| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20889 | θυμάρι | θυ-μά-ρι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. αγγειόσπερμο, πολυετές, θαμνώδες δικοτυλήδονο φυτό (επιστ. ονομασ. Thymus vulgaris) με αρωματικά φύλλα και μικρά άνθη, τα οποία χρησιμοποιούνται αποξηραμένα ως καρύκευμα, ενώ το αιθέριο έλαιο που εξάγεται από αυτά χρησιμοποιείται ως θεραπευτικό μέσο ή για την παρασκευή αρωμάτων: άγριο ~. Κοτόπουλο με ~. Βλ. φρύγανο. ΣΥΝ. θύμος (2) [< μεσν. θυμάρι(ο)ν < μτγν. θύμον (το)] | |
| 20890 | θυμαρίσιος | , ια, ιο θυ-μα-ρί-σιος επίθ.: που παράγεται από το θυμάρι ή προέρχεται από αυτό: ~ιο: άρωμα/μέλι. | |
| 20891 | θυματολογία | θυ-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. κλάδος της εγκληματολογίας που μελετά την αλληλεπίδραση μεταξύ θύτη και θύματος, όπως και ανάμεσα στο θύμα, το σύστημα απονομής δικαιοσύνης και την κοινωνία. Βλ. -λογία. [< αγγλ. victimology, 1949, γαλλ. victimologie, 1959] | |
| 20892 | θυματολόγος | θυ-μα-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): εγκληματολόγος ειδικευμένος στη θυματολογία. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. victimologist, 1971] | |
| 20893 | θυματοποίηση | θυ-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του θυματοποιώ: δευτερογενής/οικονομική/σεξουαλική ~. ~ της γυναίκας. Εκφοβισμός και ~ ανηλίκων. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. victimization, γαλλ. victimisation, 1984] | |
| 20894 | θυματοποιώ | [θυματοποιῶ] θυ-μα-το-ποι-ώ (μτβ.) {θυματοποι-εί, -ώντας | θυματοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: εξαπατώ, μεταχειρίζομαι άδικα ή βίαια κάποιον, κάνοντάς τον να αισθάνεται θύμα: ~ούν τους εαυτούς τους/εργαζομένους. Παιδί που ~είται (= πέφτει θύμα βίας) στο σχολείο. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. victimize, γαλλ. victimiser, 1993] | |
| 20895 | θυμέλη | θυ-μέ-λη ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. βωμός του Διονύσου στο κέντρο της ορχήστρας του αρχαίου θεάτρου. [< αρχ. θυμέλη] | |
| 20896 | θυμηδία | θυ-μη-δί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διάθεση για ειρωνικά γέλια: Η συμπεριφορά του μου προκαλεί ~. [< αρχ. θυμηδία ‘ευχαρίστηση, τέρψη’] | |
| 20897 | θύμηση | θύ-μη-ση ουσ. (θηλ.) {θύμησ-ες} (λαϊκό-λογοτ.): μνήμη ή ανάμνηση: Το χθες διατηρείται στη ~ή μας. Σε φέρνω συχνά στη ~ή μου.|| Μακρινές/παλιές/πικρές ~ες. ~ες των παιδικών μας χρόνων. Πβ. ενθύμηση. [< μεσν. θύμηση] | |
| 20898 | θυμητικό | θυ-μη-τι-κό ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μνήμη: Έχει γερό/καλό ~. Πβ. μνημονικό. [< μεσν. θυμητικό] | |
| 20899 | θυμιάζω | βλ. θυμιατίζω | |
| 20900 | θυμίαμα | θυ-μί-α-μα ουσ. (ουδ.) {θυμιάμ-ατος}: ρητινώδης αρωματική ουσία, η οποία καίγεται κατά τη διάρκεια θρησκευτικών τελετών και συνεκδ. το θυμιάτισμα: ευώδες ~ (= . μοσχο~). Ανάβω/καίω ~. Προσφορά ~ατος. Στο θυμιατό σιγόκαιγε ~. Πβ. λιβάνι, λιβανωτός.|| Καθαρμός με ~ και αγιασμό. [< αρχ. θυμίαμα] | |
| 20901 | θυμιατήρι | θυ-μια-τή-ρι ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) θυμιατό & (λόγ.) θυμιατήριο: ΕΚΚΛΗΣ. φορητό σκεύος της Θείας Λειτουργίας μέσα στο οποίο καίγεται το θυμίαμα. Βλ. -τήρι. ΣΥΝ. λιβανιστήρι (1) [< αρχ. θυμιατήριον, μεσν. θυμιατήρι(ν), θυμιατόν] | |
| 20902 | θυμιατίζω | θυ-μια-τί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {θυμιάτι-σα, -σει}: ΕΚΚΛΗΣ. καίω θυμίαμα σε θυμιατήρι ως προσφορά και δέηση στον Θεό και τους Αγίους ή με σκοπό τη μετάδοση της θείας χάριτος στους πιστούς: ~ουν τον Επιτάφιο/στην εξώπορτα. ~σε τις εικόνες. Πβ. λιβανίζω. [< μεσν. θυμιατίζω] | |
| 20903 | θυμιάτισμα | θυ-μιά-τι-σμα ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του θυμιατίζω. Πβ. λιβάνισμα. | |
| 20904 | θυμίζω | θυ-μί-ζω ρ. (μτβ.) {θύμι-σα}: κάνω κάποιον να σκεφτεί κάτι που ανήκει στο παρελθόν ή επαναφέρω στη μνήμη του κάποιο πρόσωπο, πράγμα ή γεγονός: προσπαθώ να σκεφτώ τι μου ~ει αυτή η φωνή. Τα μνημεία ~ουν στους επισκέπτες το μεγαλείο παλαιότερων χρόνων. Πβ. υπεν~. Βλ. ξανα~.|| Κλασική επίπλωση που ~ει άλλες εποχές. Πβ. παραπέμπει. [< μεσν. θυμίζω] | |
| 20905 | θυμικό | θυ-μι-κό ουσ. (ουδ.): ΨΥΧΟΛ. τα ψυχικά φαινόμενα που συνδέονται με τα συναισθήματα και τις παρορμήσεις, σε αντιδιαστολή με τη λογική: σύνθημα που αγγίζει/διεγείρει το ~. Πολιτικός λόγος που στοχεύει στο ~. Απευθύνθηκε στο ~ των ακροατών. Πβ. θυμοειδές. [< αρχ. θυμικόν] | |
| 20906 | θυμικός | , ή, ό θυ-μι-κός επίθ. (λόγ.): ΨΥΧΟΛ. που σχετίζεται με το θυμικό: ~ή: αντίδραση/έκρηξη/φόρτιση. [< αρχ. θυμικός] | |
| 20907 | θυμίνη | θυ-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. βάση της πυριμιδίνης που συμμετέχει στη δομή του DNA. Βλ. αζωτούχες βάσεις, -ίνη. [< γαλλ.-αγγλ. thymine] | |
| 20908 | θυμοειδής | , ής, ές θυ-μο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από ένταση, ορμή ή ζωηρότητα. Βλ. -ειδής. Κυρ. ως ● Ουσ.: θυμοειδές (το): ΦΙΛΟΣ. ένα από τα τρία επίπεδα της ανθρώπινης ψυχής, σύμφωνα με την πλατωνική φιλοσοφία, στο οποίο εδράζουν το συναίσθημα και οι βουλητικές ενέργειες του ατόμου. Πβ. θυμικό. Βλ. επιθυμητικό(ν), λογιστικό(ν). [< αρχ. θυμοειδής] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ