| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20981 | ιαγουάρος | [ἰαγουάρος] ι-α-γου-ά-ρος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ΖΩΟΛ. τζάγκουαρ. | |
| 20984 | ιάθηκε | βλ. ιαίνω | |
| 20985 | ιαιμία | [ἰαιμία] ι-αι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παρουσία ιών στο αίμα: υψηλά/χαμηλά επίπεδα ~ας. Βλ. -αιμία. [< αγγλ. vir(a)emia, 1946, γαλλ. virémie, 1959] | |
| 20986 | ιαίνω | [ἰαίνω] ι-αί-νω ρ. (μτβ.) {στο γ' πρόσ. ενεστ.} (σπάν.-αρχαιοπρ.): θεραπεύω: Βότανα που ~ουν κάθε αδιαθεσία. Πβ. γιατρεύω. Βλ. ιάται. [< μτγν. ἰαίνω] | |
| 20989 | ίαμα | [ἴαμα] ί-α-μα ουσ. (ουδ.) {ιάμ-ατα} (λόγ.): (στην εναλλακτική ιατρική) θεραπευτική ουσία, φυτικής κυρ. προέλευσης: ομοιοπαθητικό ~. Βότανα-~ατα. Πβ. φάρμακο, γιατρικό. Βλ. ανθοϊάματα. [< αρχ. ἴαμα] | |
| 20990 | ιαματικός | , ή, ό [ἰαματικός] ι-α-μα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που έχει θεραπευτικές ιδιότητες, που συντελεί στη θεραπεία νόσου, πάθησης: ~ή: λάσπη. ~ό: κέντρο/νερό. ~οί: φυσικοί πόροι. ~ά: βότανα. ● ΣΥΜΠΛ.: ιαματικά λουτρά βλ. λουτρό, ιαματική πηγή βλ. πηγή, ιαματικός/θεραπευτικός τουρισμός βλ. τουρισμός [< μτγν. ἰαματικός] | |
| 20991 | ιαμβικός | , ή, ό [ἰαμβικός] ι-αμ-βι-κός επίθ.: ΜΕΤΡ. που σχετίζεται με τον ίαμβο: ~ός: ρυθμός. ~οί: στίχοι.|| (ΦΙΛΟΛ.) ~ή: ποίηση. ~οί: ποιητές (= ιαμβογράφοι). Βλ. ελεγειακός, μελ-, χορ-ικός. ● ΣΥΜΠΛ.: ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος (στίχος): που αποτελείται από δεκαπέντε συλλαβές και έχει ιαμβικό μέτρο. Βλ. δίστιχο. ΣΥΝ. πολιτικός στίχος [< μτγν. ἰαμβικός, γαλλ. iambique, αγγλ. iambic] | |
| 20992 | ιαμβογράφος | [ἰαμβογράφος] ι-αμ-βο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΛ. (στην αρχαία ελληνική λυρική ποίηση) ποιητής ιαμβικών στίχων ή ιάμβων σκωπτικού περιεχομένου. Βλ. -γράφος. [< μτγν. ἰαμβογράφος] | |
| 20993 | ίαμβος | [ἴαμβος] ί-αμ-βος ουσ. (αρσ.) {-ου (συνηθέστ. λόγ.) ιάμβου} 1. ΜΕΤΡ. μετρικός πόδας που αποτελείται στη νεοελληνική ποίηση από μία άτονη και μία τονισμένη συλλαβή, ενώ στην αρχαία ελληνική ποίηση από μία βραχεία και μία μακρά. Βλ. ανάπαιστος, δάκτυλος, τροχαίος. 2. ΦΙΛΟΛ. (κατ' επέκτ.) στίχος ή ποίημα σε ιαμβικό μέτρο. Βλ. ελεγεία, μέλος2. [< αρχ. ἴαμβος, γαλλ. iambe, αγγλ. iambus] | |
| 20997 | Ιανουάριος | [Ἰανουάριος] Ι-α-νου-ά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) {Ιανουαρίου}: ο πρώτος μήνας του χρόνου και ο δεύτερος του χειμώνα. Πβ. Γενάρης. Βλ. Δεκέμβριος, Φεβρουάριος. [< μτγν. Ἰανουάριος < λατ. Ianuarius < Ianus, Ιανός] | |
| 3206 | Ιάνω | [ἀνάμνηση] α-νά-μνη-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ήσεως | -ήσεις, -ήσεων} 1. επαναφορά στη μνήμη γεγονότος, εμπειρίας του παρελθόντος ή της εικόνας ενός έμψυχου ή άψυχου και κατ' επέκτ. το αντίστοιχο βίωμα, η αντίστοιχη εικόνα που επανέρχεται στον νου: στιγμιαία/φευγαλέα ~. Η ~ ενός αγαπημένου προσώπου/ενός όμορφου απογεύματος/ενός τραγικού συμβάντος/μιας φιλίας. Διεθνής ημέρα ~ης των θυμάτων (του Β' Παγκοσμίου Πολέμου). Πβ. ανάκληση, αναπόληση.|| Κάτι αποτελεί/αφήνει/είναι μια αμυδρή/ανεξίτηλη/αξέχαστη/γλυκόπικρη/δυσάρεστη/ευχάριστη/ζωντανή/θολή/θλιβερή/μακρινή/οδυνηρή/τρυφερή ~. Καλοκαιρινές/μουσικές/παιδικές/προσωπικές ~ήσεις. Ανάκληση/απώθηση/επαναφορά ~ήσεων. Διατηρώ/έχω/κουβαλάω όμορφες/καλές (και άσχημες/κακές) ~ήσεις από τα σχολικά χρόνια. Ζει με τις ~ήσεις. Πβ. (εν)θύμηση, μνήμη. 2. ενθύμιο: Κρατώ/φυλάω κάτι σαν/ως ~ της βραδιάς. Πβ. σουβενίρ. ΣΥΝ. αναμνηστικό (1) ● αναμνήσεις (οι): γραπτή αφήγηση προσωπικών βιωμάτων: ~ από την παλιά Aθήνα. Πβ. απομνημονεύματα. [< γαλλ. mémoires] ● ΦΡ.: σε/εις ανάμνηση: με σκοπό τη διατήρηση στη μνήμη: Μνημείο που χτίστηκε ~ ~ της μεγάλης μάχης/νίκης. [< αρχ. ἀνάμνησις, γαλλ. mémoire, commémoration, réminiscence, πβ. anamnèse , αγγλ. anamnesis] | |
| 20998 | Ιάπωνας | [Ἰάπωνας] Ι-ά-πω-νας επίθ./ουσ. {σπάν. θηλ. Ιαπωνίδα} & (προφ.) Γιαπωνέζος, Γιαπωνέζα: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Ιαπωνία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την ιαπωνική υπηκοότητα. [< γαλλ. Japonais] | |
| 20999 | ιαπωνικός | , ή, ό [ἰαπωνικός] ι-α-πω-νι-κός επίθ. & (προφ.) γιαπωνέζικος, η, ο: που σχετίζεται με την Ιαπωνία ή/και τους Ιάπωνες. ● Ουσ.: Ιαπωνικά (τα) & (επίσ.) Ιαπωνική (η) & (προφ.) γιαπωνέζικα (τα): η ιαπωνική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. [< γαλλ. japonais] | |
| 21006 | ίαση | [ἴαση] ί-α-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΙΑΤΡ. θεραπεία, αποκατάσταση της υγείας: πλήρης ~ της νόσου. Πβ. γιατρειά, γιάτρεμα. Βλ. αυτοΐαση. [< αρχ. ἴασις] | |
| 21008 | ιάσιμος | , η, ο [ἰάσιμος] ι-ά-σι-μος επίθ. (λόγ.): ΙΑΤΡ. θεραπεύσιμος. ΣΥΝ. ιατός ΑΝΤ. ανίατος [< αρχ. ἰάσιμος] | |
| 21009 | ιασιμότητα | [ἰασιμότητα] ι-α-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΙΑΤΡ. θεραπευσιμότητα. [< γαλλ. curabilité] | |
| 21010 | ίασμος | [ἴασμος] ί-α-σμος ουσ. (αρσ.) (αρχαιοπρ.): ΒΟΤ. γιασεμί. [< μτγν. ἰάσμη] | |
| 21011 | ίασπις | [ἴασπις] ί-α-σπις ουσ. (αρσ.) {αιτ. ίασπι} & ίασπης: ΟΡΥΚΤ. ημιπολύτιμος λίθος που αποτελεί αδιαφανή μορφή χαλαζία, συνήθ. σε κόκκινο, κίτρινο ή καφέ χρώμα, και χρησιμοποιείται ιδ. στην κοσμηματοποιία και τη διακοσμητική. Βλ. ηλιοτρόπιο, χαλκηδόνιος. [< αρχ. ἴασπις (ἡ), γαλλ. jaspe, αγγλ. jasper] | |
| 21012 | ιάται | [ἰᾶται] ι-ά-ται ρ. (αμτβ.) {ιώνται, ιά-θηκε, -θεί} (λόγ.): θεραπεύεται, γιατρεύεται: Η νόσος ~ σε λίγες εβδομάδες. Οι ασθενείς ~θηκαν πλήρως. Βλ. αυτοϊάται, ιαίνω. [< αρχ. ἰῶμαι] | |
| 21016 | ιατός | , ή, ό [ἰατός] ι-α-τός επίθ. (σπάν.-λόγ.): ΙΑΤΡ. θεραπεύσιμος. ΣΥΝ. ιάσιμος ΑΝΤ. ανίατος [< αρχ. ἰατός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ