Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [21780-21800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20950θυσιαστικός, ή, ό θυ-σι-α-στι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από πνεύμα αυτοθυσίας, ανιδιοτελής: ~ός: θάνατος. ~ή: αγάπη/πράξη/προσφορά. Πβ. ανυστερόβουλος. 2. (σπάν.) που προορίζεται για τελετουργικές θυσίες: ~ό: ζώο. ● επίρρ.: θυσιαστικά
20951θύτηςθύ-της ουσ. (αρσ.): υπεύθυνος για την πρόκληση κακού σε κάποιον, συνήθ. για τέλεση αξιόποινης πράξης: Από ~ έγινε θύμα. [< μτγν. θύτης ‘θυσιαστής’]
20952θώκος[θῶκος] θώ-κος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πολυτελές κάθισμα το οποίο προορίζεται για πρόσωπο που κατέχει υψηλό αξίωμα και ιδ. συνεκδ. το αντίστοιχο αξίωμα: δημαρχιακός/προεδρικός/πρυτανικός/(πρωθ)υπουργικός ~. Πβ. θέση. ● ΣΥΜΠΛ.: οικολογικός θώκος: οικοθέση. [< αγγλ. eco(logical) niche, 1960] [< αρχ. θῶκος ‘έδρα, κάθισμα’]
20953Θωμάς[Θωμᾶς] Θω-μάς κύριο όν. (αρσ.): μόνο στα ● ΣΥΜΠΛ.: άπιστος Θωμάς: πρόσωπο που είναι δύσπιστο απέναντι σε κάτι για το οποίο δεν έχει προσωπική αντίληψη., Κυριακή του Θωμά: ΕΚΚΛΗΣ. η Κυριακή μετά την Κυριακή του Πάσχα. [< μτγν. Θωμᾶς]
20954θωπείαθω-πεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. χάδι. 2. (μτφ.) κολακεία. [< αρχ. θωπεία]
20955θωπευτικός, ή, ό θω-πευ-τι-κός επίθ. (λόγ.) 1. ήπιος και απαλός, που εκφράζει συνήθ. τρυφερότητα και στοργή: ~ή: μουσική/φωνή. Πβ. χαϊδευτικός. 2. (σπάν.) που καλοπιάνει ή κολακεύει κάποιον με σκοπό να κερδίσει την εύνοιά του και να εξυπηρετήσει προσωπικά συμφέροντα. Πβ. επαινετ-, κολακευτ-ικός. [< αρχ. θωπευτικός]
20956θωπεύωθω-πεύ-ω ρ. (μτβ.) {θώπευ-σε} (λόγ.) 1. χαϊδεύω: ~σε τρυφερά το πρόσωπο του παιδιού.|| (μτφ.-λογοτ.) Το αεράκι ~ε τα πρόσωπά τους. 2. (μτφ.) φέρομαι με υπερβολικά ευγενικό και φιλικό τρόπο ή κολακεύω κάποιον με σκοπό να αποκτήσω την εύνοιά του και να εξυπηρετήσω προσωπικό συμφέρον. Πβ. γλείφω, καλοπιάνω. [< αρχ. θωπεύω]
20957θώρακαςθώ-ρα-κας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -ος} 1. ΑΝΑΤ. (στα σπονδυλόζωα) το τμήμα του σώματος μεταξύ τραχήλου και κοιλίας, το οποίο περιβάλλει τους πνεύμονες, τον οισοφάγο, τα μεγάλα αγγεία και την καρδιά· (στα ασπόνδυλα) το τμήμα του κορμού μεταξύ του κεφαλιού και της κοιλίας το οποίο φέρει τα κινητήρια όργανα: ακτινογραφία/αξονική τομογραφία/παρακέντηση ~ος. Όργανα/οστά/παθήσεις (του) ~α. Βλ. ημιθωράκιο, αιμο~, μεσο~, μετα~, υδρο~. 2. εξάρτημα για την προστασία του στέρνου, της κοιλιάς και της πλάτης και κατ' επέκτ. κάθε εξάρτημα στολής με παρόμοια μορφή και λειτουργία: αλυσιδωτός/σιδερένιος/χάλκινος ~.|| ~ ξιφασκίας.|| (μτφ.) ~ προστασίας για το εισόδημα. 3. ΤΕΧΝΟΛ. κάθε μεταλλικό προστατευτικό περίβλημα ή κάλυμμα: αντισεισμικός ~. Ο ~ του καλωδίου. Βλ. ανεμο~, θωράκιση. [< 1: αρχ. θώραξ, γαλλ.-αγγλ. thorax 2,3: γαλλ. cuirasse]
20958θωρακίζωθω-ρα-κί-ζω ρ. (μτβ.) {θωράκι-σα, θωρακί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, θωρακίζ-οντας, θωρακι-σμένος} (λόγ.) 1. επενδύω ή καλύπτω κάτι με ειδικό προστατευτικό υλικό: ~σε το σπίτι του (: για να μην υπάρχουν απώλειες ενέργειας).|| ~σμένη: πόρτα. ~σμένο: γυαλί/καλώδιο (: για μόνωση)/όχημα (πβ. τεθωρακισμένο). ΑΝΤ. αθωράκιστος. 2. (μτφ.) ενδυναμώνω, προστατεύω: Η προσεγμένη διατροφή ~ει την καρδιά από τα εμφράγματα. ~εται (= διασφαλίζεται) η δημοκρατία. Επιχείρηση που πρέπει να ~στεί απέναντι/ενάντια στην κρίση. Πβ. ενισχύω, ισχυροποιώ, οχυρώνω.|| ~ομαι (= οπλίζομαι) με επιμονή/θάρρος/υπομονή. [< αρχ. θωρακίζω, γαλλ. cuirasser]
20959θωρακικός, ή, ό θω-ρα-κι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον θώρακα: ~ός: κλωβός (: τα πλευρά και το στέρνο)/μυς/πόρος. ~ή: αορτή/κοιλότητα/μοίρα/χώρα. ~ό: άλγος/τοίχωμα. ~οί: σπόνδυλοι. ~ές: συμπιέσεις (βλ. καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση). [< μτγν. θωρακικός, γαλλ. thoracique, αγγλ. thoracic]
20960θωράκιοθω-ρά-κι-ο ουσ. (ουδ.) (επιστ.) 1. προστατευτικό ή διαχωριστικό τοιχίο ή στηθαίο. ΣΥΝ. παραπέτο (1) 2. (στη βυζαντινή αρχιτεκτονική) διάτρητη ή ανάγλυφη πλάκα που φράσσει τα διαστήματα μεταξύ των κιόνων μαρμάρινου τέμπλου: ~ ναού. [< 1: μτγν. θωράκιον ‘έπαλξη, προστατευτικό κλουβί’]
20961θωράκισηθω-ρά-κι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του θωρακίζω: ~ αυτοκινήτων/πλοίων.|| (μτφ.) Αμυντική/αντιπλημμυρική/αντιπυρική/αντισεισμική ~.|| (μτφ.) Θεσμική/νομική ~. ~ των εργαζομένων/του οργανισμού. Πβ. ενίσχυση, οχύρωση. [< γαλλ. cuirassement]
20962θωρακοχειρουργικήθω-ρα-κο-χει-ρουρ-γι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Θ): ΙΑΤΡ. ειδικότητα με αντικείμενο τη χειρουργική αντιμετώπιση των παθήσεων του θώρακα. Βλ. καρδιοχειρουργική. [< αγγλ. thoracic surgery, γαλλ. chirurgie thoracique]
20963θωρακοχειρουργικός, ή, ό θω-ρα-κο-χει-ρουρ-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη θωρακοχειρουργική ή τον θωρακοχειρουργό.
20964θωρακοχειρουργόςθω-ρα-κο-χει-ρουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): χειρουργός που έχει ειδικευτεί στις παθήσεις του θώρακα. [< αγγλ. thoracic surgeon, γαλλ. chirurgien thoracique]
20965θωρηκτόθω-ρη-κτό ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. πολεμικό πλοίο εφοδιασμένο με βαρύ οπλισμό και ισχυρή θωράκιση. [< γαλλ. (navire) cuirassé]
20966θωριάθω-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): όψη, παρουσιαστικό: Τρόμαζαν στη ~ του. Πβ. κοψιά. [< μεσν. θωριά, αρχ. θεωρία ‘όραση, θέαση’
58762θωρώ[θωρῶ] θω-ρώ ρ. (μτβ.) {μόνο σε ενεστ. και παρατ.} (διαλεκτ.-λογοτ.): βλέπω, κοιτάζω. [< μεσν. θωρώ]
20967ι(πρόφ. γιώτα) 1. το ένατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τον φωνηεντικό φθόγγο [ι] και το ημίφωνο [j] (π.χ. παιδιά): ~ κεφαλαίο (Ι). ~ μικρό (ι). Πβ. γιώτα. Βλ. δίφθογγος, δίψηφο. 2. δέκατος σε μια σειρά χρονική, ιεραρχική ή αξιολογική: (συνήθ. με τόνο ι΄/Ι΄) Λουδοβίκος ο ΙΔ΄(= δέκατος τέταρτος). ~ αιώνας. Κεφάλαιο ~. 3. (σε αρίθμηση, με τόνο κάτω αριστερά: ,Ι ή ,ι:) δέκα χιλιάδες. [< αρχ. Ι, μεσν. ι]
21256Ι.ΙΒ.Ε.Α.Α.(το): Ίδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.