| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21117 | ιδιομορφία | [ἰδιομορφία] ι-δι-ο-μορ-φί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ιδιόμορφου: γλωσσική/πολιτιστική ~. Η ~ του τοπίου.|| (συνεκδ.) Οι ~ες (= τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά) κάθε λαού. Το κλίμα της χώρας παρουσιάζει πολλές ~ες. Πβ. ιδιαιτερότητα, ιδιο-ρρυθμία, -τυπία, μοναδικότητα. Βλ. -μορφία. | |
| 21118 | ιδιόμορφος | , η, ο [ἰδιόμορφος] ι-δι-ό-μορ-φος επίθ.: που διαφέρει από το συνηθισμένο, εμφανίζοντας ιδιαίτερα, ξεχωριστά χαρακτηριστικά: ~ος: άνθρωπος. ~η: αρχιτεκτονική. ~ο: ντύσιμο/φαινόμενο/χιούμορ. Πβ. ιδιάζων, ιδιό-ρρυθμος, -τυπος. Βλ. -μορφος. [< μτγν. ἰδιόμορφος] | |
| 58694 | ιδιοπάθεια | [ἰδιοπάθεια] ι-δι-ο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): κάθε νόσος ή κατάσταση, άγνωστης αιτιολογίας. [< μτγν. ἰδιοπάθεια· πβ. αγγλ. idiopathy, γαλλ. idiopathie] | |
| 21120 | ιδιοπαθής | , ής, ές [ἰδιοπαθής] ι-δι-ο-πα-θής επίθ.: ΙΑΤΡ. (κυρ. για ασθένεια) τα αίτια της οποίας δεν είναι γνωστά: ~ής: επιληψία/νευραλγία/πνευμονική ίνωση. ~ές: σύνδρομο. Βλ. δευτεροπαθής, συμπτωματικός, -παθής. ● επίρρ.: ιδιοπαθώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ιδιοπαθής υπέρταση βλ. υπέρταση [< πβ. μτγν. ἰδιοπαθής ‘που έχει το ίδιο ψυχικό πάθος’, γαλλ. idiopathique, αγγλ. idiopathic] | |
| 21121 | ιδιοποίηση | [ἰδιοποίηση] ι-δι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ιδιοποιούμαι: παράνομη ~ γης/(δημόσιας) περιουσίας. Πβ. κατάχρηση, νόσφιση. Βλ. -ποίηση. ΣΥΝ. οικειοποίηση, σφετερισμός [< μτγν. ἰδιοποίησις] | |
| 21122 | ιδιοποιούμαι | [ἰδιοποιοῦμαι] ι-δι-ο-ποι-ού-μαι ρ. (μτβ.) {ιδιοποι-είται ... | ιδιοποι-ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ούμενος} (επίσ.): οικειοποιούμαι ξένο κινητό ή ακίνητο περιουσιακό στοιχείο ή πνευματικό αγαθό για ιδιοτελείς σκοπούς: ~είται την επιτυχία/το έργο (άλλων). ~ήθηκε ποσό ... ευρώ. Πβ. καταχρώμαι, νοσφίζομαι. ΣΥΝ. σφετερίζομαι [< μτγν. ἰδιοποιοῦμαι] | |
| 21123 | ιδιοπροσωπία | [ἰδιοπροσωπία] ι-δι-ο-προ-σω-πί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η φυσιογνωμία, τα ιδιαίτερα γνωρίσματα που παρουσιάζει κάποιος ή κάτι, συνήθ. σε συλλογικό επίπεδο: εθνική/πολιτιστική ~. Η ~ ενός λαού/συγγραφέα. Πβ. ιδιομορφία, ταυτότητα. ΣΥΝ. ιδιοσυστασία (1) [< πβ. μτγν. ἰδιοπροσωπία ‘η ίδια όψη (για πλανήτες’)] | |
| 21124 | ιδιορρυθμία | [ἰδιορρυθμία] ι-δι-ορ-ρυθ-μί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ιδιόρρυθμου: η ~ του χαρακτήρα. Έχει την ~ να ... Άτομο με ~ες. Γλωσσικές ~ες. Πβ. εκκεντρικ-, ιδιαιτερ-ότητα, ιδιο-μορφία, -τροπία, -τυπία, παραξενιά.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η Μονή, μετά την ~ στην οποία είχε περιέλθει, έγινε πάλι κοινόβια. [< μτγν. ἰδιορρυθμία] | |
| 21125 | ιδιόρρυθμος | , η, ο [ἰδιόρρυθμος] ι-δι-όρ-ρυθ-μος επίθ. 1. που παρουσιάζει ιδιαίτερα γνωρίσματα, τα οποία παρεκκλίνουν από το συνηθισμένο ή από ό,τι θεωρείται κανονικό, που ξενίζει: (για πρόσ.) ~ος: καλλιτέχνης (= εκκεντρικός). ~η: προσωπικότητα. Πβ. αλλόκοτος, ιδιό-μορφος, -τροπος, παράξενος, περίεργος, sui generis.|| ~η: αρχιτεκτονική.|| ~η: υπερωρία (: οι τρεις ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου των σαράντα ωρών εβδομαδιαίως, χωρίς να απαιτείται άδεια της αρμόδιας Αρχής). 2. ΕΚΚΛΗΣ. για μοναστήρια στα οποία η Θεία Λατρεία είναι κοινή, αλλά κάθε μοναχός επιλέγει ανεξάρτητα τον τρόπο ζωής και άσκησης των πνευματικών του καθηκόντων. ΑΝΤ. κοινοβιακός [< 1: μτγν. ἰδιόρρυθμος 2: μεσν. ιδιόρρυθμος] | |
| 21127 | ίδιος2 | , ια, ιο [ἴδιος] ί-διος επίθ. {ίδιου (λόγ.) ιδίου} 1. όμοιος ή παρόμοιος: (για πρόσ.) ~ ο αδερφός του. Έμεινε ~, δεν άλλαξε καθόλου.|| Κατά τον ίδιο τρόπο. Την ίδια μέρα. Δεν έχουμε την ίδια άποψη. Βρισκόμαστε κάθε χρόνο στην ίδια κατάσταση. Είμαστε της ίδιας γενιάς. Πάμε στην ίδια τάξη. Ίδια ενδυμασία (= ομοιόμορφη). Τίποτα δεν είναι πια ίδιο. Χθες έκανε ακριβώς τα ίδια. ΑΝΤ. αλλιώτικος (1), διαφορετικός (1) 2. (+ άρθρο, εμφατ.) το συγκεκριμένο πρόσωπο, όχι άλλος: Εγώ ο ~ του το έδωσα (πβ. αυτοπροσώπως). Ενώ οι συνεργάτες της ομολόγησαν ενοχή, η ίδια (= εκείνη) αρνήθηκε τις κατηγορίες. Θα μιλήσω με τον ίδιο. Αποξενωμένος από τον ίδιο του τον εαυτό. Εκ μέρους εμού του ιδίου. (στο τηλέφωνο) -Η κ. Παπαδοπούλου; -Ναι, η ίδια. 3. ίσος: ίδιο: βάρος/μήκος/ύψος. ΑΝΤ. άνισος (2) ● ΦΡ.: μία από τα ίδια & μια απ' τα ίδια (προφ.) 1. & ένα από τα ίδια κυρ. ως έκφραση απογοήτευσης για κάτι αναμενόμενο, προβλέψιμο, που δεν αλλάζει: Περιμέναμε να έχει βελτιωθεί η ομάδα, αλλά δυστυχώς πάλι ~ ~. 2. (συνήθ. σε εστιατόριο, μπαρ) ίδια παραγγελία με την προηγούμενη., τα ίδια και τα ίδια (προφ.): σε περιπτώσεις δυσανασχέτησης λόγω ανούσιας, κουραστικής ή δυσάρεστης επανάληψης: Βαρέθηκα πια, κάθε χρόνο ~ ~! ΣΥΝ. το γουδί, το γουδοχέρι (και τον κόπανο στο χέρι), το ίδιο (πράγμα): για να δηλωθεί ομοιότητα ή ταύτιση: Δεν μιλάμε για ~ ~.|| Το αποτέλεσμα είναι περίπου το ~. Το ~ ισχύει και για μένα. Το ~ πιστεύω κι εγώ. (επιτατ.) Το ~ και το αυτό. Είμαι αρκετά εγωιστής κι αυτή το ~ (= επίσης). (σε ρητορικές ερωτήσεις) Το ~ είναι να έχεις το σπίτι σου και το ~ να πληρώνεις νοίκι;, το ίδιο είναι/(μου) κάνει (προφ.): μου είναι αδιάφορο: Είτε έρθεις είτε δεν έρθεις, ~ ~. ΣΥΝ. (δεν μου κάνει) ούτε κρύο ούτε ζέστη, δεν μου καίγεται καρφί, ίδιος και απαράλλαχτος βλ. απαράλλαχτος, με την ίδια/με αυτή τη λογική βλ. λογική, ξανά (μανά) τα ίδια βλ. ξανά, όλα τα δάχτυλα (του χεριού) δεν είναι ίδια/ίσα βλ. δάχτυλο, πληρώνω κάποιον με το ίδιο νόμισμα βλ. νόμισμα, στο ίδιο/σε διαφορετικό (/άλλο) μήκος κύματος βλ. κύμα, τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου βλ. Παντελής, την ίδια στιγμή/ώρα βλ. στιγμή [< μεσν. ίδιος] | |
| 21128 | ιδιοσκεύασμα | [ἰδιοσκεύασμα] ι-δι-ο-σκεύ-α-σμα ουσ. (ουδ.): ΦΑΡΜΑΚ. φαρμακευτικό προϊόν το οποίο τίθεται σε κυκλοφορία με προστατευόμενη εμπορική ονομασία και σε τυποιημένη συσκευασία: συνταγογραφούμενα/χημικά ~ατα. | |
| 21129 | ιδιοσυγκρασία | [ἰδιοσυγκρασία] ι-δι-ο-συ-γκρα-σί-α ουσ. (θηλ.) {ιδιοσυγκρασι-ών} 1. ο χαρακτήρας, το σύνολο των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που συνθέτουν τον ψυχικό κόσμο ατόμου ή κοινωνικής ομάδας και οδηγούν σε συγκεκριμένο τρόπο αντίδρασης στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος: έντονη/μεσογειακή ~. Δύο άνθρωποι διαφορετικών ~ών. Πβ. ταμπεραμέντο, ψυχοσύνθεση. Βλ. ατομικότητα, κράση. 2. ΙΑΤΡ. ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο αντιδρά ο ανθρώπινος οργανισμός σε εξωτερικό παράγοντα, φάρμακα ή τρόφιμα. Βλ. αλλεργία, αναφυλαξία, (υπερ)ευαισθησία. ΣΥΝ. ιδιοσυστασία (3) [< μτγν. ἰδιοσυγκρασία, γαλλ. idiosyncrasie, αγγλ. idiosyncrasy] | |
| 21130 | ιδιοσυγκρασια | , ή, ό [ἰδιοσυγκρασιακός] ι-δι-ο-συ-γκρα-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ιδιοσυγκρασία: ~ός: τρόπος έκφρασης. ~ά: γνωρίσματα/χαρακτηριστικά.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος σε φάρμακο (βλ. αλλεργικός). [< γαλλ. idiosyncratique, αγγλ. idiosyncratic] | |
| 21131 | ιδιοσυστασία | [ἰδιοσυστασία] ι-δι-ο-συ-στα-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) τα διαφορετικά και ξεχωριστά γνωρίσματα που αποτελούν τη φυσιογνωμία, τον χαρακτήρα ατόμου ή κοινωνικής ομάδας: εθνική ~. Η ~ ενός ήρωα (πβ. προσωπικότητα)/ενός λαού/μιας πόλης. Πβ. ταμπεραμέντο. ΣΥΝ. ιδιοπροσωπία, ιδιοσυγκρασία (1) 2. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. το σύνολο των σωματικών και ψυχολογικών χαρακτηριστικών που καθορίζονται από το ανθρώπινο γονιδίωμα: βιολογική/γενετική ~. Βλ. ψυχοσύνθεση. 3. ΙΑΤΡ. ιδιοσυγκρασία. [< 1: μτγν. ἰδιοσυστασία] | |
| 21132 | ιδιοσύστατος | , η, ο [ἰδιοσύστατος] ι-δι-ο-σύ-στα-τος επίθ. (σπάν.-λόγ.): που έχει τη δική του ιδιαίτερη υπόσταση ή που έχει συσταθεί από μόνος του. Πβ. αυθ-ύπαρκτος, -υπόστατος. [< μτγν. ἰδιοσύστατος] | |
| 21133 | ιδιοσυχνότητα | [ἰδιοσυχνότητα] ι-δι-ο-συ-χνό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. χαρακτηριστική συχνότητα της ελεύθερης αρμονικής ταλάντωσης σώματος ή συστήματος. [< γερμ. Eigenfrequenz, αγγλ. eigenfrequency, 1955] | |
| 21134 | ιδιοτέλεια | [ἰδιοτέλεια] ι-δι-ο-τέ-λει-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ιδιοτελούς: προσωπική ~. Αγάπη χωρίς ~. Μικροκομματικές σκοπιμότητες και ~ες. Πβ. συμφεροντολογία, ωφελιμισμός. ΣΥΝ. υστεροβουλία ΑΝΤ. ανιδιοτέλεια, ανυστεροβουλία [< γερμ. Eigennutz] | |
| 21135 | ιδιοτελής | , ής, ές [ἰδιοτελής] ι-δι-ο-τε-λής επίθ. {ιδιοτελ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: που ενεργεί με γνώμονα το προσωπικό συμφέρον ή στοχεύει σε αυτό: ~ής: άνθρωπος. Πβ. συμφεροντολόγος.|| ~ής: σκοπός. ~ής: συμπεριφορά. ~ή: κίνητρα. Πβ. ωφελιμιστικός. ΣΥΝ. υστερόβουλος ΑΝΤ. ανιδιοτελής, ανυστερόβουλος ● επίρρ.: ιδιοτελώς [-ῶς] (λόγ.) [< γερμ. eigennützig] | |
| 21136 | ιδιότητα | [ἰδιότητα] ι-δι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {ιδιοτήτων} 1. χαρακτηριστικό γνώρισμα: βασική/έμφυτη ~. Φάρμακο που έχει την ~ να καταπραΰνει τους πόνους. Αρνητικές/θετικές/ρυθμιστικές ~ες. Αντιοξειδωτικές/θεραπευτικές/φυσικές/χημικές ~ες. Οι ~ες των (αέριων/στερεών/υγρών) σωμάτων/του φωτός. Μηχανικές ~ες των υλικών. Πβ. ίδιο(ν). Βλ. ιδιαιτερότητα, -ότητα. 2. (για πρόσ.) θέση, επάγγελμα ή αξίωμα: βουλευτική/επίσημη/κομματική/υπηρεσιακή ~. ~ μέλους. Η ~ του πολίτη. Με/υπό την ~ του ... Με συγκεκριμένη ~. Η διπλή ~ά του, ως πολιτικού και δικηγόρου. [< 1: αρχ. ἰδιότης ‘ιδιομορφία’] | |
| 21137 | ιδιοτροπία | [ἰδιοτροπία] ι-δι-ο-τρο-πί-α ουσ. (θηλ.): προτίμηση, συνήθεια, συμπεριφορά που αποκλίνει από το συνηθισμένο, το κανονικό, γι' αυτό και ξενίζει: ~ες του χαρακτήρα. Έχει ~ες. Πβ. χούι.|| (κατ' επέκτ.) Οι ~ες της φύσης. ΣΥΝ. ιδιορρυθμία, παραξενιά (1) [< μτγν. ἰδιοτροπία] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ