Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [21880-21900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21082ιδεολογία[ἰδεολογία] ι-δε-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): σύστημα ιδεών, αρχών, θεωριών τις οποίες ασπάζεται ή/και επιθυμεί να εφαρμόσει στην πράξη μια κοινωνική ομάδα ή ειδικότ. ένα άτομο: αριστερή/αστική/δεξιά/εθνικιστική/επαναστατική/επίσημη/κυρίαρχη/μαρξιστική/ολοκληρωτική/ριζοσπαστική/σοσιαλιστική/φεμινιστική ~. Πολιτικές ~ες. Δεν πρόδωσε/τίμησε την ~ του. Κάνω κάτι από ~/για λόγους ~ας. Υπερασπίζεται με σθένος την ~ (= τις αντιλήψεις, πεποιθήσεις) του. Πβ. κοσμοθεωρία, πιστεύω (το), φιλοσοφία. Βλ. -λογία. [< γαλλ. idéologie, 1796, γερμ. Ideologie, αγγλ. ideology]
21083ιδεολογικοποίηση[ἰδεολογικοποίηση] ι-δε-ο-λο-γι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ιδεολογικοποιώ: ~ της ιστορίας/πραγματικότητας. Βλ. -ποίηση. ΑΝΤ. αποϊδεολογικοποίηση [< αγγλ. ideologization, γερμ. Ιdeologisierung]
21084ιδεολογικοποιώ[ἰδεολογικοποιῶ] ι-δε-ο-λο-γι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ιδεολογικοποι-εί, -ώντας | ιδεολογικοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} (λόγ.): αποδίδω σε κάτι ιδεολογικό χαρακτήρα ή ιδεολογικές διαστάσεις: ~ ένα ζήτημα/κοινωνικό φαινόμενο. ~ούνται πρότυπα καταναλωτισμού. ~ημένη: εξωτερική πολιτική. Βλ. πολιτικοποιώ, -ποιώ. ΑΝΤ. αποϊδεολογικοποιώ [< αγγλ. ideologize, γερμ. ideologisieren]
21085ιδεολογικοπολιτικός, ή, ό [ἰδεολογικοπολιτικός] ι-δε-ο-λο-γι-κο-πο-λι-τι-κός επίθ.: που έχει ιδεολογικό και πολιτικό περιεχόμενο: ~ός: διάλογος. ~ή: προσέγγιση. ~ό: κείμενο. ~ές: διαφορές/ζυμώσεις/συγκρούσεις. ~ά: ζητήματα/κριτήρια. ● επίρρ.: ιδεολογικοπολιτικά
21086ιδεολογικός, ή, ό [ἰδεολογικός] ι-δε-ο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με ιδεολογία: ~ός: αγώνας/εχθρός/προσανατολισμός/χώρος. ~ή: αντιπαράθεση/σύγχυση. ~ό: κίνημα/φάσμα. ~ές: αντιθέσεις. ~ά: κίνητρα/κριτήρια/ρεύματα. Αντιρρησίας συνείδησης για ~ούς λόγους. ● επίρρ.: ιδεολογικά [< γαλλ. idéologique, γερμ. ideologisch, αγγλ. ideological]
21087ιδεολογισμός[ἰδεολογισμός] ι-δε-ο-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): η πεποίθηση ότι τα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα μπορούν να λυθούν με την εφαρμογή συγκεκριμένων ιδεολογικών αρχών και όχι με πρακτικά και ρεαλιστικά μέτρα: πολιτικός ~. ΑΝΤ. ρεαλισμός. Βλ. -ισμός.
21088ιδεολόγος[ἰδεολόγος] ι-δε-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που υπηρετεί με προσήλωση και ανιδιοτέλεια ένα σύστημα ιδεών και αρχών: ρομαντικός ~. Οι ~οι του φιλελευθερισμού.|| (αρνητ. συνυποδ.) Η κοινωνία έχει ανάγκη από ρεαλιστές και όχι ~ους (: ονειροπόλους, ουτοπιστές).|| (ως επίθ.) ~οι: αναρχικοί/επαναστάτες. Πβ. ιδεαλιστής. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. idéologue, γερμ. Ideologe, αγγλ. ideologue]
21089ιδεοψυχαναγκαστικός, ή, ό [ἰδεοψυχαναγκαστικός] ι-δε-ο-ψυ-χα-να-γκα-στι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή: ΨΥΧΙΑΤΡ. αγχώδης διαταραχή που χαρακτηρίζεται από επίμονες, ανεπιθύμητες σκέψεις ή εικόνες και επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές: ~ ~ προσωπικότητας. Πβ. έμμονη ιδέα, ιδεοληψία, ψυχαναγκασμός. Βλ. νεύρωση. [< αγγλ. obsessive-compulsive disorder, 1941]
21091ιδέσθαι[ἰδέσθαι] ι-δέ-σθαι: στη ● ΦΡ.: χάρμα οφθαλμών βλ. χάρμα
21092ιδεώδες[ἰδεῶδες] ι-δε-ώ-δες ουσ. (ουδ.) {ιδεώδ-ους | -η, -ών} (λόγ.): υπέρτατος σκοπός που επιδιώκει κάποιος να πραγματοποιήσει ή να υπερασπιστεί με ανιδιοτέλεια: το ~ της ελευθερίας. Τα ~η της δημοκρατίας (= δημοκρατικά ιδεώδη). Ανθρωπιστικά/εθνικά/ολυμπιακά ~η. Προώθηση των ~ών της ειρήνης. Πβ. ιδέα, πρότυπο. ΣΥΝ. ιδανικό ● ΣΥΜΠΛ.: αθλητικό ιδεώδες βλ. αθλητικός [< γαλλ. idéal, γερμ. Ideal, αγγλ. ideal]
21093ιδεώδης, ης, ες [ἰδεώδης] ι-δε-ώ-δης επίθ. {ιδεώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (λόγ.): ιδανικός: ~ης: κατάσταση. ~εις: συνθήκες. Πβ. τέλειος. Βλ. -ώδης. [< γαλλ. idéal, γερμ. idealer, ideal-]
21096ιδία[ἰδίᾳ] ι-δί-α επίρρ. (αρχαιοπρ.): κυρίως, ιδίως. Πβ. ιδιαίτερα. [< αρχ. ἰδίᾳ]
21097ιδιαζόντως[ἰδιαζόντως] ι-δι-α-ζό-ντως επίρρ. (επίσ.): ιδιαίτερα, εξαιρετικά: ~ ευφυής. (ΝΟΜ.) ~ ειδεχθές έγκλημα. ΣΥΝ. ιδιαιτέρως (2) [< μτγν. ἰδιαζόντως]
21098ιδιάζων, ουσα, ον [ἰδιάζων] ι-δι-ά-ζων επίθ. {ιδιάζ-οντος (θηλ. -ουσας (λογιότ.) -ούσης), -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): ιδιαίτερος, ξεχωριστός: ~ων: χαρακτήρας. ~ουσα: κατάσταση/κατηγορία/περίπτωση/σημασία/συμπεριφορά. ~ον: καθεστώς/φαινόμενο. Θέμα με ~ουσα βαρύτητα. Λόγω της ~ουσας φύσης του προβλήματος.|| (ως ουσ.) Κάτι το ~ον. Πβ. ιδιό-μορφος, -τυπος, διαφορετ-, μοναδ-ικός. [< μτγν. ἰδιάζων, μτχ. εν του ρ. ἰδιάζω]
21099ιδιαιτέρα[ἰδιαιτέρα] ι-δι-αι-τέ-ρα ουσ. (θηλ.) {σπανιότ. αρσ. ιδιαίτερος}: προσωπική γραμματέας, συνήθ. υψηλά ιστάμενου προσώπου: η ~ του Υπουργού. [< γαλλ. secrétaire particulière]
21100ιδιαιτεράς[ἰδιαιτεράς] ι-δι-αι-τε-ράς ουσ. (αρσ.) (προφ.): καθηγητής που παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα. Πβ. οικοδιδάσκαλος.
21101ιδιαίτερος, η, ο [ἰδιαίτερος] ι-δι-αί-τε-ρος επίθ. {-ου (λόγ.) -έρου} 1. που αφορά αποκλειστικά ένα άτομο ή ανήκει σε αυτό: Περιμένεις ~η (= ατομική) πρόσκληση, για να έρθεις; Τον δέχθηκε σε ~η ακρόαση (πβ. κατ' ιδίαν)/στο ~ο γραφείο του (= ιδιωτικό). Πβ. προσωπικός. ΑΝΤ. δημόσιος, συλλογικός.|| (ως ουσ.) Έχω κάτι ~ο να σου πω (: που ενδιαφέρει μόνο εμάς, πρέπει να μείνει μυστικό). 2. που ξεχωρίζει από το συνηθισμένο: ~ες: ικανότητες. ~α: ενδιαφέροντα. Με/χωρίς ~η αναφορά. Έχει ~η κλίση στα μαθηματικά. Αυτό το ρούχο είναι ~ο (ΑΝΤ. κοινό). Δίνει ~η βαρύτητα/προσοχή στην εμφάνιση. Δείχνει ~η αδυναμία/προτίμηση στους ... Αποδίδει ~η σημασία στη ... Στην κατάστασή της χρειάζεται ~η μεταχείριση/φροντίδα. Το ζήτημα απαιτεί ~η προσπάθεια/~ο χειρισμό. Έφυγε χωρίς κανέναν ~ο (= αξιοσημείωτο) λόγο. ~α δικαιώματα (= προνόμια) διαφόρων κοινωνικών ομάδων. Η ταινία δεν ήταν τίποτα το ~ο. Πβ. εξαιρετ-, μοναδ-ικός, ιδιάζων, ξεχωριστός.|| Το εμπόρευμα φυλάσσεται σε ~ο χώρο (πβ. χωριστός). 3. που αποτελεί στοιχείο του χαρακτήρα κάποιου: ~ο: γνώρισμα/ύφος/χαρακτηριστικό. Πβ. διακριτικός. ● επίρρ.: ιδιαίτερα: κυρίως· εξαιρετικά. ΣΥΝ. ιδιαιτέρως (2) ● ΣΥΜΠΛ.: ιδιαίτερα (μαθήματα): διδασκαλία με αμοιβή, κυρ. σε ένα μόνο άτομο, συνήθ. κατ' οίκον: Κάνει ~ σε μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου. Παρακολουθεί ~ ~ κιθάρας/ξένης γλώσσας. Βλ. γκρουπ.|| (συνεκδ., μαθητές στους οποίους παραδίδονται ~ ~:) Έχει πολλά ~. Ένα ~ο έχω φέτος., ειδική/ιδιαίτερη περίπτωση βλ. περίπτωση, η ιδιαίτερη πατρίδα (κάποιου) βλ. πατρίδα [< αρχ. ἰδιαίτερος, γαλλ. particulier]
21102ιδιαιτερότητα[ἰδιαιτερότητα] ι-δι-αι-τε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το σύνολο των ιδιαίτερων, ξεχωριστών χαρακτηριστικών που παρουσιάζει κάποιος ή κάτι: γλωσσική/πολιτιστική ~. Η ~ του επαγγέλματος (π.χ. του πιλότου)/της περίπτωσης. Η γεωγραφική ~ μιας χώρας. Η ~ του μαθήματος έγκειται στο ότι ... Παράταση λόγω της ~ας του έργου. Μαθησιακές ~ες. Άτομα με ~ες (= με ειδικές ανάγκες). Πβ. ιδιο-μορφία, -τυπία. Βλ. απόκλιση, διαφορετικ-, εκκεντρικ-, μοναδικ-ότητα. [< γαλλ. particularité]
21103ιδιαιτέρως[ἰδιαιτέρως] ι-δι-αι-τέ-ρως επίρρ. (λόγ.) 1. προσωπικά, χωρίς την παρουσία τρίτων: Μπορούμε να μιλήσουμε/να σε δω ~; Τον πήρα ~ για να του πω κάτι. ΣΥΝ. κατ' ιδίαν, κατά μόνας 2. κυρίως, προπαντός· πάρα πολύ: Ασχολείται ~ (= κατεξοχήν) με εκπαιδευτικά θέματα.|| Μη μιλήσεις σε κανέναν και ~ (= ειδικά) σε αυτή.|| Η κατάσταση είναι ~ (= εξαιρετικά) κρίσιμη. Πβ. ιδιαζόντως, ιδίως. ΣΥΝ. ιδιαίτερα [< μτγν. ἰδιαιτέρως]
21119ίδιο(ν)[ἴδιο(ν)] ί-δι-ο(ν) ουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ.} (λόγ.): χαρακτηριστικό γνώρισμα (κάποιου): Είναι ~ του χαρακτήρα του να ... ● βλ. ίδιος1 [< αρχ. ἴδιον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.