Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [21800-21820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20961θωράκισηθω-ρά-κι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του θωρακίζω: ~ αυτοκινήτων/πλοίων.|| (μτφ.) Αμυντική/αντιπλημμυρική/αντιπυρική/αντισεισμική ~.|| (μτφ.) Θεσμική/νομική ~. ~ των εργαζομένων/του οργανισμού. Πβ. ενίσχυση, οχύρωση. [< γαλλ. cuirassement]
20962θωρακοχειρουργικήθω-ρα-κο-χει-ρουρ-γι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Θ): ΙΑΤΡ. ειδικότητα με αντικείμενο τη χειρουργική αντιμετώπιση των παθήσεων του θώρακα. Βλ. καρδιοχειρουργική. [< αγγλ. thoracic surgery, γαλλ. chirurgie thoracique]
20963θωρακοχειρουργικός, ή, ό θω-ρα-κο-χει-ρουρ-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη θωρακοχειρουργική ή τον θωρακοχειρουργό.
20964θωρακοχειρουργόςθω-ρα-κο-χει-ρουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): χειρουργός που έχει ειδικευτεί στις παθήσεις του θώρακα. [< αγγλ. thoracic surgeon, γαλλ. chirurgien thoracique]
20965θωρηκτόθω-ρη-κτό ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. πολεμικό πλοίο εφοδιασμένο με βαρύ οπλισμό και ισχυρή θωράκιση. [< γαλλ. (navire) cuirassé]
20966θωριάθω-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): όψη, παρουσιαστικό: Τρόμαζαν στη ~ του. Πβ. κοψιά. [< μεσν. θωριά, αρχ. θεωρία ‘όραση, θέαση’
58762θωρώ[θωρῶ] θω-ρώ ρ. (μτβ.) {μόνο σε ενεστ. και παρατ.} (διαλεκτ.-λογοτ.): βλέπω, κοιτάζω. [< μεσν. θωρώ]
20967ι(πρόφ. γιώτα) 1. το ένατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τον φωνηεντικό φθόγγο [ι] και το ημίφωνο [j] (π.χ. παιδιά): ~ κεφαλαίο (Ι). ~ μικρό (ι). Πβ. γιώτα. Βλ. δίφθογγος, δίψηφο. 2. δέκατος σε μια σειρά χρονική, ιεραρχική ή αξιολογική: (συνήθ. με τόνο ι΄/Ι΄) Λουδοβίκος ο ΙΔ΄(= δέκατος τέταρτος). ~ αιώνας. Κεφάλαιο ~. 3. (σε αρίθμηση, με τόνο κάτω αριστερά: ,Ι ή ,ι:) δέκα χιλιάδες. [< αρχ. Ι, μεσν. ι]
21256Ι.ΙΒ.Ε.Α.Α.(το): Ίδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών.
20981ιαγουάρος[ἰαγουάρος] ι-α-γου-ά-ρος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ΖΩΟΛ. τζάγκουαρ.
20984ιάθηκεβλ. ιαίνω
20985ιαιμία[ἰαιμία] ι-αι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παρουσία ιών στο αίμα: υψηλά/χαμηλά επίπεδα ~ας. Βλ. -αιμία. [< αγγλ. vir(a)emia, 1946, γαλλ. virémie, 1959]
20986ιαίνω[ἰαίνω] ι-αί-νω ρ. (μτβ.) {στο γ' πρόσ. ενεστ.} (σπάν.-αρχαιοπρ.): θεραπεύω: Βότανα που ~ουν κάθε αδιαθεσία. Πβ. γιατρεύω. Βλ. ιάται. [< μτγν. ἰαίνω]
20989ίαμα[ἴαμα] ί-α-μα ουσ. (ουδ.) {ιάμ-ατα} (λόγ.): (στην εναλλακτική ιατρική) θεραπευτική ουσία, φυτικής κυρ. προέλευσης: ομοιοπαθητικό ~. Βότανα-~ατα. Πβ. φάρμακο, γιατρικό. Βλ. ανθοϊάματα. [< αρχ. ἴαμα]
20990ιαματικός, ή, ό [ἰαματικός] ι-α-μα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που έχει θεραπευτικές ιδιότητες, που συντελεί στη θεραπεία νόσου, πάθησης: ~ή: λάσπη. ~ό: κέντρο/νερό. ~οί: φυσικοί πόροι. ~ά: βότανα. ● ΣΥΜΠΛ.: ιαματικά λουτρά βλ. λουτρό, ιαματική πηγή βλ. πηγή, ιαματικός/θεραπευτικός τουρισμός βλ. τουρισμός [< μτγν. ἰαματικός]
20991ιαμβικός, ή, ό [ἰαμβικός] ι-αμ-βι-κός επίθ.: ΜΕΤΡ. που σχετίζεται με τον ίαμβο: ~ός: ρυθμός. ~οί: στίχοι.|| (ΦΙΛΟΛ.) ~ή: ποίηση. ~οί: ποιητές (= ιαμβογράφοι). Βλ. ελεγειακός, μελ-, χορ-ικός. ● ΣΥΜΠΛ.: ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος (στίχος): που αποτελείται από δεκαπέντε συλλαβές και έχει ιαμβικό μέτρο. Βλ. δίστιχο. ΣΥΝ. πολιτικός στίχος [< μτγν. ἰαμβικός, γαλλ. iambique, αγγλ. iambic]
20992ιαμβογράφος[ἰαμβογράφος] ι-αμ-βο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΛ. (στην αρχαία ελληνική λυρική ποίηση) ποιητής ιαμβικών στίχων ή ιάμβων σκωπτικού περιεχομένου. Βλ. -γράφος. [< μτγν. ἰαμβογράφος]
20993ίαμβος[ἴαμβος] ί-αμ-βος ουσ. (αρσ.) {-ου (συνηθέστ. λόγ.) ιάμβου} 1. ΜΕΤΡ. μετρικός πόδας που αποτελείται στη νεοελληνική ποίηση από μία άτονη και μία τονισμένη συλλαβή, ενώ στην αρχαία ελληνική ποίηση από μία βραχεία και μία μακρά. Βλ. ανάπαιστος, δάκτυλος, τροχαίος. 2. ΦΙΛΟΛ. (κατ' επέκτ.) στίχος ή ποίημα σε ιαμβικό μέτρο. Βλ. ελεγεία, μέλος2. [< αρχ. ἴαμβος, γαλλ. iambe, αγγλ. iambus]
20997Ιανουάριος[Ἰανουάριος] Ι-α-νου-ά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) {Ιανουαρίου}: ο πρώτος μήνας του χρόνου και ο δεύτερος του χειμώνα. Πβ. Γενάρης. Βλ. Δεκέμβριος, Φεβρουάριος. [< μτγν. Ἰανουάριος < λατ. Ianuarius < Ianus, Ιανός]
3206Ιάνω

[ἀνάμνηση] α-νά-μνη-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ήσεως | -ήσεις, -ήσεων} 1. επαναφορά στη μνήμη γεγονότος, εμπειρίας του παρελθόντος ή της εικόνας ενός έμψυχου ή άψυχου και κατ' επέκτ. το αντίστοιχο βίωμα, η αντίστοιχη εικόνα που επανέρχεται στον νου: στιγμιαία/φευγαλέα ~. Η ~ ενός αγαπημένου προσώπου/ενός όμορφου απογεύματος/ενός τραγικού συμβάντος/μιας φιλίας. Διεθνής ημέρα ~ης των θυμάτων (του Β' Παγκοσμίου Πολέμου). Πβ. ανάκληση, αναπόληση.|| Κάτι αποτελεί/αφήνει/είναι μια αμυδρή/ανεξίτηλη/αξέχαστη/γλυκόπικρη/δυσάρεστη/ευχάριστη/ζωντανή/θολή/θλιβερή/μακρινή/οδυνηρή/τρυφερή ~. Καλοκαιρινές/μουσικές/παιδικές/προσωπικές ~ήσεις. Ανάκληση/απώθηση/επαναφορά ~ήσεων. Διατηρώ/έχω/κουβαλάω όμορφες/καλές (και άσχημες/κακές) ~ήσεις από τα σχολικά χρόνια. Ζει με τις ~ήσεις. Πβ. (εν)θύμηση, μνήμη. 2. ενθύμιο: Κρατώ/φυλάω κάτι σαν/ως ~ της βραδιάς. Πβ. σουβενίρ. ΣΥΝ. αναμνηστικό (1) ● αναμνήσεις (οι): γραπτή αφήγηση προσωπικών βιωμάτων: ~ από την παλιά Aθήνα. Πβ. απομνημονεύματα. [< γαλλ. mémoires] ● ΦΡ.: σε/εις ανάμνηση: με σκοπό τη διατήρηση στη μνήμη: Μνημείο που χτίστηκε ~ ~ της μεγάλης μάχης/νίκης. [< αρχ. ἀνάμνησις, γαλλ. mémoire, commémoration, réminiscence, πβ. anamnèse , αγγλ. anamnesis]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.