| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21063 | ιδέ | [ἰδέ] ι-δέ ρ. (αρχαιοπρ.): βλέπε. Βλ. ιδού. [< αρχ. ἰδέ, προστ. του εἶδον, αόρ. β’ του ρ. ὁρῶ] | |
| 21064 | ιδέα | [ἰδέα] ι-δέ-α ουσ. (θηλ.) {ιδε-ών} 1. κάτι που υπάρχει μόνο στον νου, αφηρημένη έννοια· ιδανικό, ιδεώδες: αόριστη/ασαφής/γενική ~. Εγκαταλείπω/εφαρμόζω/καλλιεργώ/υλοποιώ μια ~. Εμπνευστής/πρωτεργάτης/υπέρμαχος μιας ~ας. Διαμόρφωση/επεξεργασία/σύλληψη ~ών. Από παλιά μού είχε καρφωθεί η ~ να γίνω δημοσιογράφος. Μου πέρασε από το μυαλό η ~ να τον καλέσω. Με τρομάζει η ~ (= σκέψη) να ταξιδεύω μόνη. Τρέμει στην ~ και μόνο ότι θα μείνει άνεργος. Όλα είναι μια ~.|| Η ~ της δημοκρατίας/της δικαιοσύνης/του έθνους/της ελευθερίας/του Θεού/των Ολυμπιακών Αγώνων/της πατρίδας. 2. σκέψη που εκφράζεται ως πρόταση, πρόθεση για κάτι: ανατρεπτική/ανόητη/αντισυμβατική/απλή/αρχική/βασική (πβ. κόνσεπτ)/δημιουργική/εναλλακτική/έξυπνη/επαναστατική/ευφυής/εφικτή/ξαφνική/πρωτότυπη/ριζοσπαστική/τολμηρή ~. Έχει καινοτόμες/λαμπρές/φρέσκες ~ες. Θαυμάσια ~ για δώρο. Διατυπώνω/προωθώ/στηρίζω μια ~. Ανταλλαγή/αξιολόγηση/διάδοση/έκθεση/έκφραση/πλούτος/σύνθεση ~ών. Μια ~ γεννιέται/ωριμάζει. Το μυαλό του όλο κατεβάζει ~ες (= έχει φαντασία, επινοητικότητα). Δεν έχω καθόλου ~ες (πβ. έμπνευση). Η ~ (= το σχέδιο, ο σκοπός) ήταν να ... Είχε την ~ να ... Σε ποιον ανήκει η ~ για ...; Καμιά ~ για βόλτα; Ωραία ~! (προφ.) Όλο ~ες είσαι, αλλά στην πράξη τίποτα. Πβ. επινόηση, σύλληψη. 3. γενική εικόνα, εντύπωση: Να σου δώσω/πάρε μια ~ για το θέμα.|| Έχω την ~ ότι είσαι προκατειλημμένος (πβ. αίσθηση, υποψία).|| ~ μου ήταν ή όντως φάνηκε κάπως αμήχανος; Δεν αργήσαμε, (η) ~ σας είναι. 4. άποψη, αντίληψη: αντικειμενική/υποκειμενική ~. Αναχρονιστική/κοινωνική/ξεπερασμένη/οικονομική/πολιτική/προοδευτική/σύγχρονη/συντηρητική ~. Εξτρεμιστικές/μοντέρνες ~ες. Υπερασπίζομαι τις ~ες μου. Οι ~ες ενός συγγραφέα (πβ. ιδεολογία, κοσμοθεωρία, φιλοσοφία). Δεν έχει καλή ~ για τον φίλο μου. 5. ΦΙΛΟΣ. (στην πλατωνική φιλοσοφία) υπερβατική οντότητα της οποίας τα αντικείμενα του αισθητού κόσμου είναι ατελείς αναπαραστάσεις: ο κόσμος των ~ών. Βλ. αρχέ-, πρό-τυπο. ● ΣΥΜΠΛ.: Μεγάλη Ιδέα 1. ΙΣΤ. πολιτικό και εθνικό ιδεώδες, καθώς και το σύνολο των ενεργειών της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αι. για την απελευθέρωση των αλύτρωτων ελληνικών πληθυσμών και τη δημιουργία μεγαλύτερου σε έκταση ελληνικού κράτους. Βλ. αλυτρωτισμός. ΣΥΝ. μεγαλοϊδεατισμός 2. (μτφ.) μεγαλεπήβολο, φιλόδοξο σχέδιο ή πρόταση., ελευθερία (της) γνώμης/(της) έκφρασης/(των) ιδεών/(του) λόγου βλ. ελευθερία, έμμονη ιδέα βλ. έμμονος, ευρωπαϊκή ιδέα βλ. ευρωπαϊκός, φαεινή ιδέα βλ. φαεινός ● ΦΡ.: βάζω ιδέες (σε κάποιον)/βάζω (κάποιον) σε ιδέες (προφ.): του προκαλώ σκέψεις, επιθυμίες: Η πρότασή σου μου έβαλε ιδέες. Ένας φίλος αγόρασε μηχανή και με έβαλε σε ιδέες (ενν. να αγοράσω και εγώ)., δεν έχω ιδέα: δεν έχω ούτε τη στοιχειώδη γνώση για κάτι: ~ ~ για το θέμα/πώς τη λένε. Δεν έχει ~ (= δεν σκαμπάζει) από μαθηματικά.|| Έχει κανείς ~ περί τίνος πρόκειται;, δεν έχω την παραμικρή ιδέα (εμφατ.): δεν γνωρίζω καθόλου: Δεν έχουν ~ τι συνέβη. Ξεκινήσαμε, χωρίς να έχουμε ~ πού πάμε.|| Έχεις ~ (= ξέρεις) πόσο γελοίο είναι αυτό που κάνεις; [< γαλλ. je n' ai pas (le moindre) idée] , έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του: νομίζει ότι είναι πολύ σπουδαίος, είναι αλαζόνας. Πβ. καβάλησε το καλάμι. [< γαλλ. avoir une haute idée de soi] , μια ιδέα: πάρα πολύ λίγο, ελάχιστα: Το χρώμα έπρεπε να ήταν ~ ~ πιο σκούρο. (σε συνταγή) ~ ~ αλάτι/ζάχαρη. ~ ~ από γαρίφαλο. [< γερμ. eine Idee] , μου βάζει (κάποιος)/μου ήρθε μια ιδέα: κάποιος μου δίνει μια ιδέα ή συλλαμβάνω μια σκέψη: Ένας φίλος μού έβαλε την ιδέα να εκδώσω το έργο μου.|| Μου ήρθε μια ~. Πβ. μου κατεβαίνει (στο κεφάλι/στο μυαλό)., μου μπήκε μια ιδέα/μου μπαίνουν ιδέες (προφ.): σκέφτομαι, επιθυμώ ή υποψιάζομαι κάτι: Μου έχει μπει η ~ να κάνω ένα ταξίδι. Δεν πρόκειται να έρθω, μη σου μπαίνουν ~. Πβ. μου μπαίνει/καρφώνεται (κάτι) στο μυαλό/κεφάλι., συμφιλιώνομαι με την ιδέα (μτφ.): αποδέχομαι κάτι, κυρ. δυσάρεστο: ~ ~ του χωρισμού. Έχει συμφιλιωθεί ~ ότι θα ζήσει μακριά από τους δικούς του., χάνω πάσα ιδέα: νιώθω έντονη απογοήτευση, εκπλήσσομαι συνήθ. αρνητικά για κάποιον ή κάτι: Έχω χάσει ~ ~ με αυτά που συμβαίνουν. Έχασα ~ ~ για σένα/για το άτομό σου., αλλάζω/γυρίζω σε κάποιον μυαλά/κεφάλι/ιδέες βλ. αλλάζω, παίρνω ιδέες βλ. παίρνω, ρίχνω την ιδέα/την πρόταση βλ. ρίχνω [< 1,2,3,4: γαλλ. idée, γερμ. Idee, αγγλ. idea 5: αρχ. ἰδέα] | |
| 21065 | ιδεαλισμός | [ἰδεαλισμός] ι-δε-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΦΙΛΟΣ. θεωρία η οποία αναγνωρίζει την υπεροχή του πνεύματος έναντι της ύλης και υποστηρίζει ότι η πραγματικότητα συνίσταται σε παραστάσεις (ιδέες) ή εικόνες των πραγμάτων που σχηματίζει η συνείδηση μέσω των αισθήσεων: αντικειμενικός/απόλυτος/γερμανικός/κριτικός/μεταφυσικός/πλατωνικός/υπερβατικός (πβ. καντιανισμός)/υποκειμενικός ~. ΣΥΝ. ιδεοκρατία ΑΝΤ. ματεριαλισμός, ρεαλισμός (3), υλισμός (1) 2. πίστη, προσήλωση σε αξίες και ιδανικά, τάση εξιδανίκευσης της πραγματικότητας: δημοκρατικός/ιστορικός/φιλελεύθερος ~. Διακατέχεται/διέπεται/χαρακτηρίζεται από ακραίο/άκρατο/νεανικό ~ό. 3. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνικό ρεύμα που υποστηρίζει την πρωταρχική αξία της φαντασίας σε σύγκριση με τη ρεαλιστική απεικόνιση της φύσης. Πβ. ιδαν-, ρομαντ-ισμός. ΑΝΤ. ρεαλισμός (2) [< γαλλ. idéalisme, γερμ. Idealismus, αγγλ. idealism] | |
| 21066 | ιδεαλιστής | [ἰδεαλιστής] ι-δε-α-λι-στής επίθ./ουσ. , ιδεαλίστρια (η) ΑΝΤ. ρεαλιστής 1. πρόσωπο που πιστεύει σε υψηλές αξίες και ιδανικά, τα οποία είναι συνήθ. ανέφικτα: ονειροπόλος ~. ~ ηγέτης. Πβ. ιδεολόγος, ουτοπιστής. Βλ. ρομαντικός. 2. οπαδός του φιλοσοφικού και καλλιτεχνικού ιδεαλισμού. ΣΥΝ. ιδεοκράτης ΑΝΤ. υλιστής [< γαλλ. idéaliste, γερμ. Idealist, αγγλ. idealist] | |
| 21067 | ιδεαλιστικός | , ή, ό [ἰδεαλιστικός] ι-δε-α-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ιδεαλισμό ή τον ιδεαλιστή: ~ή: αντίληψη/αντιμετώπιση (της ζωής)/προσέγγιση. ~ό: όραμα. Πβ. εξιδανικευτ-, εξωπραγματ-, ουτοπιστ-ικός.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~ή: θεωρία (= ιδεοκρατική). Βλ. -ιστικός1. ΑΝΤ. ρεαλιστ-, υλιστ-ικός. ● επίρρ.: ιδεαλιστικά [< γαλλ. idéaliste, γερμ. idealistisch, αγγλ. idealistic] | |
| 21068 | ιδεασμός | [ἰδεασμός] ι-δε-α-σμός ουσ. (αρσ.): ΨΥΧΟΛ. σχηματισμός νοερών εικόνων, ιδεών, εντυπώσεων που δεν υφίστανται στην πραγματικότητα: παρανοϊκός ~. Αυτοκαταστροφικοί/παραληρηματικοί ~οί. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτοκτονικός ιδεασμός: ΨΥΧΙΑΤΡ. συναισθηματική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από έμμονη ιδέα για αυτοκτονία, χωρίς όμως να γίνεται πράξη. [< αγγλ. ideation, γαλλ. idéation] | |
| 21069 | ιδεατός | , ή, ό [ἰδεατός] ι-δε-α-τός επίθ. 1. που μπορεί να υπάρξει μόνο στον ανθρώπινο νου ως ιδέα, συνήθ. εξιδανικευμένη, που δεν υφίσταται στην πραγματικότητα: ~ός: κόσμος. ~ή: κοινωνία/μορφή.|| (ως ουσ.) Το ~ό της ομορφιάς (πβ. ιδανικό, ιδεώδες). Όσα σκέφτεται ανήκουν στη σφαίρα/ στο(ν) χώρο του ~ού. Πβ. νοητός, πλασματ-, υποθετ-, φανταστ-ικός. ANT. αισθητός, πραγματικός, υπαρκτός. 2. ΠΛΗΡΟΦ. εικονικός: ~ή: βιβλιοθήκη/διεύθυνση/μνήμη. ~ό: δίκτυο. [< 1: γαλλ. idéal, γερμ. ideal, αγγλ. ideal] | |
| 21070 | ιδεί | βλ. βλέπω | |
| 21071 | ιδεο- | & ιδεό-: η λέξη ιδέα ως α' συνθετικό λέξεων: ιδεο-λογία. Ιδεό-γραμμα.|| (επιστ.) Ιδεο-κρατία/~ληψία. | |
| 21072 | ιδεόγραμμα | [ἰδεόγραμμα] ι-δε-ό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΓΛΩΣΣ. (σε γραφικό σύστημα) σύμβολο που αποδίδει μια έννοια ή τη σημασία μιας λέξης ή φράσης, χωρίς να δηλώνει την προφορά της: ιαπωνικά/κινεζικά ~ατα. Βλ. συλλαβόγραμμα. [< γαλλ. idéogramme, αγγλ. ideogram] | |
| 21073 | ιδεογραφία | [ἰδεογραφία] ι-δε-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. σύστημα γραφής που βασίζεται σε ιδεογράμματα. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. idéographie, αγγλ. ideography] | |
| 21074 | ιδεογραφικός | , ή, ό [ἰδεογραφικός] ι-δε-ο-γρα-φι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με την ιδεογραφία: ιαπωνική/κινεζική ~ή γραφή. Βλ. φωνητικός. ΣΥΝ. εικονογραφικός (2) [< γαλλ. idéographique, αγγλ. ideographic] | |
| 21075 | ιδεοθύελλα | [ἰδεοθύελλα] ι-δε-ο-θύ-ελ-λα ουσ. (θηλ.): καταιγισμός ιδεών. [< αμερικ. brain-storming, 1953, γαλλ. ~, 1958] | |
| 21076 | ιδεοκράτης | [ἰδεοκράτης] ι-δε-ο-κρά-της ουσ. (αρσ.): οπαδός, υποστηρικτής της ιδεοκρατίας. Βλ. -κράτης. ΣΥΝ. ιδεαλιστής (2) | |
| 21077 | ιδεοκρατία | [ἰδεοκρατία] ι-δε-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. ιδεαλισμός. Βλ. -κρατία. [< γερμ. Ideokratismus] | |
| 21078 | ιδεοκρατικός | , ή, ό [ἰδεοκρατικός] ι-δε-ο-κρα-τι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με την ιδεοκρατία: ~ό: σύστημα. ΣΥΝ. ιδεαλιστικός | |
| 21079 | ιδεοληπτικός | , ή, ό [ἰδεοληπτικός] ι-δε-ο-λη-πτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ιδεοληψία ή (για πρόσ.) που χαρακτηρίζεται από αυτή: (ΨΥΧΙΑΤΡ.) ~ή: νεύρωση. ~ές: εμμονές. Βλ. παρανοϊκός, φοβικός, ψυχαναγκαστικός.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ., ως ουσ.) Φανατικοί ~οί. ● επίρρ.: ιδεοληπτικά [< γαλλ. obsessionnel] | |
| 21080 | ιδεοληψία | [ἰδεοληψία] ι-δε-ο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. επίμονη και επαναλαμβανόμενη ιδέα, εικόνα ή συναισθηματική κατάσταση που επιβάλλεται στη συνείδηση του ατόμου παρά τη θέλησή του και συνήθ. δημιουργεί έντονο άγχος. Πβ. έμμονη ιδέα, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή. Βλ. μανία, νεύρωση, ψυχαναγκασμός. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) εμμονή σε ιδεολογία: θρησκευτική ~. Πολιτικές ~ες. Βλ. -ληψία. [< γαλλ. obsession] | |
| 21081 | ιδεολόγημα | [ἰδεολόγημα] ι-δε-ο-λό-γη-μα ουσ. (ουδ.) {ιδεολογήμ-ατα}: κοινωνική, πολιτική ή φιλοσοφική ιδέα, άποψη που πηγάζει από αυθαίρετη ή ανυπόστατη ιδεολογία: εθνικιστικό/ρατσιστικό ~. Επικίνδυνα ~ατα. Βλ. δόγμα. [< γερμ. Ideologem, γαλλ. idéologème] | |
| 21082 | ιδεολογία | [ἰδεολογία] ι-δε-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): σύστημα ιδεών, αρχών, θεωριών τις οποίες ασπάζεται ή/και επιθυμεί να εφαρμόσει στην πράξη μια κοινωνική ομάδα ή ειδικότ. ένα άτομο: αριστερή/αστική/δεξιά/εθνικιστική/επαναστατική/επίσημη/κυρίαρχη/μαρξιστική/ολοκληρωτική/ριζοσπαστική/σοσιαλιστική/φεμινιστική ~. Πολιτικές ~ες. Δεν πρόδωσε/τίμησε την ~ του. Κάνω κάτι από ~/για λόγους ~ας. Υπερασπίζεται με σθένος την ~ (= τις αντιλήψεις, πεποιθήσεις) του. Πβ. κοσμοθεωρία, πιστεύω (το), φιλοσοφία. Βλ. -λογία. [< γαλλ. idéologie, 1796, γερμ. Ideologie, αγγλ. ideology] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ