Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [21760-21780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20929θυρεόςθυ-ρε-ός ουσ. (αρσ.) (επίσ.): επίσημο έμβλημα έθνους, βασιλικής ή αριστοκρατικής οικογένειας, που έχει τη μορφή ασπίδας με διακριτικό σύμβολο: ο ~ της Ελληνικής Δημοκρατίας/του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Πβ. οικόσημο. [< μτγν. θυρεός ‘πόρτα, μεγάλη ασπίδα σε σχήμα πόρτας’, γαλλ. écusson]
20930θυρεοτοξίκωσηθυ-ρε-ο-το-ξί-κω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική υπερλειτουργία του θυρεοειδούς αδένα που έχει ως αποτέλεσμα την κυκλοφορία θυροξίνης σε μεγάλες ποσότητες στον οργανισμό. ΣΥΝ. υπερθυρεοειδισμός [< αγγλ. thyrotoxicosis, 1911, γαλλ. thyréotoxicose]
20931θυρίδαθυ-ρί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ειδική θήκη σε ντουλάπι, χρηματοκιβώτιο που ενοικιάζεται συνήθ. από ιδιώτη για φύλαξη αντικειμένων, κυρ. τιμαλφών: τραπεζική ~/~ σε τράπεζα. ~ θησαυροφυλακίου. Το ξενοδοχείο διαθέτει ~ες ασφαλείας (πβ. χρηματο~).|| ~ γραφείου. ~ σε σταθμό (π.χ. τρένου) για αποσκευές.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ τριών/οκτώ θέσεων (: σε εκτυπωτή). 2. γκισέ. Πβ. ταμείο. 3. ΔΙΑΔΙΚΤ. ο χώρος που βρίσκεται σε κάποιον σέρβερ, συνήθ. του παρόχου, και χρησιμοποιείται για τη διαχείριση των ιμέιλ του χρήστη: ηλεκτρονική ~ (= γραμματο~). ΣΥΝ. γραμματοκιβώτιο (3) 4. (λόγ.) μικρή πόρτα: ~ αερισμού (: σε λεβητοστάσιο). ~ες επίσκεψης εγκαταστάσεων. Βλ. ανθρωπο~. 5. ΖΩΟΛ. καθένα από τα δύο μέρη σε κέλυφος θαλάσσιου οργανισμού. Βλ. δίθυρα (μαλάκια), κλείθρο. ● ΣΥΜΠΛ.: θυρίδα εισερχομένων μηνυμάτων: ΠΛΗΡΟΦ. -ΤΗΛΕΠ. αρχείο στο οποίο αποθηκεύονται μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή τηλεφωνίας. Πβ. εισερχόμενα. [< αγγλ. inbox, 1977] , Θυρίδα Νεανικής Επιχειρηματικότητας (επίσ.): δομή παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών και υποστήριξης για τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων., ταχυδρομική θυρίδα (ακρ. ΤΘ): ατομικό γραμματοκιβώτιο σε ταχυδρομείο που ενοικιάζεται από ιδιώτη, για να κατατίθεται η αλληλογραφία του: Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί στην ~ ~ του ... ΣΥΝ. γραμματοθυρίδα (1) [< 1: αρχ. θυρίς ‘μικρή πόρτα, παραθυράκι’ 3: αγγλ. mailbox]
20932θυρίστορθυ-ρί-στορ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. ημιαγώγιμο στοιχείο με το οποίο ελέγχεται η διέλευση ηλεκτρικού ρεύματος: γέφυρα/κύκλωμα ~. Η έναυση/πύλη του ~. Βλ. δίοδος. [< αγγλ. thyristor < thyr(atron) + (trans)istor, 1958, γαλλ. ~, 1968]
20933θυροκόλλησηθυ-ρο-κόλ-λη-ση ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του θυροκολλώ: ~ εγγράφου/Προεδρικού Διατάγματος. Επίδοση με ~.
20934θυροκολλώ[θυροκολλῶ] θυ-ρο-κολ-λώ ρ. (μτβ.) {θυροκολλ-εί κ. -ά ... | θυροκόλλ-ησε, -ήσει, -άται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. επικολλώ επίσημο έγγραφο στη θύρα εισόδου οικίας ή κτιρίου προς κοινοποίηση του περιεχομένου του: Οι διαδηλωτές ~ησαν ψήφισμα διαμαρτυρίας. ~ήθηκε κλήτευση για κατεδάφιση.
20935θυροξίνηθυ-ρο-ξί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ορμόνη του θυρεοειδούς αδένα, (σύμβ. C15H11I4NO4)η οποία συμβάλλει στην αύξηση του μεταβολισμού και χρησιμοποιείται με τη μορφή παρασκευάσματος για τη θεραπεία του υποθυρεοειδισμού. Βλ. θυρεοτοξίκωση, -ίνη, τριιωδοθυρονίνη. [< γαλλ. thyroxine, 1933, αγγλ. ~, 1918]
20937θυροτηλεόρασηθυ-ρο-τη-λε-ό-ρα-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. είδος θυροτηλεφώνου που διαθέτει κάμερα και επιτρέπει την οπτική και ακουστική αναγνώριση του επισκέπτη: ασύρματη/ασπρόμαυρη/έγχρωμη ~. Βλ. ενδο-επικοινωνία, -συνεννόηση.
20938θυροτηλέφωνοθυ-ρο-τη-λέ-φω-νο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα που επιτρέπει το άνοιγμα της θύρας εισόδου με ηλεκτρικό χειριστήριο, συνήθ. ύστερα από ηχητική επικοινωνία με τον επισκέπτη.
20939θυρόφραγμαθυ-ρό-φραγ-μα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ειδικός μηχανισμός, κατασκευή που ελέγχει τη ροή των υδάτων.
20940θυρόφυλλοθυ-ρό-φυλ-λο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): κινητό τμήμα πόρτας, το οποίο ανοίγει και κλείνει. Βλ. παρα~. ΣΥΝ. πορτόφυλλο
20941θύρωμαθύ-ρω-μα ουσ. (ουδ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. πλαίσιο πόρτας: ανάγλυφο/μαρμάρινο ~. Πβ. κάσα, κούφωμα. [< μτγν. θύρωμα]
20942θυρωρείο[θυρωρεῖο] θυ-ρω-ρεί-ο ουσ. (ουδ.): ειδικά διαμορφωμένος χώρος στο ισόγειο κτιρίου ή σπάν. πολυκατοικίας στον οποίο εργάζεται ο θυρωρός. [< μτγν. θυρωρεῖον]
20943θυρωρόςθυ-ρω-ρός ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο στην είσοδο κυρ. δημόσιων κτιρίων, που έχει ως καθήκον να ελέγχει τη διέλευση ατόμων και σπανιότ. να επιβλέπει ό,τι σχετίζεται με τη σωστή λειτουργία των κοινόχρηστων εγκαταστάσεων. Πβ. πορτιέρης. Βλ. πορτάρης. [< αρχ. θυρωρός ‘φύλακας, φρουρός’]
20944θύσανοςθύ-σα-νος ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. σύνολο φυσικών ή τεχνητών νημάτων, το ένα άκρο των οποίων είναι ενωμένο, ενώ το άλλο παραμένει ελεύθερο: Τα άνθη του φυτού καταλήγουν σε/σχηματίζουν ~ο.|| (μτφ.) Μαλλιά σαν ~. Πβ. φούντα. 2. ΜΕΤΕΩΡ. {στον πληθ.} κατηγορία ανώτερων νεφών με τη μορφή λεπτών λευκών νημάτων, τούφας, φύλλων ή στενών ζωνών. Βλ. θυσανοστρώματα. [< 1: αρχ. θύσανος 2: γαλλ. cirrus]
20945θυσανοστρώματαθυ-σα-νο-στρώ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα): ΜΕΤΕΩΡ. κατηγορία ανωτέρων νεφών με τη μορφή διάφανου ινώδους ή ομοιόμορφου υπόλευκου πέπλου, τα οποία δημιουργούν συχνά ένα είδος φωτοστέφανου γύρω από τον ήλιο ή τη σελήνη. Βλ. μελανο-, υψι-στρώματα, στρωματο-, υψι-σωρείτες. [< γαλλ. cirrostratus]
20946θυσανωτόςθυ-σα-νω-τός επίθ. (λόγ.): που σχηματίζει θύσανο ή μοιάζει με αυτόν: ~ή: ουρά. Πβ. φουντωτός. [< αρχ. θυσανωτός ‘διακοσμημένος με κρόσια’]
20947θυσίαθυ-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} (μτφ.) εκούσια προσφορά ή στέρηση αγαθού για την επίτευξη ενός σκοπού: οικονομική/προσωπική ~. ~ για την ελευθερία/την πίστη. Το ιστορικό/μνημείο της ~ας (των αγωνιστών). Με ~ της ζωής τους. Κάνω ~ες (= θυσιάζομαι). Ο πρωταθλητισμός απαιτεί/θέλει ~ες. Με μεγάλες/πολλές ~ες κατόρθωσε να αγοράσει σπίτι. Υφίσταται αιματηρές ~ες. Υποβλήθηκαν σε ~ες.|| (ΘΕΟΛ.) Η σταυρική ~ του Χριστού (= η Σταύρωση). Βλ. αυτο~, εθελο~. 2. (παλαιότ.) προσφορά σε θεότητα στο πλαίσιο λατρείας ή τελετουργίας: λατρευτική ~. Βλ. ανθρωπο~, ζωο~.|| (μτφ.) Το περιβάλλον έγινε ~ στον βωμό του κέρδους. ● ΣΥΜΠΛ.: αναίμακτη θυσία βλ. αναίμακτος ● ΦΡ.: έγινα/γίνομαι θυσία για κάποιον (προφ.): ενεργώ με αυταπάρνηση και προσωπικό κόστος, προκειμένου να τον βοηθήσω: Γίνεται ~ για τον γιο της. Είναι ικανός να γίνει ~ για τους φίλους του., πάση θυσία: με κάθε μέσο, με οποιοδήποτε τίμημα: νίκη ~ ~. Πρέπει ~ ~ να προστατεύσουμε τον δασικό μας πλούτο. Πβ. οπωσδήποτε. [< 1: μτγν. θυσία, γαλλ. sacrifice 2: αρχ. ~]
20948θυσιάζωθυ-σι-ά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {θυσία-σα, -σω, -στηκα, -στώ, θυσιάζ-οντας} 1. (μτφ.) προσφέρω ή απαρνούμαι οικειοθελώς κάτι για την επίτευξη ενός σκοπού: ~ει την καριέρα της για χάρη των παιδιών της. ~σε τη ζωή του για την ελευθερία της πατρίδας του. ~ομαι για σένα. Πβ. κάνω θυσίες. 2. (παλαιότ.) σκοτώνω με τελετουργικό τρόπο άνθρωπο ή ζώο ως προσφορά στον Θεό ή σε θεότητα. [< μτγν. θυσιάζω, γαλλ. sacrifier]
20949θυσιαστήριοθυ-σι-α-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΑΡΧ. τόπος ή κατασκευή που προοριζόταν για την τέλεση λατρευτικής θυσίας. Πβ. βωμός. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (σπάν.) η Αγία Τράπεζα. Βλ. -τήριο. [< μτγν. θυσιαστήριον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.