| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20880 | θύελλα | θύ-ελ-λα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) θυέλλ-ης} 1. ΜΕΤΕΩΡ. καιρικό φαινόμενο που χαρακτηρίζεται από ανέμους υψηλής έντασης και βροχή: (κυριολ. κ. μτφ.) Έρχεται/πλησιάζει/προβλέπεται/προμηνύεται ~. Η ~ άρχισε να εξασθενεί/να κοπάζει. Η ~ πέρασε/προκάλεσε σοβαρές καταστροφές στις καλλιέργειες. Πβ. μπουρίνι. Βλ. χιονο~. ΣΥΝ. ανεμοθύελλα 2. (μτφ.) για κάτι που εκδηλώνεται με ορμή και σε μεγάλο βαθμό ή ποσότητα· αναταραχή, αναστάτωση: (+ γεν.) ~ αγανάκτησης/δηλώσεων/δημοσιευμάτων/ενθουσιασμού/συζητήσεων/χειροκροτημάτων. Το νέο νομοσχέδιο ξεσήκωσε/προκάλεσε ~ αντιδράσεων/διαμαρτυριών. Πβ. λαίλαπα, ορυμαγδός, χείμαρρος, χιονοστιβάδα.|| Ξέσπασε πολιτική ~. Πβ. τρικυμία, φουρτούνα. ΣΥΝ. καταιγίδα (2) ΑΝΤ. νηνεμία (2) ● ΣΥΜΠΛ.: δελτίο θυέλλης: ΜΕΤΕΩΡ. έκτακτο μετεωρολογικό δελτίο το οποίο ενημερώνει για επερχόμενη θύελλα., φανός θυέλλης: λάμπα θυέλλης. ● ΦΡ.: όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες βλ. άνεμος [< 1: αρχ. θύελλα] | |
| 20881 | θυελλώδης | , ης, ες θυ-ελ-λώ-δης επίθ. {θυελλώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (λόγ.) 1. που έχει τα χαρακτηριστικά της θύελλας: ~ης: καιρός. ~εις: βοριάδες. Δελτίο ~ών ανέμων. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ένταση, ταραχή, αναστάτωση και εκδηλώνεται με ορμή: ~ης: προσωπικότητα.|| ~ης: έρωτας (πβ. σφοδρός). ~ης: ζωή/συζήτηση/συνεδρίαση/σχέση. ~εις: αντιδράσεις/επευφημίες. ~η: χειροκροτήματα. Πβ. ταραχώδης. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: θυελλωδώς [-ῶς] [< 1: μτγν. θυελλώδης] | |
| 20882 | θύλακας | θύ-λα-κας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) θύλακος 1. ΦΥΣΙΟΛ. σακοειδές μόρφωμα ποικίλου μεγέθους που περιβάλλει όργανα του σώματος: αρθρικός (πβ. κάψα1)/περιοδοντικός ~. ~ της τρίχας (= τριχικός ~). 2. ΒΟΤ. καρπός που το περικάρπιό του περιέχει συνήθ. πολλά σπέρματα. 3. ΣΤΡΑΤ. περιοχή η οποία ελέγχεται από στράτευμα, αλλά έχει περικυκλωθεί από εχθρικές στρατιωτικές δυνάμεις: ~ες αντίστασης. 4. (μτφ.-επίσ.) έδαφος στο εσωτερικό ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής στο οποίο κατοικεί πληθυσμιακή ομάδα που διαφοροποιείται φυλετικά, κοινωνικά, γλωσσικά από τους γύρω πληθυσμούς που την περιβάλλουν· η αντίστοιχη πληθυσμιακή ομάδα. 5. (μτφ.) οτιδήποτε διαφοροποιείται από το ευρύτερο σύνολο στο οποίο ανήκει, αποτελώντας πεδίο για την ανάπτυξη δραστηριότητας ή φαινομένου: ~ες υποστήριξης της επιχειρηματικότητας. Πβ. νησίδα. [< αρχ. θύλακος, μτγν. θύλαξ 1,2: γαλλ. sac 3,5: γαλλ. poche 4: αγγλ. enclave, 1945] | |
| 20883 | θυλάκιο | θυ-λά-κι-ο ουσ. (ουδ.) {θυλακί-ου | -ων} 1. ΑΝΑΤ. μικρός σχηματισμός με τη μορφή κύστης που εμφανίζεται σε διάφορα όργανα του σώματος: ~ της τρίχας (= τριχο~). Ρήξη του ~ου (: του ωοθυλακίου). 2. (σπανιότ.-επίσ.) τσέπη ή κάθε μικρή θήκη σε σχήμα σάκου: ~α συσκευασίας. [< αρχ. θυλάκιον ‘σακουλάκι’] | |
| 20884 | θυλακίτιδα | θυ-λα-κί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. 1. φλεγμονή που θύλακα της τρίχας συνήθ. μετά το ξύρισμα ή τη χαλάουα: Βακτηριακή ~ (: στο δέρμα). Πβ. ύγρωμα. 2. & (σπάν.) μπουρσίτιδα φλεγμονή του αρθρικού θύλακα: συμφυτική ~ (π.χ. του ισχίου/του ώμου). Βλ. -ίτιδα. [< πβ. μτγν. θυλακῖτις ‘σε κάψα’, αγγλ. bursitis, γαλλ. bursite, 1970] | |
| 20885 | θυλακοειδής | , ής, ές θυ-λα-κο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που μοιάζει στο σχήμα με θύλακα: ~ής: σάκος. ~ή: κύτταρα. Πβ. σακοειδής. Βλ. -ειδής. ● Ουσ.: θυλακοειδές (το): ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ. καθένα από τα πεπλατυσμένα μεμβρανώδη κυστίδια στο εσωτερικό των χλωροπλαστών. [< αρχ. θυλακοειδής, αγγλ. thylakoid, 1962, γαλλ.] thylácoïde, 1967] | |
| 20886 | θύμα | [θῦμα] θύ-μα ουσ. (ουδ.) {θύμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. αυτός που σκοτώθηκε ή τραυματίστηκε από κάποιον ή κάτι: υποψήφιο ~. ~ (τρομοκρατικής) επίθεσης/τροχαίου. Δολοφόνος/δράστης/θύτης και ~. Διάσωση/μεταφορά ~ατος. Εγκληματική ενέργεια με ~ μια γυναίκα. Τα αθώα ~ατα του πολέμου (= οι άμαχοι, πβ. απώλειες). ~ατα εγκλημάτων. Τα ~ατα της βίας/της κακοποίησης. Υλικές ζημιές και ανθρώπινα ~ατα. Ταυτοποίηση ~άτων (= πτωμάτων). Σεισμός με χιλιάδες/χωρίς ~ατα. Ενός λεπτού σιγή στη μνήμη των ~άτων/για τα ~ατα των πυρκαγιών (= τους νεκρούς). Εγκατέλειψε αβοήθητο το ~ του. Ευτυχώς, δεν θρηνήσαμε ~ατα. Αυξάνει ο αριθμός/μεγαλώνει ο κατάλογος των ~άτων από τις πλημμύρες. 2. (γενικότ.) πρόσωπο που υπέστη ακούσια ηθική ή/και σωματική βλάβη ή τις αρνητικές συνέπειες γεγονότος, κατάστασης: άμεσα/ανύποπτα/ανυποψίαστα/έμμεσα ~ατα. ~ απάτης/κλοπής/ληστείας/σκευωρίας/συκοφαντίας/φάρσας. Τα ~ατα των διώξεων/του (ναζιστικού) καθεστώτος/του ρατσισμού/της φτώχειας. ~ των κερδοσκόπων (= βορά). Έπεσε ~ απαγωγής/βιασμού.|| (συνήθ. ειρων.) ~ της γρίπης/των περιστάσεων(/των καταστάσεων)/της υπεροψίας του.|| (για πρόσ. που το εκμεταλλεύτηκαν ή που βρέθηκε, χωρίς να φταίει, αναμειγμένο σε ύποπτη υπόθεση) Υπήρξε ~ της άγνοιάς/της αφέλειάς/της καλοσύνης της. Σταμάτα να παίζεις/παριστάνεις διαρκώς το ~ (= τον αδικημένο)! ● ΣΥΜΠΛ.: εξιλαστήριο θύμα βλ. εξιλαστήριος [< αρχ. θῦμα ‘σφάγιο, θυσία’, γαλλ. victime] | |
| 20887 | θυμάμαι | [θυμᾶμαι] θυ-μά-μαι ρ. (μτβ.) {θυμ-ήθηκα} & (λαϊκό) θυμούμαι: σκέφτομαι κάτι που ανήκει στο παρελθόν, συγκρατώ ή επαναφέρω στη μνήμη μου την εικόνα προσώπου, πράγματος ή γεγονότος: ~ται με νοσταλγία/με συγκίνηση τα παιδικά του χρόνια (πβ. αναπολώ). Να ~σαι ότι σ' αγαπώ. Δεν ~ πού έβαλα το τετράδιο.|| (προφ.) Καλά που το ~ήθηκα να ανανεώσω το διαβατήριο. Αξίζει να/ ας ~ηθούμε … Πού τον ~ήθηκες! Τώρα που το ~ήθηκα (πβ. παρεμπιπτόντως), πρέπει να σου πω ότι ... Πβ. ενθυμούμαι. Βλ. καλο~, ξανα~. ΑΝΤ. λησμονώ, ξεχνώ (1) ● ΦΡ.: αν θυμάμαι καλά, ... (προφ.): για μετριασμό της βεβαιότητας σχετικά με αυτό που ακολουθεί: ~ ~, πριν από λίγα χρόνια ..., για θυμήσου καλά! (προφ.): για αμφισβήτηση των προλεχθέντων: Είσαι σίγουρος πως δεν στο είπα; ~ ~!, να μου το θυμηθείς/θα μου το θυμηθείς/να με θυμηθείς/θα με θυμηθείς (προφ.): για να επιστήσει κάποιος την προσοχή στα λόγια του ή για να δώσει έμφαση: Δεν θα έχουμε καλά μαντάτα, ~ ~!, ό,τι θυμάται χαίρεται (προφ.): σε περιπτώσεις που κάποιος αναφέρει κάτι που δεν ταιριάζει με την περίσταση ή είναι άσχετο με το θέμα συζήτησης: Δεν θα συνεννοηθούμε, ο καθένας ~ ~., (ξανα)βρίσκω/θυμάμαι τον (παλιό) καλό εαυτό μου βλ. εαυτός [< μεσν. θυμούμαι] | |
| 20888 | θυμαράκια | θυ-μα-ρά-κια ουσ. (ουδ.) (τα): κυρ. στη ● ΦΡ.: στέλνω/οδηγώ κάποιον στον άλλο κόσμο/στον τάφο/στα θυμαράκια βλ. στέλνω | |
| 20889 | θυμάρι | θυ-μά-ρι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. αγγειόσπερμο, πολυετές, θαμνώδες δικοτυλήδονο φυτό (επιστ. ονομασ. Thymus vulgaris) με αρωματικά φύλλα και μικρά άνθη, τα οποία χρησιμοποιούνται αποξηραμένα ως καρύκευμα, ενώ το αιθέριο έλαιο που εξάγεται από αυτά χρησιμοποιείται ως θεραπευτικό μέσο ή για την παρασκευή αρωμάτων: άγριο ~. Κοτόπουλο με ~. Βλ. φρύγανο. ΣΥΝ. θύμος (2) [< μεσν. θυμάρι(ο)ν < μτγν. θύμον (το)] | |
| 20890 | θυμαρίσιος | , ια, ιο θυ-μα-ρί-σιος επίθ.: που παράγεται από το θυμάρι ή προέρχεται από αυτό: ~ιο: άρωμα/μέλι. | |
| 20891 | θυματολογία | θυ-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. κλάδος της εγκληματολογίας που μελετά την αλληλεπίδραση μεταξύ θύτη και θύματος, όπως και ανάμεσα στο θύμα, το σύστημα απονομής δικαιοσύνης και την κοινωνία. Βλ. -λογία. [< αγγλ. victimology, 1949, γαλλ. victimologie, 1959] | |
| 20892 | θυματολόγος | θυ-μα-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): εγκληματολόγος ειδικευμένος στη θυματολογία. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. victimologist, 1971] | |
| 20893 | θυματοποίηση | θυ-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του θυματοποιώ: δευτερογενής/οικονομική/σεξουαλική ~. ~ της γυναίκας. Εκφοβισμός και ~ ανηλίκων. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. victimization, γαλλ. victimisation, 1984] | |
| 20894 | θυματοποιώ | [θυματοποιῶ] θυ-μα-το-ποι-ώ (μτβ.) {θυματοποι-εί, -ώντας | θυματοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: εξαπατώ, μεταχειρίζομαι άδικα ή βίαια κάποιον, κάνοντάς τον να αισθάνεται θύμα: ~ούν τους εαυτούς τους/εργαζομένους. Παιδί που ~είται (= πέφτει θύμα βίας) στο σχολείο. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. victimize, γαλλ. victimiser, 1993] | |
| 20895 | θυμέλη | θυ-μέ-λη ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. βωμός του Διονύσου στο κέντρο της ορχήστρας του αρχαίου θεάτρου. [< αρχ. θυμέλη] | |
| 20896 | θυμηδία | θυ-μη-δί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διάθεση για ειρωνικά γέλια: Η συμπεριφορά του μου προκαλεί ~. [< αρχ. θυμηδία ‘ευχαρίστηση, τέρψη’] | |
| 20897 | θύμηση | θύ-μη-ση ουσ. (θηλ.) {θύμησ-ες} (λαϊκό-λογοτ.): μνήμη ή ανάμνηση: Το χθες διατηρείται στη ~ή μας. Σε φέρνω συχνά στη ~ή μου.|| Μακρινές/παλιές/πικρές ~ες. ~ες των παιδικών μας χρόνων. Πβ. ενθύμηση. [< μεσν. θύμηση] | |
| 20898 | θυμητικό | θυ-μη-τι-κό ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μνήμη: Έχει γερό/καλό ~. Πβ. μνημονικό. [< μεσν. θυμητικό] | |
| 20899 | θυμιάζω | βλ. θυμιατίζω |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ