Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [21840-21860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21029ιατροδικαστικός, ή, ό [ἰατροδικαστικός] ι-α-τρο-δι-κα-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στον ιατροδικαστή ή την ιατροδικαστική: ~ός: έλεγχος. ~ή: γνωμάτευση/έκθεση/εξέταση/Υπηρεσία. ~ό: εύρημα/πόρισμα. ● επίρρ.: ιατροδικαστικά [< γαλλ. médico-légal, γερμ. gerichtsärtztlich]
21030ιατρονοσηλευτικός, ή, ό [ἰατρονοσηλευτικός] ι-α-τρο-νο-ση-λευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται από κοινού με την ιατρική ή τους γιατρούς και τη νοσηλευτική ή τους νοσηλευτές: ~ή: περίθαλψη/φροντίδα. ~ό: προσωπικό.
21032ιατρός[ἰατρός] ι-α-τρός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): γιατρός: οικογενειακός/προσωπικός ~. ● ΦΡ.: ουδείς μωρότερος των ιατρών, αν δεν υπήρχαν οι διδάσκαλοι βλ. μωρός [< αρχ. ἰατρός]
21033ιατροσυμβούλιο[ἰατροσυμβούλιο] ι-α-τρο-συμ-βού-λι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): ιατρικό συμβούλιο.
21034ιατροτεχνολογικός, ή, ό [ἰατροτεχνολογικός] ι-α-τρο-τε-χνο-λο-γι-κός επίθ. (επιστ.): για προϊόν που προορίζεται για ιατρικούς σκοπούς, κυρ. πρόληψη, διάγνωση, παρακολούθηση, θεραπεία ή ανακούφιση ασθένειας: ~ός: εξοπλισμός. ~ό: υλικό. ~ές: συσκευές. ~ά: μηχανήματα.
21035ιατροφαρμακευτικός, ή, ό [ἰατροφαρμακευτικός] ι-α-τρο-φαρ-μα-κευ-τι-κός επίθ.: που αποσκοπεί στην παροχή ιατρικής φροντίδας και φαρμακευτικής αγωγής ταυτόχρονα: ~ή: ασφάλιση/κάλυψη. ~ό: πρόγραμμα. ~ές: δαπάνες/υπηρεσίες. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ιατροφαρμακευτική περίθαλψη [< γαλλ. medico-pharmaceutique]
21036ιατροφιλόσοφος[ἰατροφιλόσοφος] ι-α-τρο-φι-λό-σο-φος ουσ. (αρσ.): (παλαιότ.) πρόσωπο που ασκούσε το ιατρικό επάγγελμα και ασχολούνταν παράλληλα με τη μελέτη της φιλοσοφίας. [< μτγν. ἰατροφιλόσοφος]
21037ιαχή[ἰαχή] ι-α-χή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δυνατή φωνή, κραυγή ενθουσιασμού και επευφημίας: πολεμική ~. Πανηγυρικές ~ές. ~ές θριάμβου/της νίκης. Οι ~ές των οπαδών της ομάδας. Πβ. αλαλαγμός. Βλ. ζητωκραυγή. [< αρχ. ἰαχή]
21038Ιαχωβάβλ. Ιεχωβά
21039ιαχωβάςβλ. ιεχωβάς
21040ιβέντ[ἰβέντ] ι-βέντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): εκδήλωση: αθλητικό/καλλιτεχνικό/πολιτιστικό ~. Τεστ ~ (: δοκιμαστική διοργάνωση ενόψει της επίσημης, βλ. πρόβα τζενεράλε). Πβ. χάπενινγκ. [< αγγλ. event]
21041ίβις[ἶβις] ί-βις ουσ. (θηλ.) & ίβιδα: ΟΡΝΙΘ. πτηνό (οικογ. Ibididae), συγγενικό προς τον πελαργό, με λεπτό και μακρύ, κυρτό ράμφος, που ζει σε εύκρατα και τροπικά κλίματα. Πβ. χαλκόκοτα. [< αρχ. ἶβις, γαλλ.-αγγλ. ibis]
21042ιβίσκος[ἰβίσκος] ι-βί-σκος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. γένος φυτών (Hibiscus, ιδ. H. rosa-simensis) που περιλαμβάνει ποώδη ή θαμνώδη είδη, τα οποία καλλιεργούνται σε θερμά κλίματα συνήθ. ως καλλωπιστικά. [< μτγν. ἰβίσκος ‘μολόχα’, γαλλ.-αγγλ. hibiscus]
21043ιβουάρ[ἰβουάρ] ι-βου-άρ επίθ./ουσ. {άκλ.}: που έχει το ανοιχτό μπεζ χρώμα του ελεφαντόδοντου: ~ απόχρωση/κουρτίνες/νυφικό/σκιές (ματιών)/χαρτί.|| (ως ουσ.) Το ~ (ενν. χρώμα). Πβ. εκρού, κρεμ. [< γαλλ. ivoire]
21044ΙΓΕ(το): Ινστιτούτο Γεωπονικών Επιστημών.
21045ιγκλού[ἰγκλού] ι-γκλού ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: θολωτή κατοικία των Εσκιμώων, συνήθ. αυτή που κατασκευάζεται από κομμάτια συμπαγούς χιονιού ή πάγου· κατ' επέκτ. κάθε παρόμοια κατασκευή. [< αγγλ.-γαλλ. igloo]
21046ιγκόγνιτο& ιγκόγκνιτο βλ. ινκόγκνιτο
21047ιγκουάνα[ἰγκουάνα] ι-γκου-ά-να ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. ερπετό (επιστ. ονομασ. Iguana iguana) της τροπικής Αμερικής, που ανήκει στην οικογένεια των σαυροειδών, έχει σώμα καλυμμένο από κερατίνη και σειρά αγκαθωτών εξογκωμάτων κατά μήκος της ράχης: πράσινο ~. [< γαλλ. iguane]
21048ιγμόρειο[ἰγμόρειο] ιγ-μό-ρει-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -είου} & ιγμόρειο άντρο: ΑΝΑΤ. η μεγαλύτερη αεροφόρος κοιλότητα στα οστά της άνω γνάθου: φλεγμονή των ~είων (= ιγμορίτιδα). Τα ~α βρίσκονται εκατέρωθεν της μύτης. Βλ. γναθιαίος, παραρρίνιοι κόλποι. [< αγγλ. ανθρ. Ν. Highmore]
21049ιγμορίτιδα[ἰγμορίτιδα] ιγ-μο-ρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή των ιγμορείων: οξεία/χρόνια ~. Πβ. παραρρινοκολπίτιδα. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. sinusite, 1904]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.