| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1181 | αθεόφοβος | , η, ο [ἀθεόφοβος] α-θε-ό-φο-βος επίθ./ουσ. 1. (συνήθ. σε εκφράσεις έκπληξης, επιδοκιμασίας, θαυμασμού) ικανός, επιδέξιος: Πώς την έπεισες, βρε ~ε; Δεν λογαριάζει κανέναν η ~η! Πβ. άτιμος. 2. που επιδίδεται σε άνομες πράξεις, ασεβής: Έκλεψε μέχρι και το παγκάρι της εκκλησίας, ο ~! Πβ. απατεώνας, θεομπαίχτης. | |
| 1182 | αθεράπευτος | , η, ο [ἀθεράπευτος] α-θε-ρά-πευ-τος επίθ. 1. για ασθένεια που δεν γιατρεύτηκε ή δεν είναι δυνατόν να γιατρευτεί: ~ο: έλκος.|| (μτφ.) ~ος: καημός/(ψυχικός) πόνος. ~η: μελαγχολία. ~ο: τραύμα (ΣΥΝ. ανεπούλωτο). Η φοροδιαφυγή αποτελεί ~η πληγή για την οικονομία. Βλ. δυσθεράπευτος. ΣΥΝ. αγιάτρευτος, ανίατος ΑΝΤ. θεραπεύσιμος, ιάσιμος 2. (μτφ.) που δεν διορθώνεται ή δεν βελτιώνεται: (για πρόσ.) ~ος: γυναικάς. ~ες: κουτσομπόλες. ~ (= παθιασμένος) λάτρης της κλασικής μουσικής.|| ~η: νοσταλγία/φλυαρία. ~ο: πάθος. ΣΥΝ. αδιόρθωτος (2), αμετανόητος (2) ● επίρρ.: αθεράπευτα [< μτγν. ἀθεράπευτος] | |
| 1183 | αθέρας | [ἀθέρας] α-θέ-ρας ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.-λογοτ.) το πιο εκλεκτό μέρος από ένα σύνολο: Διαλέγω/παίρνω τον ~α. ΣΥΝ. ανθός (2), αφρόκρεμα, αφρός (5) 2. το βελονοειδές και αγκαθωτό άκρο των σιτηρών· συνεκδ. η λεπτή σκόνη που δημιουργείται, όταν αποκόπτονται οι καρποί των σιτηρών από το άχυρο. ΣΥΝ. άγανο (1) 3. κόψη αιχμηρού εργαλείου ή όπλου: ~ του μαχαιριού/σπαθιού/τσεκουριού. 4. (λογοτ.) ουρανός, αιθέρες. [< 1,3: αρχ. ἀθήρ 2: μτγν. ἀθέρας] | |
| 1184 | αθερίνα | [ἀθερίνα] α-θε-ρί-να ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. είδος μικρού και λεπτού ψαριού (επιστ. ονομασ. Atherina hepsetus): νωπή/τηγανητή ~. Βλ. γόπα, μαρίδα. [< μεσν. αθερίνα] | |
| 1185 | αθέριστος | , η, ο [ἀθέριστος] α-θέ-ρι-στος επίθ.: που δεν έχει θεριστεί: ~ο: χωράφι. ~α: σπαρτά/στάχυα. ΑΝΤ. θερισμένος. [< μτγν. ἀθέριστος] | |
| 1186 | αθερμικός | , ή, ό [ἀθερμικός] α-θερ-μι-κός επίθ. ΦΥΣ. 1. που δεν τον διαπερνά η θερμότητα ή η θερμική ακτινοβολία: ~ή: οροφή. ~ό: κρύσταλλο/παρμπρίζ/τζάμι. 2. που δεν σχετίζεται με αύξηση της θερμοκρασίας: ~ές: αντιδράσεις/επιδράσεις. Βλ. θερμικός. [< γαλλ. athermique, αγγλ. athermic] | |
| 1187 | άθερμος | , η, ο [ἄθερμος] ά-θερ-μος επίθ. (λόγ.): που γίνεται ή προκύπτει χωρίς θερμότητα ή θέρμανση: ~ο βιολογικό λάδι ή ελαιόλαδο ψυχρής έκθλιψης (πβ. παρθένο ελαιόλαδο). [< μτγν. ἄθερμος] | |
| 1188 | αθέτηση | [ἀθέτηση] α-θέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ήσεως | -ήσεις, -ήσεων} 1. η μη τήρηση, παραβίαση, καταπάτηση, αναίρεση: ~ δέσμευσης/όρκου/σύμβασης/της υπογραφής/χρονοδιαγράμματος. ~ πληρωμών. Αγωγή/καταγγελία για ~ συμβολαίου. Ποινική ρήτρα σε περίπτωση ~ης/ήσεως της συμφωνίας. 2. ΦΙΛΟΛ. η απόρριψη παραδεδομένου κειμένου, τμήματος χειρογράφου ή παπύρου που θεωρείται νόθο: ~ λέξης/χωρίου. ΣΥΝ. εξοβελισμός (2) [< μτγν. ἀθέτησις] | |
| 1189 | αθετώ | [ἀθετῶ] α-θε-τώ ρ. (μτβ.) {αθετ-είς ..., -ώντας | αθέτ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. δεν τηρώ, παραβιάζω, αναιρώ: ~ απόφαση/δέσμευση/λόγο/όρκο/όρους. ~ησαν τις προεκλογικές τους εξαγγελίες. ~ησε την υπογραφή του (: δεν τήρησε ενυπόγραφες υποσχέσεις του). Με τις ενέργειές τους ~είται (= καταπατείται) το διεθνές δίκαιο. Τα συμφωνηθέντα ~ήθηκαν. ~ημένες: υποχρεώσεις. ~ημένα: συμβόλαια. ΑΝΤ. κρατώ (8) 2. ΦΙΛΟΛ. απορρίπτω παραδεδομένο κείμενο ή τμήμα χειρογράφου ή παπύρου που θεωρείται νόθο. ΣΥΝ. εξοβελίζω (2) [< μτγν. ἀθετῶ] | |
| 1190 | αθέτωση | [ἀθέτωση] α-θέ-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. νευρολογικό σύνδρομο με ακούσιες, επαναλαμβανόμενες, βραδείες και ασυντόνιστες, ελικοειδείς κινήσεις των άνω κυρ. άκρων: συμπτώματα ~ης (π.χ. ασταθές βάδισμα, ανεξέλεγκτη στάση του σώματος και συσπάσεις του προσώπου). Παιδί με ~. Βλ. αταξία, εγκεφαλική παράλυση. [< γαλλ. athétose, αγγλ. athetosis] | |
| 1191 | αθεώρητος | , η, ο [ἀθεώρητος] α-θε-ώ-ρη-τος επίθ. 1. που δεν θεωρήθηκε, δεν ελέγχθηκε από την αρμόδια υπηρεσία, ώστε να καταστεί έγκυρος: ~ος: λογαριασμός. ~η: συνταγή. ~ο: βιβλιάριο/πιστοποιητικό/τιμολόγιο. ~ες: αποδείξεις παροχής υπηρεσιών/(ιατρικές) εξετάσεις/καταστάσεις. ~α: (λογιστικά) βιβλία/παραστατικά. Εκδίδονται ~α μηχανογραφικά έντυπα. Τα εντάλματα πληρωμής επιστράφηκαν ~α. Βλ. ανεπικύρωτος. ΑΝΤ. θεωρημένος 2. (σπάν.-λόγ.) που δεν γίνεται αντιληπτός με την όραση: (ΘΕΟΛ.) Ο Θεός είναι φύσει ~. [< 1: γαλλ. non visé, non validé 2: αρχ. ἀθεώρητος] | |
| 1192 | αθηναϊκός | , ή, ό [ἀθηναϊκός] α-θη-να-ϊ-κός επίθ. & (σπάν.) αθηναίικος: που σχετίζεται με την Αθήνα ή/και τους Αθηναίους: ~ή: (ΙΣΤ.) δημοκρατία/Συμμαχία/(ΦΙΛΟΛ.) Σχολή. ~ό: Πρακτορείο Ειδήσεων (ΑΠΕ). ● ΣΥΜΠΛ.: Αθηναϊκή Τριλογία: τα μεγαλοπρεπή κτίρια της Ακαδημίας, του Πανεπιστημίου και της Εθνικής Βιβλιοθήκης που βρίσκονται στο κέντρο της Αθήνας.,Αθηναϊκή Ριβιέρα βλ. ριβιέρα [< αρχ. ἀθηναϊκός] | |
| 1193 | Αθηναίος, Αθηναία | [Ἀθηναῖος] Α-θη-ναί-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Αθήνα. [< αρχ. Ἀθηναῖος] | |
| 1194 | Αθήνησι | [Ἀθήνησι] Α-θή-νη-σι (αρχαιοπρ.): στην Αθήνα: το ~ Πανεπιστήμιο (= ΕΚΠΑ). [< αρχ. ἀθήνησι] | |
| 1195 | αθηνοκεντρικός | , η, ο [ἀθηνοκεντρικός] α-θη-νο-κε-ντρι-κός επίθ. (συνήθ. αρνητ. συνυπόδ.): που έχει ως σημείο αναφοράς την Αθήνα, το κέντρο λήψης αποφάσεων: ~ή: αντίληψη/πολιτική. ~ό: κράτος. Βλ. -κεντρικός. | |
| 1196 | αθήρι | [ἀθήρι] α-θή-ρι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. λευκή ποικιλία σταφυλιού του αιγαιοπελαγίτικου χώρου και ιδ. το κρασί που παράγεται από αυτή. [< μεσν. αθήριν] | |
| 1197 | αθηρογόνος | , ος, ο [ἀθηρογόνος] α-θη-ρο-γό-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. που συντελεί στη δημιουργία αθηρωματικής πλάκας: ~ος: δράση/δυσλιπιδαιμία. Βλ. -γόνος. | |
| 1198 | αθηροσκλήρωση | [ἀθηροσκλήρωση] α-θη-ρο-σκλή-ρω-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) αθηροσκλήρυνση: ΙΑΤΡ. μορφή αρτηριοσκλήρωσης με αθηρωματικό εκφυλισμό του χιτώνα των αρτηριών: Η υπέρταση προκαλεί ~. Βλ. έμφραγμα του μυοκαρδίου. ΣΥΝ. αθηρωμάτωση [< γαλλ. athérosclérose, 1904, αγγλ. atherosclerosis, 1910] | |
| 1199 | αθηροσκληρωτικός | , ή, ό [ἀθηροσκληρωτικός] α-θη-ρο-σκλη-ρω-τι-κός επίθ. & (σπάν.) αθηροσκληρυντικός: ΙΑΤΡ. αθηρωματικός. [< αγγλ. atherosclerotic, 1914] | |
| 1200 | αθήρωμα | [ἀθήρωμα] α-θή-ρω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. αθηρωματική πλάκα. Βλ. -ωμα2. [< μτγν. ἀθήρωμα 'στρογγυλό εξόγκωμα που περιέχει υγρό', γαλλ. athérome, αγγλ. atheroma] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ