλητή. Τον γκρέμισε από τον ~ο του. Πβ. κορυφή. 3. ανώτατο εκκλησιαστικό αξίωμα: Έμεινε κενός/χήρεψε ο πατριαρχικός ~.Θρόνοι (οι): ΕΚΚΛΗΣ. ένα από τα εννέα αγγελικά τάγματα. ● ΣΥΜΠΛ.: δεσποτικός/επισκοπικός θρόνος: που βρίσκεται στο δεξιό τμήμα του μεσαίου κλίτους της εκκλησίας ή σπανιότ. στο ιερό βήμα και προορίζεται για μητροπολίτη ή επίσκοπο, όταν αυτός χοροστατεί σε ακολουθία. ΣΥΝ. δεσποτικό (1), ο θρόνος των Χρυσανθέμων: το αυτοκρατορικό αξίωμα της Ιαπωνίας., ο Οικουμενικός Θρόνος: ΕΚΚΛΗΣ. το αξίωμα του Οικουμενικού Πατριάρχη· συνεκδ. ο ίδιος ο Πατριάρχης· κατ' επέκτ. το Οικουμενικό Πατριαρχείο: ο καθ’ ημάς/πάνσεπτος ~ ~. Οι Ιεράρχες/ο Προκαθήμενος του ~ού ~ου. Η Αγία και Ιερά Σύνοδος του ~ού ~ου., αρχιεπισκοπικός θρόνος βλ. αρχιεπισκοπικός ● ΦΡ.: έπεσε από τον θρόνο & έχασε τον θρόνο του (κυριολ. κ. μτφ.): εκθρονίστηκε., κατέβα (λιγάκι) απ' τον θρόνο σου! (μτφ.-προφ.): μην είσαι τόσο υπερήφανος, εγωιστής, υπεροπτικός., ρίχνω κάποιον από τον θρόνο του (κυριολ. κ. μτφ.): τον εκθρονίζω., ανεβάζω κάποιον στην εξουσία/στον θρόνο βλ. ανεβάζω [< αρχ. θρόνος]
20866θρούμπαθρού-μπα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ώριμη, μαύρη, ζαρωμένη ελιά, συνήθ. αρωματισμένη με θρούμπι. Πβ. χαμάδα. Βλ. κονσερβολιά. 2. ΒΟΤ. θρούμπι. [< μεσν. δρούπα]
20867θρούμπιθρού-μπι ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) θρούμπη (η): ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Satureja thymbra montana) του οποίου τα φύλλα και οι ανθισμένες κορυφές των βλαστών αποξηραίνονται και χρησιμοποιούνται στη μαγειρική ως αρωματικό. [< μεσν. θρύμπη < μτγν. θύμβρα]
20868θρυαλλίδαθρυ-αλ-λί-δα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) γεγονός που γίνεται αφορμή για σημαντικά και συνήθ. δυσάρεστα επακόλουθα: ~ της αγανάκτησης/δημόσιας αντιπαράθεσης/κοινωνικής έκρηξης. Λειτούργησε ως ~ εξελίξεων για … Πβ. έναυσμα. 2. (επίσ.) ειδικό νήμα που χρησιμοποιείται σε φωτιστικά σώματα και στην πυροδότηση εκρηκτικών: ακαριαία ~. Πβ. ίσκα, φιτίλι. [< 2: αρχ. θρυαλλίς]
20869θρυλείται[θρυλεῖται] θρυ-λεί-ται ρ. {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.}: διαδίδεται ως φήμη ή θρύλος: ~ ότι ο ήρωας είχε μαρτυρικό θάνατο. Πολλά λέγονται και ~ούνται για ... Πβ. φημολογείται. [< αρχ. θρυλῶ]
20870θρυλικός, ή, ό θρυ-λι-κός επίθ.: που θεωρείται θρύλος ή έχει αποκτήσει μυθικές διαστάσεις: ~ός: αγώνας/βασιλιάς/ήρωας/πολεμιστής/στρατηγός. ~ή: μάχη/νίκη/παράσταση/πορεία/προσωπικότητα. ~ό: όνομα/παρελθόν/συγκρότημα. Πβ. ένδοξος, μυθώδης, ξακουστός.[< γαλλ. légendaire]
20871θρύλος[θρῦλος] θρύ-λος ουσ. (αρσ.) 1. ΛΑΟΓΡ. φανταστική αφήγηση η οποία βασίζεται σε λαϊκές δοξασίες για πρόσωπα, όντα ή τόπους και μεταδίδεται από γενιά σε γενιά: τοπικός ~. ~οι και παραδόσεις. Ο ~ του μαρμαρωμένου βασιλιά. Μύθοι και ~οι των λαών. Πβ. ιστορία, μυθολόγημα, παραμύθι. 2. (κατ' επέκτ.) κάποιος ή κάτι που έχει αποκτήσει μεγάλη φήμη εξαιτίας της σπουδαιότητας και των κατορθωμάτων του: ζωντανός ~ του αθλητισμού/της μουσικής/του ποδοσφαίρου. (ως παραθετικό σύνθ.) Ομάδα/ταινία-~. Πβ. μύθος. ● ΣΥΜΠΛ.: αστικός μύθος βλ. αστικός [< πβ. μτγν. θρῦλος ‘βοή, μουρμουρητό’, γαλλ. légende]
20872θρυλούμενος, η, ο θρυ-λού-με-νος επίθ.: που διαδίδεται ως φήμη: ~η: σχέση. ~ο: θαύμα. ● Ουσ.: θρυλούμενα (τα): φήμες: Αντίθετα με τα ~, η συνεργασία μας υπήρξε άψογη. ΣΥΝ. διαδόσεις [< μτχ. εν. του ρ. θρυλοῦμαι]
20873θρύμμαθρύμ-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. μικρό θραύσμα, θρύψαλο: ~ατα γυαλιού/μαρμάρου/ξύλου/σιδήρου. Πβ. τρίμμα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) κάτι που είναι ελάχιστο ή υπάρχει σε πολύ μικρό βαθμό: ~ατα ευτυχίας/μνήμης/χαράς. [< 1: αρχ. θρύμμα]
20874θρυμματίζωθρυμ-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {θρυμμάτι-σα, -σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, θρυμματίζ-οντας} (λόγ.) 1. σπάω κάτι σε πολύ μικρά κομμάτια: Από την ισχυρή έκρηξη ~στηκαν τα τζάμια κτιρίων. ~σμένος: καθρέφτης. ~σμένο: αγγείο. ~σμένα: όστρακα. Πβ. θραύω. 2. (σπάν.-μτφ.) θέτω τέλος σε κάτι, καταστρέφοντας τη συνέχεια ή τη συνοχή του: ~στηκαν τα όνειρα και οι προσδοκίες τους. ~σμένη: μνήμη. ~σμένες: αναμνήσεις/εικόνες. Πβ. συντρίβω.
20875θρυμματισμόςθρυμ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & θρυμμάτισμα (το) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του θρυμματίζω: ~ του εδάφους/του πάγου/του πετρώματος. Πβ. θραύση.|| (μτφ.) ~ των ελπίδων. Πβ. συντριβή. Βλ. -ισμός.
20876θρύψαλοθρύ-ψα-λο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: πολύ μικρό θραύσμα: ~α γυαλιού. Ο καθρέφτης έγινε ~α. Πβ. θρύμμα, τρίμμα.|| (μτφ.) ~α της καρδιάς/της ψυχής. ● ΦΡ.: γίνομαι (σκόνη και) θρύψαλα (μτφ.): δέχομαι καταστροφικό πλήγμα: Με την αναζωπύρωση του πολέμου τα όνειρά τους έγιναν ~., κάνω κάποιον σκόνη (και θρύψαλα) βλ. σκόνη
20877θρυψίνηθρυ-ψί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που παράγεται από το πάγκρεας και ενεργοποιείται στο λεπτό έντερο, συμβάλλοντας στη χώνεψη με την υδρόλυση των πρωτεϊνών. Βλ. -ίνη, χυμο~. [< γαλλ. trypsine, αγγλ. trypsin]
20878θυγατέραθυ-γα-τέ-ρα ουσ. (θηλ.) (διαλεκτ.-λογοτ.): κόρη, θηλυκό παιδί: αγαπητή/ακριβή (= ακριβο~)/μονάκριβη ~. Βλ. μοναχο~, πρωτο~. ● ΦΡ.: κατά μάνα κατά κύρη (κατά γιο και θυγατέρα) βλ. μάνα [< μεσν. θυγατέρα]
20879θυγατρικός, ή, ό θυ-γα-τρι-κός επίθ. 1. ΟΙΚΟΝ. που το οικονομικό του κεφάλαιο ή το δικαίωμα ψήφου του βρίσκεται υπό τον έλεγχο της μητρικής εταιρείας ή επιχείρησης: ~ός: όμιλος/οργανισμός/φορέας. 2. ΦΥΣ. ΠΥΡ. που προκύπτει άμεσα από ραδιενεργό αντίδραση: ~ός: πυρήνας. ~ό: ισότοπο/προϊόν/στοιχείο. [< 1: γαλλ. filiale 2: αγγλ. daughter, 1933]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.