Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [21820-21840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20998Ιάπωνας[Ἰάπωνας] Ι-ά-πω-νας επίθ./ουσ. {σπάν. θηλ. Ιαπωνίδα} & (προφ.) Γιαπωνέζος, Γιαπωνέζα: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Ιαπωνία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την ιαπωνική υπηκοότητα. [< γαλλ. Japonais]
20999ιαπωνικός, ή, ό [ἰαπωνικός] ι-α-πω-νι-κός επίθ. & (προφ.) γιαπωνέζικος, η, ο: που σχετίζεται με την Ιαπωνία ή/και τους Ιάπωνες. ● Ουσ.: Ιαπωνικά (τα) & (επίσ.) Ιαπωνική (η) & (προφ.) γιαπωνέζικα (τα): η ιαπωνική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. [< γαλλ. japonais]
50743ιαρχές

[τηρῶ] τη-ρώ ρ. (μτβ.) {τηρ-είς ..., -ώντας | τήρ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ούμενος} 1. διαφυλάσσω, διατηρώ: ~ το απόρρητο/την τάξη (ΣΥΝ. περιφρουρώ. ΑΝΤ. καταλύω). Ζήτησε να ~ηθεί η ανωνυμία του.|| ~ τα ήθη και τα έθιμα/τις παραδόσεις/τις συνήθειές μου. Πβ. διασώζω, σέβομαι, συνεχίζω. Βλ. συν~. 2. εφαρμόζω με συνέπεια, εκπληρώνω: ~ τις διαδικασίες/τις οδηγίες/το πρόγραμμα/τις προθεσμίες/το χρονοδιάγραμμα (ΑΝΤ. υπερβαίνω). ~ (πιστά) τις αρχές/τις διαταγές (ΑΝΤ. παραβαίνω)/τους κανόνες/το καταστατικό (ΑΝΤ. καταστρατηγώ)/τον κώδικα δεοντολογίας/τα μέτρα/τη νομιμότητα/τον νόμο/το πρωτόκολλο/τη συμφωνία (ΑΝΤ. καταπατώ)/το Σύνταγμα/τις υποχρεώσεις μου/το ωράριο. Θα ~ηθεί απόλυτη σειρά προτεραιότητας. ~εί απαρέγκλιτα/αυστηρά/με ευλάβεια τον κανονισμό. Δεσμεύεται να ~ήσει πλήρως τους όρους του συμβολαίου. ΑΝΤ. παραβιάζω.|| ~ τον λόγο/τον όρκο/την υπόσχεσή μου (ΣΥΝ. κρατώ. ΑΝΤ. αθετώ). 3. υιοθετώ συγκεκριμένη θέση ή συμπεριφορά: ~εί ουδέτερη στάση. Στον διπλωματικό τομέα, έχει ~ήσει μετριοπαθή πολιτική. ~ήθηκε ενός λεπτού σιγή. Θα ~ηθεί απόλυτη εχεμύθεια. Πβ. ακολουθώ. ΣΥΝ. κρατώ (8) 4. είμαι υπεύθυνος για καταγραφή ή/και ενημέρωση στοιχείων: ~ βιβλία Α΄και Β΄ κατηγορίας/μητρώο ονομάτων/τα πρακτικά συνεδριών. Κατήγγειλε την εταιρεία ότι δεν ~ούσε αρχείο προσωπικού. ΣΥΝ. κρατώ (6) ● ΦΡ.: (κρατά/τηρεί) αιδήμονα σιωπή(ν)/σιγή(ν) βλ. αιδήμων, κρατώ/τηρώ τις ισορροπίες βλ. ισορροπία, κρατώ/τηρώ/σώζω τα προσχήματα βλ. πρόσχημα, παίρνω/κρατώ/τηρώ (τις) αποστάσεις βλ. απόσταση, τηρεί σιγή(ν) ιχθύος βλ. ιχθύς, τηρουμένων των αναλογιών βλ. αναλογία, τηρώ τα υπεσχημένα βλ. υπεσχημένος, τηρώ/κρατώ στάση αναμονής βλ. αναμονή [< αρχ. τηρῶ, γαλλ. garder]

21006ίαση[ἴαση] ί-α-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΙΑΤΡ. θεραπεία, αποκατάσταση της υγείας: πλήρης ~ της νόσου. Πβ. γιατρειά, γιάτρεμα. Βλ. αυτοΐαση. [< αρχ. ἴασις]
21008ιάσιμος, η, ο [ἰάσιμος] ι-ά-σι-μος επίθ. (λόγ.): ΙΑΤΡ. θεραπεύσιμος. ΣΥΝ. ιατός ΑΝΤ. ανίατος [< αρχ. ἰάσιμος]
21009ιασιμότητα[ἰασιμότητα] ι-α-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΙΑΤΡ. θεραπευσιμότητα. [< γαλλ. curabilité]
21010ίασμος[ἴασμος] ί-α-σμος ουσ. (αρσ.) (αρχαιοπρ.): ΒΟΤ. γιασεμί. [< μτγν. ἰάσμη]
21011ίασπις[ἴασπις] ί-α-σπις ουσ. (αρσ.) {αιτ. ίασπι} & ίασπης: ΟΡΥΚΤ. ημιπολύτιμος λίθος που αποτελεί αδιαφανή μορφή χαλαζία, συνήθ. σε κόκκινο, κίτρινο ή καφέ χρώμα, και χρησιμοποιείται ιδ. στην κοσμηματοποιία και τη διακοσμητική. Βλ. ηλιοτρόπιο, χαλκηδόνιος. [< αρχ. ἴασπις (ἡ), γαλλ. jaspe, αγγλ. jasper]
21012ιάται[ἰᾶται] ι-ά-ται ρ. (αμτβ.) {ιώνται, ιά-θηκε, -θεί} (λόγ.): θεραπεύεται, γιατρεύεται: Η νόσος ~ σε λίγες εβδομάδες. Οι ασθενείς ~θηκαν πλήρως. Βλ. αυτοϊάται, ιαίνω. [< αρχ. ἰῶμαι]
21016ιατός, ή, ό [ἰατός] ι-α-τός επίθ. (σπάν.-λόγ.): ΙΑΤΡ. θεραπεύσιμος. ΣΥΝ. ιάσιμος ΑΝΤ. ανίατος [< αρχ. ἰατός]
21017ιατρείο[ἰατρεῖο] ι-α-τρεί-ο ουσ. (ουδ.): χώρος εξοπλισμένος με τα απαραίτητα εργαλεία ή/και μηχανήματα, προκειμένου να δέχεται ο γιατρός τους ασθενείς για εξέταση, διάγνωση αρρώστιας ή/και θεραπεία: κινητό/κοινοτικό/παθολογικό/πνευμονολογικό ~. Διατηρεί ~ στο ... Επίσκεψη στο ~. ~ διακοπής καπνίσματος. Δημοτικά ~α. Περιφερειακά/πολυδύναμα ~α. Βλ. οδοντ~, πολυϊατρείο, ψυχ~.|| ~ Μικρών Ζώων. Πβ. κτην~. ● ΣΥΜΠΛ.: εξωτερικά ιατρεία: σε κλινικές και νοσοκομεία, για την αντιμετώπιση επειγόντων περιστατικών, χωρίς υποχρεωτική εισαγωγή του ασθενή σε αυτά., ιατρείο πόνου: τμήμα του χειρουργικού ή αναισθησιολογικού τομέα νοσοκομείου που έχει ως στόχο την ανακούφιση των ασθενών από τον oξύ και χρόνιο συνήθ. καρκινικό πόνο, παρέχοντας συμβουλές, φαρμακευτική αγωγή και νοσηλευτική φροντίδα. Βλ. παρηγορητική ιατρική. [< αγγλ. pain clinic] , άγονο αγροτικό (ιατρείο) βλ. αγροτικός ● ΦΡ.: έχω/κάνω ιατρείο: (για γιατρό) δέχομαι ασθενείς σε ιδιωτικό ιατρείο. [< αρχ. ἰατρεῖον]
21018ιατρική[ἰατρική] ι-α-τρι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ι): ΙΑΤΡ. επιστήμη που μελετά τη δομή και τις λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού καθώς και τις διάφορες νόσους, με στόχο τη διατήρηση ή την αποκατάσταση της υγείας· συνεκδ. η αντίστοιχη πανεπιστημιακή σχολή ή οι ιατρικές σπουδές: αναπαραγωγική/γενική/γονιδιωματική/διαγνωστική/εξατομικευμένη/εργαστηριακή/του κοινωνικού φύλου/οικογενειακή/ορθομοριακή/πειραματική/τροπική (: για τις νόσους που εκδηλώνονται στις τροπικές περιοχές του πλανήτη)/ψυχοσωματική (: μελετά τις σχέσεις ανάμεσα στις ψυχικές και σωματικές διαδικασίες) ~. ~ ακριβείας. Ασκεί την ~ (= το ιατρικό επάγγελμα).|| Τελείωσε την ~. Σπουδάζει ~. Βλ. βαρ~, γηρ~, οδοντ~, φων~, ψυχ~, βιο-, τηλε-ϊατρική. ● ΣΥΜΠΛ.: αεροπορική/(αερο)διαστημική ιατρική: κλάδος που μελετά τις σωματικές και ψυχολογικές επιδράσεις των διαστημικών πτήσεων στον ανθρώπινο οργανισμό. [< αγγλ. aviation/space medicine, 1949] , επείγουσα ιατρική: κλάδος που ασχολείται με επείγοντα περιστατικά τα οποία απαιτούν άμεση ιατρική παρακολούθηση. [< αγγλ. emergency medicine, 1966] , ιατρική της εργασίας: κλάδος ο οποίος ασχολείται με την πρόληψη, διάγνωση και θεραπεία των ασθενειών και τραυματισμών που προκύπτουν στο περιβάλλον εργασίας: Κέντρο Διάγνωσης ~ής ~ (ΚΔΙΕ) του ΙΚΑ. Βλ. επαγγελματική ασθένεια., κλινική ιατρική: που σχετίζεται με την άμεση εξέταση του ασθενή για τη διάγνωση της νόσου· συνεκδ. οι σπουδές των δύο τελευταίων χρόνων στην ιατρική σχολή. {< αρχ. κλινική (τέχνη), αγγλ. clinical medicine], μεταφραστική ιατρική:  διεπιστημονικός κλάδος του βιοϊατρικού τομέα που συνδέει τη βασική έρευνα με την κλινική πράξη με στόχο την ανάπτυξη και εφαρμογή νέων τρόπων πρόληψης, διάγνωσης και θεραπείας ασθενειών. [< αγγλ. translational medicine/research, 1986] , παρηγορητική ιατρική: επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με την ανακούφιση του σωματικού πόνου, καθώς και την ψυχολογική και ηθική υποστήριξη ασθενών, των οποίων η νόσος δεν ανταποκρίνεται στη θεραπευτική αγωγή, με στόχο την όσο το δυνατόν καλύτερη ποιότητα ζωής για τους ίδιους και τις οικογένειές τους. Βλ. ιατρείο πόνου. , φυσική ιατρική (και αποκατάσταση): κλάδος που ασχολείται με την αποκατάσταση μιας σειράς παθήσεων, χρησιμοποιώντας κυρίως φυσικά μέσα, τεχνικά βοηθήματα και συμπληρωματικές θεραπείες. ΣΥΝ. φυσιατρική [< αγγλ. Physical medicine and rehabilitation, 1939], αισθητική/κοσμητική ιατρική βλ. αισθητικός, αναγεννητική ιατρική βλ. αναγεννητικός, εναλλακτική ιατρική βλ. εναλλακτικός, λαϊκή ιατρική βλ. λαϊκός, ολιστική ιατρική βλ. ολιστικός, περιβαλλοντική ιατρική βλ. περιβαλλοντικός, περιγεννητική ιατρική βλ. περιγεννητικός, προληπτική ιατρική βλ. προληπτικός, πυρηνική ιατρική βλ. πυρηνικός, συμπληρωματική ιατρική βλ. συμπληρωματικός, φυλοειδική ιατρική βλ. φυλοειδικός [< αρχ. ἰατρική, γαλλ. médecine, αγγλ. medicine]
21020ιατρικοποίηση[ἰατρικοποίηση] ι-α-τρι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ιατρικοποιώ: ~ του τοκετού. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. médicalisation, περ. 1960]
21021ιατρικοποιώ[ἰατρικοποιῶ] ι-α-τρι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ιατρικοποι-εί ... | -ηθεί, -ημένος}: (αρνητ. συνυποδ.) αντιμετωπίζω θέματα υγείας ή συμπεριφοράς μέσω της ιατρικής· κατ' επέκτ. προσδίδω ιατρικό χαρακτήρα σε κάτι: Οι άσκοπες εξετάσεις ~ούν τη ζωή μας. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. médicaliser, 1969, medicalize, 1970]
21023ιατρικός, ή, ό [ἰατρικός] ι-α-τρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ιατρική ή τους γιατρούς: ~ός: έλεγχος/κλάδος/σύλλογος/τομέας. ~ή: αμέλεια/γνωμάτευση/δεοντολογία/έρευνα/ηθική/κάλυψη/ορολογία/παρακολούθηση/περίθαλψη/συμβουλή/σχολή/υποστήριξη/φροντίδα. ~ό: ιστορικό/κέντρο/λάθος/σώμα (= οι γιατροί). ~ές: εξετάσεις/υπηρεσίες. ~ά: βοηθήματα/εργαλεία/μηχανήματα/σφάλματα. Βλ. βαρ~, γηρ~, κτην~, οδοντ~, ψυχ~, βιο-, παρα-, τηλε-ϊατρικός. ● επίρρ.: ιατρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ιατρικό συμβούλιο: επιτροπή αρμόδιων γιατρών, η οποία συγκαλείται για να εξετάσει ασθενή, που βρίσκεται συνήθ. σε κρίσιμο στάδιο, και να γνωματεύσει για την κατάσταση της υγείας του. ΣΥΝ. ιατροσυμβούλιο, Ιατρική Γενετική βλ. γενετική, ιατρική πληροφορική βλ. πληροφορική, ιατρική φυσική βλ. φυσική, ιατρική χημεία βλ. χημεία, ιατρικό απόρρητο βλ. απόρρητο, ιατρικός επισκέπτης βλ. επισκέπτης, επισκέπτρια [< αρχ. ἰατρικός, γαλλ. médical, αγγλ. medical]
21024ιατροβιολογία[ἰατροβιολογία] ι-α-τρο-βι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. βιοϊατρική.
21025ιατροβιολογικός, ή, ό [ἰατροβιολογικός] ι-α-τρο-βι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. βιοϊατρικός: Ίδρυμα ~ών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών (Ι.ΙΒ.Ε.Α.Α.).
21026ιατρογενής, ής, ές [ἰατρογενής] ι-α-τρο-γε-νής επίθ.: ΙΑΤΡ. (συνήθ. για διαταραχή, επιπλοκή) που προκαλείται από τον γιατρό λόγω εσφαλμένης διάγνωσης ή συνιστώμενης θεραπείας: ~ής: νοσηρότητα. ~ές: σύνδρομο. ~είς: βλάβες. Βλ. -γενής. [< αγγλ. iatrogenic, 1924, γαλλ. iatrogène, πριν από το 1970]
21027ιατροδικαστής[ἰατροδικαστής] ι-α-τρο-δι-κα-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός με ειδίκευση στην ιατροδικαστική. [< γαλλ. médecin légiste, γερμ. Gerichtsarzt]
21028ιατροδικαστική[ἰατροδικαστική] ι-α-τρο-δι-κα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ειδικότητα η οποία ασχολείται με τη διερεύνηση θανάτων και κακώσεων, που συνήθ. απασχολούν τη Δικαιοσύνη. [< γαλλ. médecine légale]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.