| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21096 | ιδία | [ἰδίᾳ] ι-δί-α επίρρ. (αρχαιοπρ.): κυρίως, ιδίως. Πβ. ιδιαίτερα. [< αρχ. ἰδίᾳ] | |
| 21097 | ιδιαζόντως | [ἰδιαζόντως] ι-δι-α-ζό-ντως επίρρ. (επίσ.): ιδιαίτερα, εξαιρετικά: ~ ευφυής. (ΝΟΜ.) ~ ειδεχθές έγκλημα. ΣΥΝ. ιδιαιτέρως (2) [< μτγν. ἰδιαζόντως] | |
| 21098 | ιδιάζων | , ουσα, ον [ἰδιάζων] ι-δι-ά-ζων επίθ. {ιδιάζ-οντος (θηλ. -ουσας (λογιότ.) -ούσης), -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): ιδιαίτερος, ξεχωριστός: ~ων: χαρακτήρας. ~ουσα: κατάσταση/κατηγορία/περίπτωση/σημασία/συμπεριφορά. ~ον: καθεστώς/φαινόμενο. Θέμα με ~ουσα βαρύτητα. Λόγω της ~ουσας φύσης του προβλήματος.|| (ως ουσ.) Κάτι το ~ον. Πβ. ιδιό-μορφος, -τυπος, διαφορετ-, μοναδ-ικός. [< μτγν. ἰδιάζων, μτχ. εν του ρ. ἰδιάζω] | |
| 21099 | ιδιαιτέρα | [ἰδιαιτέρα] ι-δι-αι-τέ-ρα ουσ. (θηλ.) {σπανιότ. αρσ. ιδιαίτερος}: προσωπική γραμματέας, συνήθ. υψηλά ιστάμενου προσώπου: η ~ του Υπουργού. [< γαλλ. secrétaire particulière] | |
| 21100 | ιδιαιτεράς | [ἰδιαιτεράς] ι-δι-αι-τε-ράς ουσ. (αρσ.) (προφ.): καθηγητής που παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα. Πβ. οικοδιδάσκαλος. | |
| 21101 | ιδιαίτερος | , η, ο [ἰδιαίτερος] ι-δι-αί-τε-ρος επίθ. {-ου (λόγ.) -έρου} 1. που αφορά αποκλειστικά ένα άτομο ή ανήκει σε αυτό: Περιμένεις ~η (= ατομική) πρόσκληση, για να έρθεις; Τον δέχθηκε σε ~η ακρόαση (πβ. κατ' ιδίαν)/στο ~ο γραφείο του (= ιδιωτικό). Πβ. προσωπικός. ΑΝΤ. δημόσιος, συλλογικός.|| (ως ουσ.) Έχω κάτι ~ο να σου πω (: που ενδιαφέρει μόνο εμάς, πρέπει να μείνει μυστικό). 2. που ξεχωρίζει από το συνηθισμένο: ~ες: ικανότητες. ~α: ενδιαφέροντα. Με/χωρίς ~η αναφορά. Έχει ~η κλίση στα μαθηματικά. Αυτό το ρούχο είναι ~ο (ΑΝΤ. κοινό). Δίνει ~η βαρύτητα/προσοχή στην εμφάνιση. Δείχνει ~η αδυναμία/προτίμηση στους ... Αποδίδει ~η σημασία στη ... Στην κατάστασή της χρειάζεται ~η μεταχείριση/φροντίδα. Το ζήτημα απαιτεί ~η προσπάθεια/~ο χειρισμό. Έφυγε χωρίς κανέναν ~ο (= αξιοσημείωτο) λόγο. ~α δικαιώματα (= προνόμια) διαφόρων κοινωνικών ομάδων. Η ταινία δεν ήταν τίποτα το ~ο. Πβ. εξαιρετ-, μοναδ-ικός, ιδιάζων, ξεχωριστός.|| Το εμπόρευμα φυλάσσεται σε ~ο χώρο (πβ. χωριστός). 3. που αποτελεί στοιχείο του χαρακτήρα κάποιου: ~ο: γνώρισμα/ύφος/χαρακτηριστικό. Πβ. διακριτικός. ● επίρρ.: ιδιαίτερα: κυρίως· εξαιρετικά. ΣΥΝ. ιδιαιτέρως (2) ● ΣΥΜΠΛ.: ιδιαίτερα (μαθήματα): διδασκαλία με αμοιβή, κυρ. σε ένα μόνο άτομο, συνήθ. κατ' οίκον: Κάνει ~ σε μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου. Παρακολουθεί ~ ~ κιθάρας/ξένης γλώσσας. Βλ. γκρουπ.|| (συνεκδ., μαθητές στους οποίους παραδίδονται ~ ~:) Έχει πολλά ~. Ένα ~ο έχω φέτος., ειδική/ιδιαίτερη περίπτωση βλ. περίπτωση, η ιδιαίτερη πατρίδα (κάποιου) βλ. πατρίδα [< αρχ. ἰδιαίτερος, γαλλ. particulier] | |
| 21102 | ιδιαιτερότητα | [ἰδιαιτερότητα] ι-δι-αι-τε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το σύνολο των ιδιαίτερων, ξεχωριστών χαρακτηριστικών που παρουσιάζει κάποιος ή κάτι: γλωσσική/πολιτιστική ~. Η ~ του επαγγέλματος (π.χ. του πιλότου)/της περίπτωσης. Η γεωγραφική ~ μιας χώρας. Η ~ του μαθήματος έγκειται στο ότι ... Παράταση λόγω της ~ας του έργου. Μαθησιακές ~ες. Άτομα με ~ες (= με ειδικές ανάγκες). Πβ. ιδιο-μορφία, -τυπία. Βλ. απόκλιση, διαφορετικ-, εκκεντρικ-, μοναδικ-ότητα. [< γαλλ. particularité] | |
| 21103 | ιδιαιτέρως | [ἰδιαιτέρως] ι-δι-αι-τέ-ρως επίρρ. (λόγ.) 1. προσωπικά, χωρίς την παρουσία τρίτων: Μπορούμε να μιλήσουμε/να σε δω ~; Τον πήρα ~ για να του πω κάτι. ΣΥΝ. κατ' ιδίαν, κατά μόνας 2. κυρίως, προπαντός· πάρα πολύ: Ασχολείται ~ (= κατεξοχήν) με εκπαιδευτικά θέματα.|| Μη μιλήσεις σε κανέναν και ~ (= ειδικά) σε αυτή.|| Η κατάσταση είναι ~ (= εξαιρετικά) κρίσιμη. Πβ. ιδιαζόντως, ιδίως. ΣΥΝ. ιδιαίτερα [< μτγν. ἰδιαιτέρως] | |
| 21119 | ίδιο(ν) | [ἴδιο(ν)] ί-δι-ο(ν) ουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ.} (λόγ.): χαρακτηριστικό γνώρισμα (κάποιου): Είναι ~ του χαρακτήρα του να ... ● βλ. ίδιος1 [< αρχ. ἴδιον] | |
| 21106 | ιδιο- & ιδιό- & ιδι- | α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται 1. σε ιδιαίτερα, ατομικά χαρακτηριστικά: ιδιο-μορφία/~ρρυθμία/~συγκρασία.|| (ΓΛΩΣΣ.) Iδιό-λεκτος.|| (ΙΑΤΡ.) Iδιο-παθής.|| (NOM.) Ιδι-ώνυμος. 2. σε πράξη του ίδιου του ατόμου: ιδιό-γραφος/~χειρος.|| Ιδιο-συντήρητος (πβ. αυτο-). 3. σε ιδιωτική χρήση ή κτήση: ιδιό-χρηστος (ΑΝΤ. κοινό-). Ιδιο-κατοίκηση. Ιδιό-κτητος. Ιδιο-ποιούμαι (πβ. οικειο-). 4. στο προσωπικό συμφέρον: ιδιο-τέλεια. | |
| 21107 | ιδιόγραφος | , ος/η, ο [ἰδιόγραφος] ι-δι-ό-γρα-φος επίθ. (επίσ.): που γράφτηκε από το ίδιο πρόσωπο που το συνέταξε ή το δημιούργησε: ~ος/η: αίτηση/διαθήκη/επιστολή. ~ο: σημείωμα. ~ες: αφιερώσεις. Πβ. αυτόγραφος, ιδιόχειρος. Βλ. -γραφος, χειρόγραφος. ● επίρρ.: ιδιογράφως (λόγ.) [< μτγν. ἰδιόγραφος] | |
| 21108 | ιδιοκατοίκηση | [ἰδιοκατοίκηση] ι-δι-ο-κα-τοί-κη-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. το δικαίωμα κάποιου να εγκατασταθεί ο ίδιος ή μέλος της οικογένειάς του σε κατοικία της οποίας είναι νόμιμος ιδιοκτήτης και γενικότ. η διαμονή σε ιδιόκτητο σπίτι: φόρος ~ης. Έξωση (ενοικιαστή) λόγω ~ης. Τεκμαρτό εισόδημα από ~. Βλ. εκμίσθωση, ιδιοκτησία, ιδιόχρηση. | |
| 21109 | ιδιοκατοικώ | [ἰδιοκατοικῶ] ι-δι-ο-κα-τοι-κώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ιδιοκατοικ-είς ... | -ήσει, -είται}: ΝΟΜ. διαμένω σε ιδιόκτητη οικία, ασκώ το δικαίωμα της ιδιοκατοίκησης: Φορολογούμενος που ~εί σε διαμέρισμα ... τετραγωνικών μέτρων. Βλ. εκμισθώνω, μένω/ζω/είμαι στο νοίκι. | |
| 21110 | ιδιόκλιτος | , η, ο [ἰδιόκλιτος] ι-δι-ό-κλι-τος επίθ.: στο ● ΣΥΜΠΛ.: ιδιόκλιτα ουσιαστικά: ΓΡΑΜΜ. που κλίνονται με ξεχωριστό τρόπο· (στη Νέα Ελληνική) αυτά που ακολουθούν τα παραδείγματα του κλιτικού συστήματος της αρχαίας ελληνικής γλώσσας: π.χ. το καθήκον-του καθήκοντος, ο κουρέας-οι κουρείς. | |
| 21111 | ιδιοκτησία | [ἰδιοκτησία] ι-δι-ο-κτη-σί-α ουσ. (θηλ.) {ιδιοκτησι-ών} 1. ΝΟΜ. το απόλυτο και αποκλειστικό δικαίωμα κάποιου για κατοχή, χρήση και διάθεση της περιουσίας του, σύμφωνα με τους περιορισμούς που θέτουν οι νόμοι: ατομική/δημόσια/έγγειος/εμπορική/ιδιωτική/κρατική/συλλογική ~. Μεταβίβαση/τίτλοι ~ας. Το οίκημα πέρασε/περιήλθε στην ~ των κληρονόμων. Πβ. κατοχή, κυριότητα. 2. (συνεκδ.) κινητή ή/και ακίνητη περιουσία, της οποίας κάποιος είναι νόμιμος δικαιούχος: απαλλοτρίωση/κατάσχεση/τα όρια/πώληση της ~ας. Αγροτικές ~ες. Το σπίτι είναι ~ του (= του ανήκει). Πβ. κτήμα. Βλ. μικροϊδιοκτησία. ● ΣΥΜΠΛ.: βιομηχανική ιδιοκτησία: ΝΟΜ. το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης εμπορικής επωνυμίας, διπλώματος ευρεσιτεχνίας, σήματος, ονομασίας προέλευσης, σχήματος, εμβλήματος ενός προϊόντος και συνεκδ. το ίδιο το προϊόν: Οργανισμός ~ής ~ας (ΟΒΙ). [< αγγλ. industrial property] , κάθετη ιδιοκτησία: ΝΟΜ. χωριστή και αποκλειστική κυριότητα σε οικοδομή που είναι χτισμένη μαζί με άλλη ή άλλες σε ενιαίο οικόπεδο καθώς και η συγκυριότητα στο οικόπεδο αυτό και στους κοινόχρηστους χώρους. Πβ. συνιδιοκτησία., οριζόντια ιδιοκτησία: ΝΟΜ. χωριστή, αποκλειστική και αυθύπαρκτη κυριότητα επί ορόφου οικοδομής ή επί διαμερίσματος oρόφoυ καθώς και η συγκυριότητα στους κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας., πνευματική ιδιοκτησία & (σπάν.) διανοητική ιδιοκτησία: πνευματικά δικαιώματα: Συλλογική διαχείριση δικαιωμάτων ~ής ~ας. Πβ. κοπιράιτ. [< γαλλ. propriété intellectuelle] , φθορά ξένης περιουσίας/ιδιοκτησίας βλ. φθορά [< γερμ. Eigenbesitz] | |
| 21112 | ιδιοκτησιακός | , ή, ό [ἰδιοκτησιακός] ι-δι-ο-κτη-σι-α-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με την ιδιοκτησία: ~ό: δικαίωμα. ~οί: τίτλοι.|| (ως ουσ.) Ρύθμιση του ~ού (ενν. καθεστώτος). ΣΥΝ. κτητικός (3) | |
| 21113 | ιδιοκτήτης, ιδιοκτήτρια | [ἰδιοκτήτης] ι-δι-ο-κτή-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) {ιδιοκτητών}: πρόσωπο που έχει στην κυριότητά του κάτι ως περιουσιακό στοιχείο, ειδικότ. κατοικία: κύριος ~. ~ ακινήτου/αυτοκινήτου/γης (ΑΝΤ. ακτήμονας)/εταιρείας/εφημερίδας/καταστήματος/(τηλεοπτικού) σταθμού (πβ. καναλάρχης). Πβ. κάτοχος, κτήτορας, κύριος.|| ~ες και ενοικιαστές. Βλ. μικροϊδιοκτήτης, συν~. [< γερμ. Eigenbesitzer] | |
| 21114 | ιδιόκτητος | , η, ο [ἰδιόκτητος] ι-δι-ό-κτη-τος επίθ. (επίσ.): που βρίσκεται στην κυριότητα κάποιου ως νόμιμο περιουσιακό στοιχείο: ~ος: χώρος (στάθμευσης). ~η: κατοικία/στέγη. ~ο: γραφείο. Πβ. ιδιωτικός. Βλ. ενοικιαζόμενος. [< αρχ. ἰδιόκτητος] | |
| 21115 | ιδιόλεκτος | [ἰδιόλεκτος] ι-δι-ό-λε-κτος ουσ. (θηλ.) {ιδιολέκτ-ου} & ιδιόλεκτο (το): ΓΛΩΣΣ. το σύνολο των ιδιαίτερων γλωσσικών στοιχείων, φωνολογικών, μορφολογικών, συντακτικών, λεξιλογικών, που χαρακτηρίζουν την ομιλία ενός ανθρώπου. Βλ. διάλεκτος, ιδίωμα, κοινωνιόλεκτος, ύφος. [< αγγλ. idiolect, 1948, γαλλ. idiolecte, περ. 1960] | |
| 21116 | ιδιόμελο | [ἰδιόμελο] ι-δι-ό-με-λο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έλου}: ΕΚΚΛΗΣ. τροπάριο που έχει δική του μελωδία και δεν αποτελεί μουσικό ή ποιητικό πρότυπο για άλλα: στιχηρό ~. Βλ. -μελο. ΑΝΤ. αυτόμελο [< μεσν. ιδιόμελον (ενν. τροπάριον)] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ