| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21106 | ιδιο- & ιδιό- & ιδι- | α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται 1. σε ιδιαίτερα, ατομικά χαρακτηριστικά: ιδιο-μορφία/~ρρυθμία/~συγκρασία.|| (ΓΛΩΣΣ.) Iδιό-λεκτος.|| (ΙΑΤΡ.) Iδιο-παθής.|| (NOM.) Ιδι-ώνυμος. 2. σε πράξη του ίδιου του ατόμου: ιδιό-γραφος/~χειρος.|| Ιδιο-συντήρητος (πβ. αυτο-). 3. σε ιδιωτική χρήση ή κτήση: ιδιό-χρηστος (ΑΝΤ. κοινό-). Ιδιο-κατοίκηση. Ιδιό-κτητος. Ιδιο-ποιούμαι (πβ. οικειο-). 4. στο προσωπικό συμφέρον: ιδιο-τέλεια. | |
| 21107 | ιδιόγραφος | , ος/η, ο [ἰδιόγραφος] ι-δι-ό-γρα-φος επίθ. (επίσ.): που γράφτηκε από το ίδιο πρόσωπο που το συνέταξε ή το δημιούργησε: ~ος/η: αίτηση/διαθήκη/επιστολή. ~ο: σημείωμα. ~ες: αφιερώσεις. Πβ. αυτόγραφος, ιδιόχειρος. Βλ. -γραφος, χειρόγραφος. ● επίρρ.: ιδιογράφως (λόγ.) [< μτγν. ἰδιόγραφος] | |
| 21108 | ιδιοκατοίκηση | [ἰδιοκατοίκηση] ι-δι-ο-κα-τοί-κη-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. το δικαίωμα κάποιου να εγκατασταθεί ο ίδιος ή μέλος της οικογένειάς του σε κατοικία της οποίας είναι νόμιμος ιδιοκτήτης και γενικότ. η διαμονή σε ιδιόκτητο σπίτι: φόρος ~ης. Έξωση (ενοικιαστή) λόγω ~ης. Τεκμαρτό εισόδημα από ~. Βλ. εκμίσθωση, ιδιοκτησία, ιδιόχρηση. | |
| 21109 | ιδιοκατοικώ | [ἰδιοκατοικῶ] ι-δι-ο-κα-τοι-κώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ιδιοκατοικ-είς ... | -ήσει, -είται}: ΝΟΜ. διαμένω σε ιδιόκτητη οικία, ασκώ το δικαίωμα της ιδιοκατοίκησης: Φορολογούμενος που ~εί σε διαμέρισμα ... τετραγωνικών μέτρων. Βλ. εκμισθώνω, μένω/ζω/είμαι στο νοίκι. | |
| 21110 | ιδιόκλιτος | , η, ο [ἰδιόκλιτος] ι-δι-ό-κλι-τος επίθ.: στο ● ΣΥΜΠΛ.: ιδιόκλιτα ουσιαστικά: ΓΡΑΜΜ. που κλίνονται με ξεχωριστό τρόπο· (στη Νέα Ελληνική) αυτά που ακολουθούν τα παραδείγματα του κλιτικού συστήματος της αρχαίας ελληνικής γλώσσας: π.χ. το καθήκον-του καθήκοντος, ο κουρέας-οι κουρείς. | |
| 21111 | ιδιοκτησία | [ἰδιοκτησία] ι-δι-ο-κτη-σί-α ουσ. (θηλ.) {ιδιοκτησι-ών} 1. ΝΟΜ. το απόλυτο και αποκλειστικό δικαίωμα κάποιου για κατοχή, χρήση και διάθεση της περιουσίας του, σύμφωνα με τους περιορισμούς που θέτουν οι νόμοι: ατομική/δημόσια/έγγειος/εμπορική/ιδιωτική/κρατική/συλλογική ~. Μεταβίβαση/τίτλοι ~ας. Το οίκημα πέρασε/περιήλθε στην ~ των κληρονόμων. Πβ. κατοχή, κυριότητα. 2. (συνεκδ.) κινητή ή/και ακίνητη περιουσία, της οποίας κάποιος είναι νόμιμος δικαιούχος: απαλλοτρίωση/κατάσχεση/τα όρια/πώληση της ~ας. Αγροτικές ~ες. Το σπίτι είναι ~ του (= του ανήκει). Πβ. κτήμα. Βλ. μικροϊδιοκτησία. ● ΣΥΜΠΛ.: βιομηχανική ιδιοκτησία: ΝΟΜ. το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης εμπορικής επωνυμίας, διπλώματος ευρεσιτεχνίας, σήματος, ονομασίας προέλευσης, σχήματος, εμβλήματος ενός προϊόντος και συνεκδ. το ίδιο το προϊόν: Οργανισμός ~ής ~ας (ΟΒΙ). [< αγγλ. industrial property] , κάθετη ιδιοκτησία: ΝΟΜ. χωριστή και αποκλειστική κυριότητα σε οικοδομή που είναι χτισμένη μαζί με άλλη ή άλλες σε ενιαίο οικόπεδο καθώς και η συγκυριότητα στο οικόπεδο αυτό και στους κοινόχρηστους χώρους. Πβ. συνιδιοκτησία., οριζόντια ιδιοκτησία: ΝΟΜ. χωριστή, αποκλειστική και αυθύπαρκτη κυριότητα επί ορόφου οικοδομής ή επί διαμερίσματος oρόφoυ καθώς και η συγκυριότητα στους κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας., πνευματική ιδιοκτησία & (σπάν.) διανοητική ιδιοκτησία: πνευματικά δικαιώματα: Συλλογική διαχείριση δικαιωμάτων ~ής ~ας. Πβ. κοπιράιτ. [< γαλλ. propriété intellectuelle] , φθορά ξένης περιουσίας/ιδιοκτησίας βλ. φθορά [< γερμ. Eigenbesitz] | |
| 21112 | ιδιοκτησιακός | , ή, ό [ἰδιοκτησιακός] ι-δι-ο-κτη-σι-α-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με την ιδιοκτησία: ~ό: δικαίωμα. ~οί: τίτλοι.|| (ως ουσ.) Ρύθμιση του ~ού (ενν. καθεστώτος). ΣΥΝ. κτητικός (3) | |
| 21113 | ιδιοκτήτης, ιδιοκτήτρια | [ἰδιοκτήτης] ι-δι-ο-κτή-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) {ιδιοκτητών}: πρόσωπο που έχει στην κυριότητά του κάτι ως περιουσιακό στοιχείο, ειδικότ. κατοικία: κύριος ~. ~ ακινήτου/αυτοκινήτου/γης (ΑΝΤ. ακτήμονας)/εταιρείας/εφημερίδας/καταστήματος/(τηλεοπτικού) σταθμού (πβ. καναλάρχης). Πβ. κάτοχος, κτήτορας, κύριος.|| ~ες και ενοικιαστές. Βλ. μικροϊδιοκτήτης, συν~. [< γερμ. Eigenbesitzer] | |
| 21114 | ιδιόκτητος | , η, ο [ἰδιόκτητος] ι-δι-ό-κτη-τος επίθ. (επίσ.): που βρίσκεται στην κυριότητα κάποιου ως νόμιμο περιουσιακό στοιχείο: ~ος: χώρος (στάθμευσης). ~η: κατοικία/στέγη. ~ο: γραφείο. Πβ. ιδιωτικός. Βλ. ενοικιαζόμενος. [< αρχ. ἰδιόκτητος] | |
| 21115 | ιδιόλεκτος | [ἰδιόλεκτος] ι-δι-ό-λε-κτος ουσ. (θηλ.) {ιδιολέκτ-ου} & ιδιόλεκτο (το): ΓΛΩΣΣ. το σύνολο των ιδιαίτερων γλωσσικών στοιχείων, φωνολογικών, μορφολογικών, συντακτικών, λεξιλογικών, που χαρακτηρίζουν την ομιλία ενός ανθρώπου. Βλ. διάλεκτος, ιδίωμα, κοινωνιόλεκτος, ύφος. [< αγγλ. idiolect, 1948, γαλλ. idiolecte, περ. 1960] | |
| 21116 | ιδιόμελο | [ἰδιόμελο] ι-δι-ό-με-λο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έλου}: ΕΚΚΛΗΣ. τροπάριο που έχει δική του μελωδία και δεν αποτελεί μουσικό ή ποιητικό πρότυπο για άλλα: στιχηρό ~. Βλ. -μελο. ΑΝΤ. αυτόμελο [< μεσν. ιδιόμελον (ενν. τροπάριον)] | |
| 21117 | ιδιομορφία | [ἰδιομορφία] ι-δι-ο-μορ-φί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ιδιόμορφου: γλωσσική/πολιτιστική ~. Η ~ του τοπίου.|| (συνεκδ.) Οι ~ες (= τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά) κάθε λαού. Το κλίμα της χώρας παρουσιάζει πολλές ~ες. Πβ. ιδιαιτερότητα, ιδιο-ρρυθμία, -τυπία, μοναδικότητα. Βλ. -μορφία. | |
| 21118 | ιδιόμορφος | , η, ο [ἰδιόμορφος] ι-δι-ό-μορ-φος επίθ.: που διαφέρει από το συνηθισμένο, εμφανίζοντας ιδιαίτερα, ξεχωριστά χαρακτηριστικά: ~ος: άνθρωπος. ~η: αρχιτεκτονική. ~ο: ντύσιμο/φαινόμενο/χιούμορ. Πβ. ιδιάζων, ιδιό-ρρυθμος, -τυπος. Βλ. -μορφος. [< μτγν. ἰδιόμορφος] | |
| 58694 | ιδιοπάθεια | [ἰδιοπάθεια] ι-δι-ο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): κάθε νόσος ή κατάσταση, άγνωστης αιτιολογίας. [< μτγν. ἰδιοπάθεια· πβ. αγγλ. idiopathy, γαλλ. idiopathie] | |
| 21120 | ιδιοπαθής | , ής, ές [ἰδιοπαθής] ι-δι-ο-πα-θής επίθ.: ΙΑΤΡ. (κυρ. για ασθένεια) τα αίτια της οποίας δεν είναι γνωστά: ~ής: επιληψία/νευραλγία/πνευμονική ίνωση. ~ές: σύνδρομο. Βλ. δευτεροπαθής, συμπτωματικός, -παθής. ● επίρρ.: ιδιοπαθώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ιδιοπαθής υπέρταση βλ. υπέρταση [< πβ. μτγν. ἰδιοπαθής ‘που έχει το ίδιο ψυχικό πάθος’, γαλλ. idiopathique, αγγλ. idiopathic] | |
| 21121 | ιδιοποίηση | [ἰδιοποίηση] ι-δι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ιδιοποιούμαι: παράνομη ~ γης/(δημόσιας) περιουσίας. Πβ. κατάχρηση, νόσφιση. Βλ. -ποίηση. ΣΥΝ. οικειοποίηση, σφετερισμός [< μτγν. ἰδιοποίησις] | |
| 21122 | ιδιοποιούμαι | [ἰδιοποιοῦμαι] ι-δι-ο-ποι-ού-μαι ρ. (μτβ.) {ιδιοποι-είται ... | ιδιοποι-ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ούμενος} (επίσ.): οικειοποιούμαι ξένο κινητό ή ακίνητο περιουσιακό στοιχείο ή πνευματικό αγαθό για ιδιοτελείς σκοπούς: ~είται την επιτυχία/το έργο (άλλων). ~ήθηκε ποσό ... ευρώ. Πβ. καταχρώμαι, νοσφίζομαι. ΣΥΝ. σφετερίζομαι [< μτγν. ἰδιοποιοῦμαι] | |
| 21123 | ιδιοπροσωπία | [ἰδιοπροσωπία] ι-δι-ο-προ-σω-πί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η φυσιογνωμία, τα ιδιαίτερα γνωρίσματα που παρουσιάζει κάποιος ή κάτι, συνήθ. σε συλλογικό επίπεδο: εθνική/πολιτιστική ~. Η ~ ενός λαού/συγγραφέα. Πβ. ιδιομορφία, ταυτότητα. ΣΥΝ. ιδιοσυστασία (1) [< πβ. μτγν. ἰδιοπροσωπία ‘η ίδια όψη (για πλανήτες’)] | |
| 21124 | ιδιορρυθμία | [ἰδιορρυθμία] ι-δι-ορ-ρυθ-μί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ιδιόρρυθμου: η ~ του χαρακτήρα. Έχει την ~ να ... Άτομο με ~ες. Γλωσσικές ~ες. Πβ. εκκεντρικ-, ιδιαιτερ-ότητα, ιδιο-μορφία, -τροπία, -τυπία, παραξενιά.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η Μονή, μετά την ~ στην οποία είχε περιέλθει, έγινε πάλι κοινόβια. [< μτγν. ἰδιορρυθμία] | |
| 21125 | ιδιόρρυθμος | , η, ο [ἰδιόρρυθμος] ι-δι-όρ-ρυθ-μος επίθ. 1. που παρουσιάζει ιδιαίτερα γνωρίσματα, τα οποία παρεκκλίνουν από το συνηθισμένο ή από ό,τι θεωρείται κανονικό, που ξενίζει: (για πρόσ.) ~ος: καλλιτέχνης (= εκκεντρικός). ~η: προσωπικότητα. Πβ. αλλόκοτος, ιδιό-μορφος, -τροπος, παράξενος, περίεργος, sui generis.|| ~η: αρχιτεκτονική.|| ~η: υπερωρία (: οι τρεις ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου των σαράντα ωρών εβδομαδιαίως, χωρίς να απαιτείται άδεια της αρμόδιας Αρχής). 2. ΕΚΚΛΗΣ. για μοναστήρια στα οποία η Θεία Λατρεία είναι κοινή, αλλά κάθε μοναχός επιλέγει ανεξάρτητα τον τρόπο ζωής και άσκησης των πνευματικών του καθηκόντων. ΑΝΤ. κοινοβιακός [< 1: μτγν. ἰδιόρρυθμος 2: μεσν. ιδιόρρυθμος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ