Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [21880-21900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21073ιδεογραφία[ἰδεογραφία] ι-δε-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. σύστημα γραφής που βασίζεται σε ιδεογράμματα. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. idéographie, αγγλ. ideography]
21074ιδεογραφικός, ή, ό [ἰδεογραφικός] ι-δε-ο-γρα-φι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με την ιδεογραφία: ιαπωνική/κινεζική ~ή γραφή. Βλ. φωνητικός. ΣΥΝ. εικονογραφικός (2) [< γαλλ. idéographique, αγγλ. ideographic]
21075ιδεοθύελλα[ἰδεοθύελλα] ι-δε-ο-θύ-ελ-λα ουσ. (θηλ.): καταιγισμός ιδεών. [< αμερικ. brain-storming, 1953, γαλλ. ~, 1958]
21076ιδεοκράτης[ἰδεοκράτης] ι-δε-ο-κρά-της ουσ. (αρσ.): οπαδός, υποστηρικτής της ιδεοκρατίας. Βλ. -κράτης. ΣΥΝ. ιδεαλιστής (2)
21077ιδεοκρατία[ἰδεοκρατία] ι-δε-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. ιδεαλισμός. Βλ. -κρατία. [< γερμ. Ideokratismus]
21078ιδεοκρατικός, ή, ό [ἰδεοκρατικός] ι-δε-ο-κρα-τι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με την ιδεοκρατία: ~ό: σύστημα. ΣΥΝ. ιδεαλιστικός
21079ιδεοληπτικός, ή, ό [ἰδεοληπτικός] ι-δε-ο-λη-πτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ιδεοληψία ή (για πρόσ.) που χαρακτηρίζεται από αυτή: (ΨΥΧΙΑΤΡ.) ~ή: νεύρωση. ~ές: εμμονές. Βλ. παρανοϊκός, φοβικός, ψυχαναγκαστικός.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ., ως ουσ.) Φανατικοί ~οί. ● επίρρ.: ιδεοληπτικά [< γαλλ. obsessionnel]
21080ιδεοληψία[ἰδεοληψία] ι-δε-ο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. επίμονη και επαναλαμβανόμενη ιδέα, εικόνα ή συναισθηματική κατάσταση που επιβάλλεται στη συνείδηση του ατόμου παρά τη θέλησή του και συνήθ. δημιουργεί έντονο άγχος. Πβ. έμμονη ιδέα, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή. Βλ. μανία, νεύρωση, ψυχαναγκασμός. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) εμμονή σε ιδεολογία: θρησκευτική ~. Πολιτικές ~ες. Βλ. -ληψία. [< γαλλ. obsession]
21081ιδεολόγημα[ἰδεολόγημα] ι-δε-ο-λό-γη-μα ουσ. (ουδ.) {ιδεολογήμ-ατα}: κοινωνική, πολιτική ή φιλοσοφική ιδέα, άποψη που πηγάζει από αυθαίρετη ή ανυπόστατη ιδεολογία: εθνικιστικό/ρατσιστικό ~. Επικίνδυνα ~ατα. Βλ. δόγμα. [< γερμ. Ideologem, γαλλ. idéologème]
21082ιδεολογία[ἰδεολογία] ι-δε-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): σύστημα ιδεών, αρχών, θεωριών τις οποίες ασπάζεται ή/και επιθυμεί να εφαρμόσει στην πράξη μια κοινωνική ομάδα ή ειδικότ. ένα άτομο: αριστερή/αστική/δεξιά/εθνικιστική/επαναστατική/επίσημη/κυρίαρχη/μαρξιστική/ολοκληρωτική/ριζοσπαστική/σοσιαλιστική/φεμινιστική ~. Πολιτικές ~ες. Δεν πρόδωσε/τίμησε την ~ του. Κάνω κάτι από ~/για λόγους ~ας. Υπερασπίζεται με σθένος την ~ (= τις αντιλήψεις, πεποιθήσεις) του. Πβ. κοσμοθεωρία, πιστεύω (το), φιλοσοφία. Βλ. -λογία. [< γαλλ. idéologie, 1796, γερμ. Ideologie, αγγλ. ideology]
21083ιδεολογικοποίηση[ἰδεολογικοποίηση] ι-δε-ο-λο-γι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ιδεολογικοποιώ: ~ της ιστορίας/πραγματικότητας. Βλ. -ποίηση. ΑΝΤ. αποϊδεολογικοποίηση [< αγγλ. ideologization, γερμ. Ιdeologisierung]
21084ιδεολογικοποιώ[ἰδεολογικοποιῶ] ι-δε-ο-λο-γι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ιδεολογικοποι-εί, -ώντας | ιδεολογικοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} (λόγ.): αποδίδω σε κάτι ιδεολογικό χαρακτήρα ή ιδεολογικές διαστάσεις: ~ ένα ζήτημα/κοινωνικό φαινόμενο. ~ούνται πρότυπα καταναλωτισμού. ~ημένη: εξωτερική πολιτική. Βλ. πολιτικοποιώ, -ποιώ. ΑΝΤ. αποϊδεολογικοποιώ [< αγγλ. ideologize, γερμ. ideologisieren]
21085ιδεολογικοπολιτικός, ή, ό [ἰδεολογικοπολιτικός] ι-δε-ο-λο-γι-κο-πο-λι-τι-κός επίθ.: που έχει ιδεολογικό και πολιτικό περιεχόμενο: ~ός: διάλογος. ~ή: προσέγγιση. ~ό: κείμενο. ~ές: διαφορές/ζυμώσεις/συγκρούσεις. ~ά: ζητήματα/κριτήρια. ● επίρρ.: ιδεολογικοπολιτικά
21086ιδεολογικός, ή, ό [ἰδεολογικός] ι-δε-ο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με ιδεολογία: ~ός: αγώνας/εχθρός/προσανατολισμός/χώρος. ~ή: αντιπαράθεση/σύγχυση. ~ό: κίνημα/φάσμα. ~ές: αντιθέσεις. ~ά: κίνητρα/κριτήρια/ρεύματα. Αντιρρησίας συνείδησης για ~ούς λόγους. ● επίρρ.: ιδεολογικά [< γαλλ. idéologique, γερμ. ideologisch, αγγλ. ideological]
21087ιδεολογισμός[ἰδεολογισμός] ι-δε-ο-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): η πεποίθηση ότι τα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα μπορούν να λυθούν με την εφαρμογή συγκεκριμένων ιδεολογικών αρχών και όχι με πρακτικά και ρεαλιστικά μέτρα: πολιτικός ~. ΑΝΤ. ρεαλισμός. Βλ. -ισμός.
21088ιδεολόγος[ἰδεολόγος] ι-δε-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που υπηρετεί με προσήλωση και ανιδιοτέλεια ένα σύστημα ιδεών και αρχών: ρομαντικός ~. Οι ~οι του φιλελευθερισμού.|| (αρνητ. συνυποδ.) Η κοινωνία έχει ανάγκη από ρεαλιστές και όχι ~ους (: ονειροπόλους, ουτοπιστές).|| (ως επίθ.) ~οι: αναρχικοί/επαναστάτες. Πβ. ιδεαλιστής. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. idéologue, γερμ. Ideologe, αγγλ. ideologue]
21089ιδεοψυχαναγκαστικός, ή, ό [ἰδεοψυχαναγκαστικός] ι-δε-ο-ψυ-χα-να-γκα-στι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή: ΨΥΧΙΑΤΡ. αγχώδης διαταραχή που χαρακτηρίζεται από επίμονες, ανεπιθύμητες σκέψεις ή εικόνες και επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές: ~ ~ προσωπικότητας. Πβ. έμμονη ιδέα, ιδεοληψία, ψυχαναγκασμός. Βλ. νεύρωση. [< αγγλ. obsessive-compulsive disorder, 1941]
21091ιδέσθαι[ἰδέσθαι] ι-δέ-σθαι: στη ● ΦΡ.: χάρμα οφθαλμών βλ. χάρμα
21092ιδεώδες[ἰδεῶδες] ι-δε-ώ-δες ουσ. (ουδ.) {ιδεώδ-ους | -η, -ών} (λόγ.): υπέρτατος σκοπός που επιδιώκει κάποιος να πραγματοποιήσει ή να υπερασπιστεί με ανιδιοτέλεια: το ~ της ελευθερίας. Τα ~η της δημοκρατίας (= δημοκρατικά ιδεώδη). Ανθρωπιστικά/εθνικά/ολυμπιακά ~η. Προώθηση των ~ών της ειρήνης. Πβ. ιδέα, πρότυπο. ΣΥΝ. ιδανικό ● ΣΥΜΠΛ.: αθλητικό ιδεώδες βλ. αθλητικός [< γαλλ. idéal, γερμ. Ideal, αγγλ. ideal]
21093ιδεώδης, ης, ες [ἰδεώδης] ι-δε-ώ-δης επίθ. {ιδεώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (λόγ.): ιδανικός: ~ης: κατάσταση. ~εις: συνθήκες. Πβ. τέλειος. Βλ. -ώδης. [< γαλλ. idéal, γερμ. idealer, ideal-]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.