| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20941 | θύρωμα | θύ-ρω-μα ουσ. (ουδ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. πλαίσιο πόρτας: ανάγλυφο/μαρμάρινο ~. Πβ. κάσα, κούφωμα. [< μτγν. θύρωμα] | |
| 20942 | θυρωρείο | [θυρωρεῖο] θυ-ρω-ρεί-ο ουσ. (ουδ.): ειδικά διαμορφωμένος χώρος στο ισόγειο κτιρίου ή σπάν. πολυκατοικίας στον οποίο εργάζεται ο θυρωρός. [< μτγν. θυρωρεῖον] | |
| 20943 | θυρωρός | θυ-ρω-ρός ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο στην είσοδο κυρ. δημόσιων κτιρίων, που έχει ως καθήκον να ελέγχει τη διέλευση ατόμων και σπανιότ. να επιβλέπει ό,τι σχετίζεται με τη σωστή λειτουργία των κοινόχρηστων εγκαταστάσεων. Πβ. πορτιέρης. Βλ. πορτάρης. [< αρχ. θυρωρός ‘φύλακας, φρουρός’] | |
| 20944 | θύσανος | θύ-σα-νος ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. σύνολο φυσικών ή τεχνητών νημάτων, το ένα άκρο των οποίων είναι ενωμένο, ενώ το άλλο παραμένει ελεύθερο: Τα άνθη του φυτού καταλήγουν σε/σχηματίζουν ~ο.|| (μτφ.) Μαλλιά σαν ~. Πβ. φούντα. 2. ΜΕΤΕΩΡ. {στον πληθ.} κατηγορία ανώτερων νεφών με τη μορφή λεπτών λευκών νημάτων, τούφας, φύλλων ή στενών ζωνών. Βλ. θυσανοστρώματα. [< 1: αρχ. θύσανος 2: γαλλ. cirrus] | |
| 20945 | θυσανοστρώματα | θυ-σα-νο-στρώ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα): ΜΕΤΕΩΡ. κατηγορία ανωτέρων νεφών με τη μορφή διάφανου ινώδους ή ομοιόμορφου υπόλευκου πέπλου, τα οποία δημιουργούν συχνά ένα είδος φωτοστέφανου γύρω από τον ήλιο ή τη σελήνη. Βλ. μελανο-, υψι-στρώματα, στρωματο-, υψι-σωρείτες. [< γαλλ. cirrostratus] | |
| 20946 | θυσανωτός | θυ-σα-νω-τός επίθ. (λόγ.): που σχηματίζει θύσανο ή μοιάζει με αυτόν: ~ή: ουρά. Πβ. φουντωτός. [< αρχ. θυσανωτός ‘διακοσμημένος με κρόσια’] | |
| 20947 | θυσία | θυ-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} (μτφ.) εκούσια προσφορά ή στέρηση αγαθού για την επίτευξη ενός σκοπού: οικονομική/προσωπική ~. ~ για την ελευθερία/την πίστη. Το ιστορικό/μνημείο της ~ας (των αγωνιστών). Με ~ της ζωής τους. Κάνω ~ες (= θυσιάζομαι). Ο πρωταθλητισμός απαιτεί/θέλει ~ες. Με μεγάλες/πολλές ~ες κατόρθωσε να αγοράσει σπίτι. Υφίσταται αιματηρές ~ες. Υποβλήθηκαν σε ~ες.|| (ΘΕΟΛ.) Η σταυρική ~ του Χριστού (= η Σταύρωση). Βλ. αυτο~, εθελο~. 2. (παλαιότ.) προσφορά σε θεότητα στο πλαίσιο λατρείας ή τελετουργίας: λατρευτική ~. Βλ. ανθρωπο~, ζωο~.|| (μτφ.) Το περιβάλλον έγινε ~ στον βωμό του κέρδους. ● ΣΥΜΠΛ.: αναίμακτη θυσία βλ. αναίμακτος ● ΦΡ.: έγινα/γίνομαι θυσία για κάποιον (προφ.): ενεργώ με αυταπάρνηση και προσωπικό κόστος, προκειμένου να τον βοηθήσω: Γίνεται ~ για τον γιο της. Είναι ικανός να γίνει ~ για τους φίλους του., πάση θυσία: με κάθε μέσο, με οποιοδήποτε τίμημα: νίκη ~ ~. Πρέπει ~ ~ να προστατεύσουμε τον δασικό μας πλούτο. Πβ. οπωσδήποτε. [< 1: μτγν. θυσία, γαλλ. sacrifice 2: αρχ. ~] | |
| 20948 | θυσιάζω | θυ-σι-ά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {θυσία-σα, -σω, -στηκα, -στώ, θυσιάζ-οντας} 1. (μτφ.) προσφέρω ή απαρνούμαι οικειοθελώς κάτι για την επίτευξη ενός σκοπού: ~ει την καριέρα της για χάρη των παιδιών της. ~σε τη ζωή του για την ελευθερία της πατρίδας του. ~ομαι για σένα. Πβ. κάνω θυσίες. 2. (παλαιότ.) σκοτώνω με τελετουργικό τρόπο άνθρωπο ή ζώο ως προσφορά στον Θεό ή σε θεότητα. [< μτγν. θυσιάζω, γαλλ. sacrifier] | |
| 20949 | θυσιαστήριο | θυ-σι-α-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΑΡΧ. τόπος ή κατασκευή που προοριζόταν για την τέλεση λατρευτικής θυσίας. Πβ. βωμός. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (σπάν.) η Αγία Τράπεζα. Βλ. -τήριο. [< μτγν. θυσιαστήριον] | |
| 20950 | θυσιαστικός | , ή, ό θυ-σι-α-στι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από πνεύμα αυτοθυσίας, ανιδιοτελής: ~ός: θάνατος. ~ή: αγάπη/πράξη/προσφορά. Πβ. ανυστερόβουλος. 2. (σπάν.) που προορίζεται για τελετουργικές θυσίες: ~ό: ζώο. ● επίρρ.: θυσιαστικά | |
| 20951 | θύτης | θύ-της ουσ. (αρσ.): υπεύθυνος για την πρόκληση κακού σε κάποιον, συνήθ. για τέλεση αξιόποινης πράξης: Από ~ έγινε θύμα. [< μτγν. θύτης ‘θυσιαστής’] | |
| 20952 | θώκος | [θῶκος] θώ-κος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πολυτελές κάθισμα το οποίο προορίζεται για πρόσωπο που κατέχει υψηλό αξίωμα και ιδ. συνεκδ. το αντίστοιχο αξίωμα: δημαρχιακός/προεδρικός/πρυτανικός/(πρωθ)υπουργικός ~. Πβ. θέση. ● ΣΥΜΠΛ.: οικολογικός θώκος: οικοθέση. [< αγγλ. eco(logical) niche, 1960] [< αρχ. θῶκος ‘έδρα, κάθισμα’] | |
| 20953 | Θωμάς | [Θωμᾶς] Θω-μάς κύριο όν. (αρσ.): μόνο στα ● ΣΥΜΠΛ.: άπιστος Θωμάς: πρόσωπο που είναι δύσπιστο απέναντι σε κάτι για το οποίο δεν έχει προσωπική αντίληψη., Κυριακή του Θωμά: ΕΚΚΛΗΣ. η Κυριακή μετά την Κυριακή του Πάσχα. [< μτγν. Θωμᾶς] | |
| 20954 | θωπεία | θω-πεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. χάδι. 2. (μτφ.) κολακεία. [< αρχ. θωπεία] | |
| 20955 | θωπευτικός | , ή, ό θω-πευ-τι-κός επίθ. (λόγ.) 1. ήπιος και απαλός, που εκφράζει συνήθ. τρυφερότητα και στοργή: ~ή: μουσική/φωνή. Πβ. χαϊδευτικός. 2. (σπάν.) που καλοπιάνει ή κολακεύει κάποιον με σκοπό να κερδίσει την εύνοιά του και να εξυπηρετήσει προσωπικά συμφέροντα. Πβ. επαινετ-, κολακευτ-ικός. [< αρχ. θωπευτικός] | |
| 20956 | θωπεύω | θω-πεύ-ω ρ. (μτβ.) {θώπευ-σε} (λόγ.) 1. χαϊδεύω: ~σε τρυφερά το πρόσωπο του παιδιού.|| (μτφ.-λογοτ.) Το αεράκι ~ε τα πρόσωπά τους. 2. (μτφ.) φέρομαι με υπερβολικά ευγενικό και φιλικό τρόπο ή κολακεύω κάποιον με σκοπό να αποκτήσω την εύνοιά του και να εξυπηρετήσω προσωπικό συμφέρον. Πβ. γλείφω, καλοπιάνω. [< αρχ. θωπεύω] | |
| 20957 | θώρακας | θώ-ρα-κας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -ος} 1. ΑΝΑΤ. (στα σπονδυλόζωα) το τμήμα του σώματος μεταξύ τραχήλου και κοιλίας, το οποίο περιβάλλει τους πνεύμονες, τον οισοφάγο, τα μεγάλα αγγεία και την καρδιά· (στα ασπόνδυλα) το τμήμα του κορμού μεταξύ του κεφαλιού και της κοιλίας το οποίο φέρει τα κινητήρια όργανα: ακτινογραφία/αξονική τομογραφία/παρακέντηση ~ος. Όργανα/οστά/παθήσεις (του) ~α. Βλ. ημιθωράκιο, αιμο~, μεσο~, μετα~, υδρο~. 2. εξάρτημα για την προστασία του στέρνου, της κοιλιάς και της πλάτης και κατ' επέκτ. κάθε εξάρτημα στολής με παρόμοια μορφή και λειτουργία: αλυσιδωτός/σιδερένιος/χάλκινος ~.|| ~ ξιφασκίας.|| (μτφ.) ~ προστασίας για το εισόδημα. 3. ΤΕΧΝΟΛ. κάθε μεταλλικό προστατευτικό περίβλημα ή κάλυμμα: αντισεισμικός ~. Ο ~ του καλωδίου. Βλ. ανεμο~, θωράκιση. [< 1: αρχ. θώραξ, γαλλ.-αγγλ. thorax 2,3: γαλλ. cuirasse] | |
| 20958 | θωρακίζω | θω-ρα-κί-ζω ρ. (μτβ.) {θωράκι-σα, θωρακί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, θωρακίζ-οντας, θωρακι-σμένος} (λόγ.) 1. επενδύω ή καλύπτω κάτι με ειδικό προστατευτικό υλικό: ~σε το σπίτι του (: για να μην υπάρχουν απώλειες ενέργειας).|| ~σμένη: πόρτα. ~σμένο: γυαλί/καλώδιο (: για μόνωση)/όχημα (πβ. τεθωρακισμένο). ΑΝΤ. αθωράκιστος. 2. (μτφ.) ενδυναμώνω, προστατεύω: Η προσεγμένη διατροφή ~ει την καρδιά από τα εμφράγματα. ~εται (= διασφαλίζεται) η δημοκρατία. Επιχείρηση που πρέπει να ~στεί απέναντι/ενάντια στην κρίση. Πβ. ενισχύω, ισχυροποιώ, οχυρώνω.|| ~ομαι (= οπλίζομαι) με επιμονή/θάρρος/υπομονή. [< αρχ. θωρακίζω, γαλλ. cuirasser] | |
| 20959 | θωρακικός | , ή, ό θω-ρα-κι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον θώρακα: ~ός: κλωβός (: τα πλευρά και το στέρνο)/μυς/πόρος. ~ή: αορτή/κοιλότητα/μοίρα/χώρα. ~ό: άλγος/τοίχωμα. ~οί: σπόνδυλοι. ~ές: συμπιέσεις (βλ. καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση). [< μτγν. θωρακικός, γαλλ. thoracique, αγγλ. thoracic] | |
| 20960 | θωράκιο | θω-ρά-κι-ο ουσ. (ουδ.) (επιστ.) 1. προστατευτικό ή διαχωριστικό τοιχίο ή στηθαίο. ΣΥΝ. παραπέτο (1) 2. (στη βυζαντινή αρχιτεκτονική) διάτρητη ή ανάγλυφη πλάκα που φράσσει τα διαστήματα μεταξύ των κιόνων μαρμάρινου τέμπλου: ~ ναού. [< 1: μτγν. θωράκιον ‘έπαλξη, προστατευτικό κλουβί’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ