| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20909 | θύμος | θύ-μος ουσ. (αρσ.) (σπάν.) 1. ΑΝΑΤ. & θύμος αδένας: αδενικός ιστός πίσω από το στέρνο και κάτω από τον θυρεοειδή αδένα, ο οποίος είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένος κατά την εμβρυϊκή ηλικία, ενώ ατροφεί σταδιακά μετά το τέλος της εφηβείας και συμμετέχει στην παραγωγή λεμφοκυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος. Βλ. θύμωμα. 2. ΒΟΤ. (επίσ.) θυμάρι. [< 1: μτγν. θύμος, γαλλ.-αγγλ. thymus 2: μτγν. ~] | |
| 20910 | θυμός | θυ-μός ουσ. (αρσ.): συναίσθημα έντονης δυσαρέσκειας που εκδηλώνεται με νευρικότητα, υψηλό τόνο φωνής και επιθετική συμπεριφορά: ο ~ του καταλάγιασε/κόπασε/ξεθύμανε/πέρασε με τον χρόνο. Ο ~ του κατευθύνεται/στρέφεται εναντίον τους. Αισθάνομαι/νιώθω ~ό και αγανάκτηση. Τον κυρίευσε/τύφλωσε ο ~. Εκτονώνουν το(ν) ~ό τους. Έγινε κόκκινος από τον ~ό του. Πάνω στον ~ό μου ... Πβ. ζοχάδα, νεύρα, οργή, τσαντίλα, φούρκα. [< αρχ. θυμός] | |
| 20911 | θυμοσοφία | θυ-μο-σο-φί-α ουσ. (θηλ.): βαθιά γνώση της καθημερινής ζωής που εκφράζεται με παροιμίες και γνωμικά: λαϊκή ~. Το πάθημα μάθημα, λέει η ~. | |
| 20912 | θυμοσοφικός | , ή, ό θυ-μο-σο-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη θυμοσοφία: ~ή: διάθεση/ρήση. ~ό: γνωμικό/ρητό/ύφος. ● επίρρ.: θυμοσοφικά [< αρχ. θυμοσοφικός ‘ικανός, έξυπνος’] | |
| 20913 | θυμόσοφος | , η, ο θυ-μό-σο-φος επίθ./ουσ.: που έχει βαθιά γνώση, σοφία της καθημερινής ζωής: ~ος: γέροντας/λαός. ~η: διάθεση. [< αρχ. θυμόσοφος ‘σοφός, ευφυής’] | |
| 20914 | θυμούμαι | βλ. θυμάμαι | |
| 20915 | θυμώδης | , ης, ες θυ-μώ-δης επίθ. {θυμώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (σπάν.-λόγ.): που έχει την τάση να θυμώνει εύκολα: ~ης: άνθρωπος/χαρακτήρας. Πβ. ευέξαπτος, ευερέθιστος, οξύθυμος, οργίλος. Βλ. -ώδης. [< αρχ. θυμώδης] | |
| 20916 | θύμωμα | θύ-μω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κακοήθης όγκος του θύμου αδένα. [< αρχ. θύμωμα 'οργή, πάθος', γερμ. Thymom, αγγλ. thymoma, 1919] | |
| 20917 | θυμωμένος | , η, ο θυ-μω-μέ-νος επίθ. 1. που έχει θυμώσει, που εκφράζει θυμό: ~ος: τόνος. ~η: έκφραση/ματιά/φωνή. ~ο: βλέμμα. ~α: λόγια. Ήταν ~ με όλους. Πβ. μπουρινιασμένος, τσαντισμένος. 2. (σπάν.-μτφ., για καιρικά φαινόμενα ή στοιχεία της φύσης) που χαρακτηρίζεται από σφοδρότητα ή δριμύτητα: ~η: θάλασσα (= αγριεμένη). ● επίρρ.: θυμωμένα [< μεσν. θυμωμένος] | |
| 20918 | θυμώνω | θυ-μώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {θύμω-σα, -σει} ΑΝΤ. ξεθυμώνω 1. αισθάνομαι θυμό: ~ει αφάνταστα, όταν τον διακόπτουν. ~σε με τις αταξίες τους και τους έβαλε τις φωνές. Έχει ~σει μαζί μου/μου ~σε και δεν μου μιλάει (πβ. κακιώνω, κρατώ κακία). Πβ. γίνομαι Τούρκος, νευριάζω, χολώνω.|| (σπάν.-μτφ.) Η θάλασσα ~σε. Ο καιρός ~σε (= χάλασε, χειροτέρευσε). Πβ. αγριεύω. 2. προκαλώ τον θυμό κάποιου: Με ~ει το θράσος του. ΣΥΝ. εξοργίζω, τσατίζω, φουρκίζω ΑΝΤ. ημερεύω (1) [< μεσν. θυμώνω] | |
| 20919 | θύννος | θύν-νος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ΙΧΘΥΟΛ. τόνος. [< αρχ. θύννος] | |
| 20920 | θύρα | θύ-ρα ουσ. (θηλ.) {θυρ-ών} 1. (λόγ.) πόρτα: ξύλινη ~. Μονόφυλλη/δίφυλλη ~. Συρόμενες ~ες. ~ες πυροπροστασίας. Πλαίσια ~ών (πβ. θύρωμα). Βλ. εξώθυρα. 2. είσοδος γηπέδου· συνεκδ. η αντίστοιχη εξέδρα ή (με κεφαλ. Θ και συγκεκριμένο αριθμό) ο σύνδεσμος οργανωμένων οπαδών που συχνάζουν στη συγκεκριμένη κερκίδα του γηπέδου της αγαπημένης τους ομάδας: εκδοτήριο ~ας. 3. ΠΛΗΡΟΦ. πρίζα στην κεντρική μονάδα επεξεργασίας υπολογιστή, στην οποία συνδέεται το καλώδιο περιφερειακής συσκευής· πύλη: ενσωματωμένη/σειριακή ~. ~ γραφικών/εισόδου ήχου/εξόδου οθόνης/επέκτασης/ποντικιού/υπερύθρων. Απενεργοποίηση ~ας. Σύνδεση στη ~ USB.|| Δικτυακή ~ (επικοινωνίας). Πβ. χαμπ. ● ΣΥΜΠΛ.: παράλληλη θύρα: ΤΕΧΝΟΛ. προσαρμοστικό κύκλωμα για παράλληλη είσοδο ή/και έξοδο δεδομένων σε υπολογιστή ή περιφερειακή συσκευή: ~ ~ εκτυπωτή., πολιτική ανοιχτών θυρών: ύπαρξη ίσων ευκαιριών για τους πολίτες ή τα αγαθά που προέρχονται από άλλες χώρες, εντός των συνόρων χώρας ή των ορίων γεωγραφικής περιοχής: ~ ~ απέναντι στους μετανάστες.|| (κατ' επέκτ.) Το κόμμα ακολουθεί ~ ~ απέναντι στα άλλα κόμματα. [< γαλλ. doctrine de la porte ouverte] ● ΦΡ.: επί θύραις/προ των θυρών (λόγ.): για κάτι που πρόκειται να συμβεί σύντομα: Οι εκλογές/ο εχθρός είναι ~ ~. ~ ~ (βρίσκεται) η επανέναρξη του διαλόγου. Πβ. προ των πυλών., κεκλεισμένων των θυρών βλ. κεκλεισμένος, παραβιάζω ανοιχτές θύρες/πόρτες βλ. παραβιάζω [< 1: αρχ. θύρα 2: αγγλ. gate 3: αγγλ. portal, 1990] | |
| 20921 | θύραθεν | θύ-ρα-θεν επίρρ. {ως επίθ.} (αρχαιοπρ.): αρχαίος ελληνικός, κλασικός· γενικότ. κοσμικός σε αντίθεση προς τον εκκλησιαστικό: ~ γραμματεία/επιστήμες/μουσική/παιδεία/ποίηση/(φιλο)σοφία. Βλ. -θεν. [< μεσν. θύραθεν] | |
| 20922 | θυρανοίξια | θυ-ρα-νοί-ξι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΕΚΚΛΗΣ. εγκαίνια ορθόδοξου ναού: ακολουθία/τελετή των ~ίων. [< μεσν. θυρανοίξια] | |
| 20923 | θυρεοειδεκτομή | θυ-ρε-ο-ει-δε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική επέμβαση για τη μερική ή ολική αφαίρεση του θυρεοειδούς αδένα. Βλ. -εκτομή, παρα~. [< γαλλ. thyroïdectomie, αγγλ. thyroidectomy] | |
| 20924 | θυρεοειδής | , ής, ές θυ-ρε-ο-ει-δής επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον θυρεοειδή αδένα ή παράγεται από αυτόν: ~ές: νεύρο. ~είς: ορμόνες. Βλ. -ειδής. ΣΥΝ. θυρεοειδικός ● ΣΥΜΠΛ.: θυρεοειδής (αδένας): ΑΝΑΤ. ενδοκρινής αδένας που βρίσκεται στο εμπρόσθιο τμήμα του λαιμού και παράγει ορμόνες που ρυθμίζουν τον μεταβολισμό και την αύξηση του βάρους του σώματος: δυσλειτουργία του ~ούς (~α). Βλ. παραθυρεοειδείς αδένες, υπερ-, υπο-θυρεοειδισμός., θυρεοειδής χόνδρος: ΑΝΑΤ. το μήλο του Αδάμ. [< μτγν. θυρεοειδής, γαλλ. thyroïde, αγγλ. thyroid] | |
| 20925 | θυρεοειδικός | , ή, ό θυ-ρε-ο-ει-δι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. θυρεοειδής: ~ός: όγκος/όζος. ~ή: αρτηρία. ~ές: ορμόνες. Βλ. αντι~. [< γαλλ. thyroïdien, αγγλ. thyroideal, thyroidean] | |
| 20926 | θυρεοειδίτιδα | θυ-ρε-ο-ει-δί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονώδης διαταραχή του θυρεοειδούς αδένα. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. thyroïdite , αγγλ. thyroiditis] | |
| 20927 | θυρεοειδοπάθεια | θυ-ρε-ο-ει-δο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. περιληπτική ονομασία των παθήσεων του θυρεοειδούς αδένα: αυτοάνοση/υποκλινική ~. Βλ. -πάθεια. [< αγγλ. thyroidopathy] | |
| 20928 | θυρεοειδοτρόπος | , ος, ο θυ-ρε-ο-ει-δο-τρό-πος επίθ. & θυρεοτρόπος & (σπάν.) θυροειδοτρόπος: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που προκαλεί διέγερση του θυρεοειδούς αδένα: ~ος: ορμόνη. [< αγγλ. thyreotropic, 1930, thyrotropic, περ. 1923, γαλλ. thyréotrope, 1911] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ