| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21040 | ιβέντ | [ἰβέντ] ι-βέντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): εκδήλωση: αθλητικό/καλλιτεχνικό/πολιτιστικό ~. Τεστ ~ (: δοκιμαστική διοργάνωση ενόψει της επίσημης, βλ. πρόβα τζενεράλε). Πβ. χάπενινγκ. [< αγγλ. event] | |
| 21041 | ίβις | [ἶβις] ί-βις ουσ. (θηλ.) & ίβιδα: ΟΡΝΙΘ. πτηνό (οικογ. Ibididae), συγγενικό προς τον πελαργό, με λεπτό και μακρύ, κυρτό ράμφος, που ζει σε εύκρατα και τροπικά κλίματα. Πβ. χαλκόκοτα. [< αρχ. ἶβις, γαλλ.-αγγλ. ibis] | |
| 21042 | ιβίσκος | [ἰβίσκος] ι-βί-σκος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. γένος φυτών (Hibiscus, ιδ. H. rosa-simensis) που περιλαμβάνει ποώδη ή θαμνώδη είδη, τα οποία καλλιεργούνται σε θερμά κλίματα συνήθ. ως καλλωπιστικά. [< μτγν. ἰβίσκος ‘μολόχα’, γαλλ.-αγγλ. hibiscus] | |
| 21043 | ιβουάρ | [ἰβουάρ] ι-βου-άρ επίθ./ουσ. {άκλ.}: που έχει το ανοιχτό μπεζ χρώμα του ελεφαντόδοντου: ~ απόχρωση/κουρτίνες/νυφικό/σκιές (ματιών)/χαρτί.|| (ως ουσ.) Το ~ (ενν. χρώμα). Πβ. εκρού, κρεμ. [< γαλλ. ivoire] | |
| 21044 | ΙΓΕ | (το): Ινστιτούτο Γεωπονικών Επιστημών. | |
| 21045 | ιγκλού | [ἰγκλού] ι-γκλού ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: θολωτή κατοικία των Εσκιμώων, συνήθ. αυτή που κατασκευάζεται από κομμάτια συμπαγούς χιονιού ή πάγου· κατ' επέκτ. κάθε παρόμοια κατασκευή. [< αγγλ.-γαλλ. igloo] | |
| 21046 | ιγκόγνιτο | & ιγκόγκνιτο βλ. ινκόγκνιτο | |
| 21047 | ιγκουάνα | [ἰγκουάνα] ι-γκου-ά-να ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. ερπετό (επιστ. ονομασ. Iguana iguana) της τροπικής Αμερικής, που ανήκει στην οικογένεια των σαυροειδών, έχει σώμα καλυμμένο από κερατίνη και σειρά αγκαθωτών εξογκωμάτων κατά μήκος της ράχης: πράσινο ~. [< γαλλ. iguane] | |
| 21048 | ιγμόρειο | [ἰγμόρειο] ιγ-μό-ρει-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -είου} & ιγμόρειο άντρο: ΑΝΑΤ. η μεγαλύτερη αεροφόρος κοιλότητα στα οστά της άνω γνάθου: φλεγμονή των ~είων (= ιγμορίτιδα). Τα ~α βρίσκονται εκατέρωθεν της μύτης. Βλ. γναθιαίος, παραρρίνιοι κόλποι. [< αγγλ. ανθρ. Ν. Highmore] | |
| 21049 | ιγμορίτιδα | [ἰγμορίτιδα] ιγ-μο-ρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή των ιγμορείων: οξεία/χρόνια ~. Πβ. παραρρινοκολπίτιδα. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. sinusite, 1904] | |
| 21050 | ιγνύα | [ἰγνύα] ι-γνύ-α ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) ιγνύς: ΑΝΑΤ. κοιλότητα με σχήμα ρόμβου στο πίσω μέρος της άρθρωσης του γονάτου, ιγνυακός βόθρος. Βλ. ταρσός. [< αρχ. ἰγνύς] | |
| 21051 | ιγνυακός | , ή, ό [ἰγνυακός] ι-γνυ-α-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με την ιγνύα: ~ός: βόθρος (= ιγνύα)/τένοντας. ~ή: αρτηρία/χώρα. ~ά: αγγεία. | |
| 21055 | ιδαλγός | [ἱδαλγός] ι-δαλ-γός ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): κατώτερος ισπανικός τίτλος ευγενείας. [< ισπ. hidalgo] | |
| 21056 | ιδανικό | [ἰδανικό] ι-δα-νι-κό ουσ. (ουδ.): οτιδήποτε αποτελεί πρότυπο τελειότητας, υπέρτατη ηθική, πνευματική ή αισθητική αξία: το ~ της δημοκρατίας/της δικαιοσύνης/της ειρήνης/της ελευθερίας. Εθνικά/πανανθρώπινα/υψηλά ~ά. Πίστη/προσήλωση σε ~ά. Γαλουχήθηκαν με τα/θυσιάστηκαν για τα ~ά των προγόνων. Πβ. ιδέα. ΣΥΝ. ιδεώδες [< γαλλ. idéal, γερμ. Ideal, αγγλ. ideal] | |
| 21057 | ιδανικός | , ή, ό [ἰδανικός] ι-δα-νι-κός επίθ. 1. ο καλύτερος που θα μπορούσε να σκεφτεί, να ελπίζει κανείς, τέλειος: ~ός: συνεργάτης. Ο ~ φίλος.|| ~ός: τόπος για διακοπές (πβ. ονειρεμένος, παραμυθένιος). ~ή: λύση. ~ό: σημείο. ~ές: αναλογίες (σώματος)/συνθήκες (= άριστες).|| (ως ουσ.) Το ~ό θα ήταν να ... Πβ. ιδεατός, ιδεώδης, υποδειγματικός. 2. (επιστ.) του οποίου οι ιδιότητες είναι υποθετικές, που δεν υφίσταται στην πραγματικότητα, αλλά χρησιμοποιείται για τη μελέτη συγκεκριμένων θεωριών ή για υπολογισμούς: ~ός: μετασχηματιστής. ~ή: ροή. ~ό: διάλυμα/φίλτρο. ● επίρρ.: ιδανικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ιδανικό βάρος: που πρέπει να έχει κάποιος, ανάλογα με το φύλο, την ηλικία και το ύψος του. Βλ. Δείκτης Μάζας Σώματος., ιδανικό αέριο βλ. αέριο, ιδανικός αυτόχειρας βλ. αυτόχειρας [< 1: μτγν. ἰδανικός, γαλλ. idéal, γερμ. ideal(isch), αγγλ. ideal] | |
| 21058 | ιδανικότητα | [ἰδανικότητα] ι-δα-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ιδανικού: ~ συνθηκών. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. idéalité, αγγλ. ideality] | |
| 21059 | ιδανισμός | [ἰδανισμός] ι-δα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. εξιδανικευμένη παρουσίαση της πραγματικότητας στην τέχνη. Πβ. ιδεαλισμός. Βλ. ρομαντισμός, -ισμός. ΑΝΤ. ρεαλισμός (2) [< γαλλ. idéalisme, γερμ. Idealismus, αγγλ. idealism] | |
| 21060 | ΙΔΑΧ | : Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου. | |
| 21061 | ΙΔΒΕ | (το): Ινστιτούτο Διά Βίου Εκπαίδευσης. | |
| 21062 | ΙΔΕ | (το): Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ