Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [21760-21780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20920θύραθύ-ρα ουσ. (θηλ.) {θυρ-ών} 1. (λόγ.) πόρτα: ξύλινη ~. Μονόφυλλη/δίφυλλη ~. Συρόμενες ~ες. ~ες πυροπροστασίας. Πλαίσια ~ών (πβ. θύρωμα). Βλ. εξώθυρα. 2. είσοδος γηπέδου· συνεκδ. η αντίστοιχη εξέδρα ή (με κεφαλ. Θ και συγκεκριμένο αριθμό) ο σύνδεσμος οργανωμένων οπαδών που συχνάζουν στη συγκεκριμένη κερκίδα του γηπέδου της αγαπημένης τους ομάδας: εκδοτήριο ~ας. 3. ΠΛΗΡΟΦ. πρίζα στην κεντρική μονάδα επεξεργασίας υπολογιστή, στην οποία συνδέεται το καλώδιο περιφερειακής συσκευής· πύλη: ενσωματωμένη/σειριακή ~. ~ γραφικών/εισόδου ήχου/εξόδου οθόνης/επέκτασης/ποντικιού/υπερύθρων. Απενεργοποίηση ~ας. Σύνδεση στη ~ USB.|| Δικτυακή ~ (επικοινωνίας). Πβ. χαμπ. ● ΣΥΜΠΛ.: παράλληλη θύρα: ΤΕΧΝΟΛ. προσαρμοστικό κύκλωμα για παράλληλη είσοδο ή/και έξοδο δεδομένων σε υπολογιστή ή περιφερειακή συσκευή: ~ ~ εκτυπωτή., πολιτική ανοιχτών θυρών: ύπαρξη ίσων ευκαιριών για τους πολίτες ή τα αγαθά που προέρχονται από άλλες χώρες, εντός των συνόρων χώρας ή των ορίων γεωγραφικής περιοχής: ~ ~ απέναντι στους μετανάστες.|| (κατ' επέκτ.) Το κόμμα ακολουθεί ~ ~ απέναντι στα άλλα κόμματα. [< γαλλ. doctrine de la porte ouverte] ● ΦΡ.: επί θύραις/προ των θυρών (λόγ.): για κάτι που πρόκειται να συμβεί σύντομα: Οι εκλογές/ο εχθρός είναι ~ ~. ~ ~ (βρίσκεται) η επανέναρξη του διαλόγου. Πβ. προ των πυλών., κεκλεισμένων των θυρών βλ. κεκλεισμένος, παραβιάζω ανοιχτές θύρες/πόρτες βλ. παραβιάζω [< 1: αρχ. θύρα 2: αγγλ. gate 3: αγγλ. portal, 1990]
20921θύραθενθύ-ρα-θεν επίρρ. {ως επίθ.} (αρχαιοπρ.): αρχαίος ελληνικός, κλασικός· γενικότ. κοσμικός σε αντίθεση προς τον εκκλησιαστικό: ~ γραμματεία/επιστήμες/μουσική/παιδεία/ποίηση/(φιλο)σοφία. Βλ. -θεν. [< μεσν. θύραθεν]
20922θυρανοίξιαθυ-ρα-νοί-ξι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΕΚΚΛΗΣ. εγκαίνια ορθόδοξου ναού: ακολουθία/τελετή των ~ίων. [< μεσν. θυρανοίξια]
20923θυρεοειδεκτομήθυ-ρε-ο-ει-δε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική επέμβαση για τη μερική ή ολική αφαίρεση του θυρεοειδούς αδένα. Βλ. -εκτομή, παρα~. [< γαλλ. thyroïdectomie, αγγλ. thyroidectomy]
20924θυρεοειδής, ής, ές θυ-ρε-ο-ει-δής επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον θυρεοειδή αδένα ή παράγεται από αυτόν: ~ές: νεύρο. ~είς: ορμόνες. Βλ. -ειδής. ΣΥΝ. θυρεοειδικός ● ΣΥΜΠΛ.: θυρεοειδής (αδένας): ΑΝΑΤ. ενδοκρινής αδένας που βρίσκεται στο εμπρόσθιο τμήμα του λαιμού και παράγει ορμόνες που ρυθμίζουν τον μεταβολισμό και την αύξηση του βάρους του σώματος: δυσλειτουργία του ~ούς (~α). Βλ. παραθυρεοειδείς αδένες, υπερ-, υπο-θυρεοειδισμός., θυρεοειδής χόνδρος: ΑΝΑΤ. το μήλο του Αδάμ. [< μτγν. θυρεοειδής, γαλλ. thyroïde, αγγλ. thyroid]
20925θυρεοειδικός, ή, ό θυ-ρε-ο-ει-δι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. θυρεοειδής: ~ός: όγκος/όζος. ~ή: αρτηρία. ~ές: ορμόνες. Βλ. αντι~. [< γαλλ. thyroïdien, αγγλ. thyroideal, thyroidean]
20926θυρεοειδίτιδαθυ-ρε-ο-ει-δί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονώδης διαταραχή του θυρεοειδούς αδένα. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. thyroïdite , αγγλ. thyroiditis]
20927θυρεοειδοπάθειαθυ-ρε-ο-ει-δο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. περιληπτική ονομασία των παθήσεων του θυρεοειδούς αδένα: αυτοάνοση/υποκλινική ~. Βλ. -πάθεια. [< αγγλ. thyroidopathy]
20928θυρεοειδοτρόπος, ος, ο θυ-ρε-ο-ει-δο-τρό-πος επίθ. & θυρεοτρόπος & (σπάν.) θυροειδοτρόπος: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που προκαλεί διέγερση του θυρεοειδούς αδένα: ~ος: ορμόνη. [< αγγλ. thyreotropic, 1930, thyrotropic, περ. 1923, γαλλ. thyréotrope, 1911]
20929θυρεόςθυ-ρε-ός ουσ. (αρσ.) (επίσ.): επίσημο έμβλημα έθνους, βασιλικής ή αριστοκρατικής οικογένειας, που έχει τη μορφή ασπίδας με διακριτικό σύμβολο: ο ~ της Ελληνικής Δημοκρατίας/του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Πβ. οικόσημο. [< μτγν. θυρεός ‘πόρτα, μεγάλη ασπίδα σε σχήμα πόρτας’, γαλλ. écusson]
20930θυρεοτοξίκωσηθυ-ρε-ο-το-ξί-κω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική υπερλειτουργία του θυρεοειδούς αδένα που έχει ως αποτέλεσμα την κυκλοφορία θυροξίνης σε μεγάλες ποσότητες στον οργανισμό. ΣΥΝ. υπερθυρεοειδισμός [< αγγλ. thyrotoxicosis, 1911, γαλλ. thyréotoxicose]
20931θυρίδαθυ-ρί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ειδική θήκη σε ντουλάπι, χρηματοκιβώτιο που ενοικιάζεται συνήθ. από ιδιώτη για φύλαξη αντικειμένων, κυρ. τιμαλφών: τραπεζική ~/~ σε τράπεζα. ~ θησαυροφυλακίου. Το ξενοδοχείο διαθέτει ~ες ασφαλείας (πβ. χρηματο~).|| ~ γραφείου. ~ σε σταθμό (π.χ. τρένου) για αποσκευές.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ τριών/οκτώ θέσεων (: σε εκτυπωτή). 2. γκισέ. Πβ. ταμείο. 3. ΔΙΑΔΙΚΤ. ο χώρος που βρίσκεται σε κάποιον σέρβερ, συνήθ. του παρόχου, και χρησιμοποιείται για τη διαχείριση των ιμέιλ του χρήστη: ηλεκτρονική ~ (= γραμματο~). ΣΥΝ. γραμματοκιβώτιο (3) 4. (λόγ.) μικρή πόρτα: ~ αερισμού (: σε λεβητοστάσιο). ~ες επίσκεψης εγκαταστάσεων. Βλ. ανθρωπο~. 5. ΖΩΟΛ. καθένα από τα δύο μέρη σε κέλυφος θαλάσσιου οργανισμού. Βλ. δίθυρα (μαλάκια), κλείθρο. ● ΣΥΜΠΛ.: θυρίδα εισερχομένων μηνυμάτων: ΠΛΗΡΟΦ. -ΤΗΛΕΠ. αρχείο στο οποίο αποθηκεύονται μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή τηλεφωνίας. Πβ. εισερχόμενα. [< αγγλ. inbox, 1977] , Θυρίδα Νεανικής Επιχειρηματικότητας (επίσ.): δομή παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών και υποστήριξης για τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων., ταχυδρομική θυρίδα (ακρ. ΤΘ): ατομικό γραμματοκιβώτιο σε ταχυδρομείο που ενοικιάζεται από ιδιώτη, για να κατατίθεται η αλληλογραφία του: Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί στην ~ ~ του ... ΣΥΝ. γραμματοθυρίδα (1) [< 1: αρχ. θυρίς ‘μικρή πόρτα, παραθυράκι’ 3: αγγλ. mailbox]
20932θυρίστορθυ-ρί-στορ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. ημιαγώγιμο στοιχείο με το οποίο ελέγχεται η διέλευση ηλεκτρικού ρεύματος: γέφυρα/κύκλωμα ~. Η έναυση/πύλη του ~. Βλ. δίοδος. [< αγγλ. thyristor < thyr(atron) + (trans)istor, 1958, γαλλ. ~, 1968]
20933θυροκόλλησηθυ-ρο-κόλ-λη-ση ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του θυροκολλώ: ~ εγγράφου/Προεδρικού Διατάγματος. Επίδοση με ~.
20934θυροκολλώ[θυροκολλῶ] θυ-ρο-κολ-λώ ρ. (μτβ.) {θυροκολλ-εί κ. -ά ... | θυροκόλλ-ησε, -ήσει, -άται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. επικολλώ επίσημο έγγραφο στη θύρα εισόδου οικίας ή κτιρίου προς κοινοποίηση του περιεχομένου του: Οι διαδηλωτές ~ησαν ψήφισμα διαμαρτυρίας. ~ήθηκε κλήτευση για κατεδάφιση.
20935θυροξίνηθυ-ρο-ξί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ορμόνη του θυρεοειδούς αδένα, (σύμβ. C15H11I4NO4)η οποία συμβάλλει στην αύξηση του μεταβολισμού και χρησιμοποιείται με τη μορφή παρασκευάσματος για τη θεραπεία του υποθυρεοειδισμού. Βλ. θυρεοτοξίκωση, -ίνη, τριιωδοθυρονίνη. [< γαλλ. thyroxine, 1933, αγγλ. ~, 1918]
20937θυροτηλεόρασηθυ-ρο-τη-λε-ό-ρα-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. είδος θυροτηλεφώνου που διαθέτει κάμερα και επιτρέπει την οπτική και ακουστική αναγνώριση του επισκέπτη: ασύρματη/ασπρόμαυρη/έγχρωμη ~. Βλ. ενδο-επικοινωνία, -συνεννόηση.
20938θυροτηλέφωνοθυ-ρο-τη-λέ-φω-νο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα που επιτρέπει το άνοιγμα της θύρας εισόδου με ηλεκτρικό χειριστήριο, συνήθ. ύστερα από ηχητική επικοινωνία με τον επισκέπτη.
20939θυρόφραγμαθυ-ρό-φραγ-μα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ειδικός μηχανισμός, κατασκευή που ελέγχει τη ροή των υδάτων.
20940θυρόφυλλοθυ-ρό-φυλ-λο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): κινητό τμήμα πόρτας, το οποίο ανοίγει και κλείνει. Βλ. παρα~. ΣΥΝ. πορτόφυλλο

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.