| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20900 | θυμίαμα | θυ-μί-α-μα ουσ. (ουδ.) {θυμιάμ-ατος}: ρητινώδης αρωματική ουσία, η οποία καίγεται κατά τη διάρκεια θρησκευτικών τελετών και συνεκδ. το θυμιάτισμα: ευώδες ~ (= . μοσχο~). Ανάβω/καίω ~. Προσφορά ~ατος. Στο θυμιατό σιγόκαιγε ~. Πβ. λιβάνι, λιβανωτός.|| Καθαρμός με ~ και αγιασμό. [< αρχ. θυμίαμα] | |
| 20901 | θυμιατήρι | θυ-μια-τή-ρι ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) θυμιατό & (λόγ.) θυμιατήριο: ΕΚΚΛΗΣ. φορητό σκεύος της Θείας Λειτουργίας μέσα στο οποίο καίγεται το θυμίαμα. Βλ. -τήρι. ΣΥΝ. λιβανιστήρι (1) [< αρχ. θυμιατήριον, μεσν. θυμιατήρι(ν), θυμιατόν] | |
| 20902 | θυμιατίζω | θυ-μια-τί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {θυμιάτι-σα, -σει}: ΕΚΚΛΗΣ. καίω θυμίαμα σε θυμιατήρι ως προσφορά και δέηση στον Θεό και τους Αγίους ή με σκοπό τη μετάδοση της θείας χάριτος στους πιστούς: ~ουν τον Επιτάφιο/στην εξώπορτα. ~σε τις εικόνες. Πβ. λιβανίζω. [< μεσν. θυμιατίζω] | |
| 20903 | θυμιάτισμα | θυ-μιά-τι-σμα ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του θυμιατίζω. Πβ. λιβάνισμα. | |
| 20904 | θυμίζω | θυ-μί-ζω ρ. (μτβ.) {θύμι-σα}: κάνω κάποιον να σκεφτεί κάτι που ανήκει στο παρελθόν ή επαναφέρω στη μνήμη του κάποιο πρόσωπο, πράγμα ή γεγονός: προσπαθώ να σκεφτώ τι μου ~ει αυτή η φωνή. Τα μνημεία ~ουν στους επισκέπτες το μεγαλείο παλαιότερων χρόνων. Πβ. υπεν~. Βλ. ξανα~.|| Κλασική επίπλωση που ~ει άλλες εποχές. Πβ. παραπέμπει. [< μεσν. θυμίζω] | |
| 20905 | θυμικό | θυ-μι-κό ουσ. (ουδ.): ΨΥΧΟΛ. τα ψυχικά φαινόμενα που συνδέονται με τα συναισθήματα και τις παρορμήσεις, σε αντιδιαστολή με τη λογική: σύνθημα που αγγίζει/διεγείρει το ~. Πολιτικός λόγος που στοχεύει στο ~. Απευθύνθηκε στο ~ των ακροατών. Πβ. θυμοειδές. [< αρχ. θυμικόν] | |
| 20906 | θυμικός | , ή, ό θυ-μι-κός επίθ. (λόγ.): ΨΥΧΟΛ. που σχετίζεται με το θυμικό: ~ή: αντίδραση/έκρηξη/φόρτιση. [< αρχ. θυμικός] | |
| 20907 | θυμίνη | θυ-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. βάση της πυριμιδίνης που συμμετέχει στη δομή του DNA. Βλ. αζωτούχες βάσεις, -ίνη. [< γαλλ.-αγγλ. thymine] | |
| 20908 | θυμοειδής | , ής, ές θυ-μο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από ένταση, ορμή ή ζωηρότητα. Βλ. -ειδής. Κυρ. ως ● Ουσ.: θυμοειδές (το): ΦΙΛΟΣ. ένα από τα τρία επίπεδα της ανθρώπινης ψυχής, σύμφωνα με την πλατωνική φιλοσοφία, στο οποίο εδράζουν το συναίσθημα και οι βουλητικές ενέργειες του ατόμου. Πβ. θυμικό. Βλ. επιθυμητικό(ν), λογιστικό(ν). [< αρχ. θυμοειδής] | |
| 20909 | θύμος | θύ-μος ουσ. (αρσ.) (σπάν.) 1. ΑΝΑΤ. & θύμος αδένας: αδενικός ιστός πίσω από το στέρνο και κάτω από τον θυρεοειδή αδένα, ο οποίος είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένος κατά την εμβρυϊκή ηλικία, ενώ ατροφεί σταδιακά μετά το τέλος της εφηβείας και συμμετέχει στην παραγωγή λεμφοκυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος. Βλ. θύμωμα. 2. ΒΟΤ. (επίσ.) θυμάρι. [< 1: μτγν. θύμος, γαλλ.-αγγλ. thymus 2: μτγν. ~] | |
| 20910 | θυμός | θυ-μός ουσ. (αρσ.): συναίσθημα έντονης δυσαρέσκειας που εκδηλώνεται με νευρικότητα, υψηλό τόνο φωνής και επιθετική συμπεριφορά: ο ~ του καταλάγιασε/κόπασε/ξεθύμανε/πέρασε με τον χρόνο. Ο ~ του κατευθύνεται/στρέφεται εναντίον τους. Αισθάνομαι/νιώθω ~ό και αγανάκτηση. Τον κυρίευσε/τύφλωσε ο ~. Εκτονώνουν το(ν) ~ό τους. Έγινε κόκκινος από τον ~ό του. Πάνω στον ~ό μου ... Πβ. ζοχάδα, νεύρα, οργή, τσαντίλα, φούρκα. [< αρχ. θυμός] | |
| 20911 | θυμοσοφία | θυ-μο-σο-φί-α ουσ. (θηλ.): βαθιά γνώση της καθημερινής ζωής που εκφράζεται με παροιμίες και γνωμικά: λαϊκή ~. Το πάθημα μάθημα, λέει η ~. | |
| 20912 | θυμοσοφικός | , ή, ό θυ-μο-σο-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη θυμοσοφία: ~ή: διάθεση/ρήση. ~ό: γνωμικό/ρητό/ύφος. ● επίρρ.: θυμοσοφικά [< αρχ. θυμοσοφικός ‘ικανός, έξυπνος’] | |
| 20913 | θυμόσοφος | , η, ο θυ-μό-σο-φος επίθ./ουσ.: που έχει βαθιά γνώση, σοφία της καθημερινής ζωής: ~ος: γέροντας/λαός. ~η: διάθεση. [< αρχ. θυμόσοφος ‘σοφός, ευφυής’] | |
| 20914 | θυμούμαι | βλ. θυμάμαι | |
| 20915 | θυμώδης | , ης, ες θυ-μώ-δης επίθ. {θυμώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (σπάν.-λόγ.): που έχει την τάση να θυμώνει εύκολα: ~ης: άνθρωπος/χαρακτήρας. Πβ. ευέξαπτος, ευερέθιστος, οξύθυμος, οργίλος. Βλ. -ώδης. [< αρχ. θυμώδης] | |
| 20916 | θύμωμα | θύ-μω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κακοήθης όγκος του θύμου αδένα. [< αρχ. θύμωμα 'οργή, πάθος', γερμ. Thymom, αγγλ. thymoma, 1919] | |
| 20917 | θυμωμένος | , η, ο θυ-μω-μέ-νος επίθ. 1. που έχει θυμώσει, που εκφράζει θυμό: ~ος: τόνος. ~η: έκφραση/ματιά/φωνή. ~ο: βλέμμα. ~α: λόγια. Ήταν ~ με όλους. Πβ. μπουρινιασμένος, τσαντισμένος. 2. (σπάν.-μτφ., για καιρικά φαινόμενα ή στοιχεία της φύσης) που χαρακτηρίζεται από σφοδρότητα ή δριμύτητα: ~η: θάλασσα (= αγριεμένη). ● επίρρ.: θυμωμένα [< μεσν. θυμωμένος] | |
| 20918 | θυμώνω | θυ-μώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {θύμω-σα, -σει} ΑΝΤ. ξεθυμώνω 1. αισθάνομαι θυμό: ~ει αφάνταστα, όταν τον διακόπτουν. ~σε με τις αταξίες τους και τους έβαλε τις φωνές. Έχει ~σει μαζί μου/μου ~σε και δεν μου μιλάει (πβ. κακιώνω, κρατώ κακία). Πβ. γίνομαι Τούρκος, νευριάζω, χολώνω.|| (σπάν.-μτφ.) Η θάλασσα ~σε. Ο καιρός ~σε (= χάλασε, χειροτέρευσε). Πβ. αγριεύω. 2. προκαλώ τον θυμό κάποιου: Με ~ει το θράσος του. ΣΥΝ. εξοργίζω, τσατίζω, φουρκίζω ΑΝΤ. ημερεύω (1) [< μεσν. θυμώνω] | |
| 20919 | θύννος | θύν-νος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ΙΧΘΥΟΛ. τόνος. [< αρχ. θύννος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ