Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [21920-21940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21127ίδιος2, ια, ιο [ἴδιος] ί-διος επίθ. {ίδιου (λόγ.) ιδίου} 1. όμοιος ή παρόμοιος: (για πρόσ.) ~ ο αδερφός του. Έμεινε ~, δεν άλλαξε καθόλου.|| Κατά τον ίδιο τρόπο. Την ίδια μέρα. Δεν έχουμε την ίδια άποψη. Βρισκόμαστε κάθε χρόνο στην ίδια κατάσταση. Είμαστε της ίδιας γενιάς. Πάμε στην ίδια τάξη. Ίδια ενδυμασία (= ομοιόμορφη). Τίποτα δεν είναι πια ίδιο. Χθες έκανε ακριβώς τα ίδια. ΑΝΤ. αλλιώτικος (1), διαφορετικός (1) 2. (+ άρθρο, εμφατ.) το συγκεκριμένο πρόσωπο, όχι άλλος: Εγώ ο ~ του το έδωσα (πβ. αυτοπροσώπως). Ενώ οι συνεργάτες της ομολόγησαν ενοχή, η ίδια (= εκείνη) αρνήθηκε τις κατηγορίες. Θα μιλήσω με τον ίδιο. Αποξενωμένος από τον ίδιο του τον εαυτό. Εκ μέρους εμού του ιδίου. (στο τηλέφωνο) -Η κ. Παπαδοπούλου; -Ναι, η ίδια. 3. ίσος: ίδιο: βάρος/μήκος/ύψος. ΑΝΤ. άνισος (2) ● ΦΡ.: μία από τα ίδια & μια απ' τα ίδια (προφ.) 1. & ένα από τα ίδια κυρ. ως έκφραση απογοήτευσης για κάτι αναμενόμενο, προβλέψιμο, που δεν αλλάζει: Περιμέναμε να έχει βελτιωθεί η ομάδα, αλλά δυστυχώς πάλι ~ ~. 2. (συνήθ. σε εστιατόριο, μπαρ) ίδια παραγγελία με την προηγούμενη., τα ίδια και τα ίδια (προφ.): σε περιπτώσεις δυσανασχέτησης λόγω ανούσιας, κουραστικής ή δυσάρεστης επανάληψης: Βαρέθηκα πια, κάθε χρόνο ~ ~! ΣΥΝ. το γουδί, το γουδοχέρι (και τον κόπανο στο χέρι), το ίδιο (πράγμα): για να δηλωθεί ομοιότητα ή ταύτιση: Δεν μιλάμε για ~ ~.|| Το αποτέλεσμα είναι περίπου το ~. Το ~ ισχύει και για μένα. Το ~ πιστεύω κι εγώ. (επιτατ.) Το ~ και το αυτό. Είμαι αρκετά εγωιστής κι αυτή το ~ (= επίσης). (σε ρητορικές ερωτήσεις) Το ~ είναι να έχεις το σπίτι σου και το ~ να πληρώνεις νοίκι;, το ίδιο είναι/(μου) κάνει (προφ.): μου είναι αδιάφορο: Είτε έρθεις είτε δεν έρθεις, ~ ~. ΣΥΝ. (δεν μου κάνει) ούτε κρύο ούτε ζέστη, δεν μου καίγεται καρφί, ίδιος και απαράλλαχτος βλ. απαράλλαχτος, με την ίδια/με αυτή τη λογική βλ. λογική, ξανά (μανά) τα ίδια βλ. ξανά, όλα τα δάχτυλα (του χεριού) δεν είναι ίδια/ίσα βλ. δάχτυλο, πληρώνω κάποιον με το ίδιο νόμισμα βλ. νόμισμα, στο ίδιο/σε διαφορετικό (/άλλο) μήκος κύματος βλ. κύμα, τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου βλ. Παντελής, την ίδια στιγμή/ώρα βλ. στιγμή [< μεσν. ίδιος]
21128ιδιοσκεύασμα[ἰδιοσκεύασμα] ι-δι-ο-σκεύ-α-σμα ουσ. (ουδ.): ΦΑΡΜΑΚ. φαρμακευτικό προϊόν το οποίο τίθεται σε κυκλοφορία με προστατευόμενη εμπορική ονομασία και σε τυποιημένη συσκευασία: συνταγογραφούμενα/χημικά ~ατα.
21129ιδιοσυγκρασία[ἰδιοσυγκρασία] ι-δι-ο-συ-γκρα-σί-α ουσ. (θηλ.) {ιδιοσυγκρασι-ών} 1. ο χαρακτήρας, το σύνολο των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που συνθέτουν τον ψυχικό κόσμο ατόμου ή κοινωνικής ομάδας και οδηγούν σε συγκεκριμένο τρόπο αντίδρασης στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος: έντονη/μεσογειακή ~. Δύο άνθρωποι διαφορετικών ~ών. Πβ. ταμπεραμέντο, ψυχοσύνθεση. Βλ. ατομικότητα, κράση. 2. ΙΑΤΡ. ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο αντιδρά ο ανθρώπινος οργανισμός σε εξωτερικό παράγοντα, φάρμακα ή τρόφιμα. Βλ. αλλεργία, αναφυλαξία, (υπερ)ευαισθησία. ΣΥΝ. ιδιοσυστασία (3) [< μτγν. ἰδιοσυγκρασία, γαλλ. idiosyncrasie, αγγλ. idiosyncrasy]
21130ιδιοσυγκρασιακός, ή, ό [ἰδιοσυγκρασιακός] ι-δι-ο-συ-γκρα-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ιδιοσυγκρασία: ~ός: τρόπος έκφρασης. ~ά: γνωρίσματα/χαρακτηριστικά.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος σε φάρμακο (βλ. αλλεργικός). [< γαλλ. idiosyncratique, αγγλ. idiosyncratic]
21131ιδιοσυστασία[ἰδιοσυστασία] ι-δι-ο-συ-στα-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) τα διαφορετικά και ξεχωριστά γνωρίσματα που αποτελούν τη φυσιογνωμία, τον χαρακτήρα ατόμου ή κοινωνικής ομάδας: εθνική ~. Η ~ ενός ήρωα (πβ. προσωπικότητα)/ενός λαού/μιας πόλης. Πβ. ταμπεραμέντο. ΣΥΝ. ιδιοπροσωπία, ιδιοσυγκρασία (1) 2. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. το σύνολο των σωματικών και ψυχολογικών χαρακτηριστικών που καθορίζονται από το ανθρώπινο γονιδίωμα: βιολογική/γενετική ~. Βλ. ψυχοσύνθεση. 3. ΙΑΤΡ. ιδιοσυγκρασία. [< 1: μτγν. ἰδιοσυστασία]
21132ιδιοσύστατος, η, ο [ἰδιοσύστατος] ι-δι-ο-σύ-στα-τος επίθ. (σπάν.-λόγ.): που έχει τη δική του ιδιαίτερη υπόσταση ή που έχει συσταθεί από μόνος του. Πβ. αυθ-ύπαρκτος, -υπόστατος. [< μτγν. ἰδιοσύστατος]
21133ιδιοσυχνότητα[ἰδιοσυχνότητα] ι-δι-ο-συ-χνό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. χαρακτηριστική συχνότητα της ελεύθερης αρμονικής ταλάντωσης σώματος ή συστήματος. [< γερμ. Eigenfrequenz, αγγλ. eigenfrequency, 1955]
21134ιδιοτέλεια[ἰδιοτέλεια] ι-δι-ο-τέ-λει-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ιδιοτελούς: προσωπική ~. Αγάπη χωρίς ~. Μικροκομματικές σκοπιμότητες και ~ες. Πβ. συμφεροντολογία, ωφελιμισμός. ΣΥΝ. υστεροβουλία ΑΝΤ. ανιδιοτέλεια, ανυστεροβουλία [< γερμ. Eigennutz]
21135ιδιοτελής, ής, ές [ἰδιοτελής] ι-δι-ο-τε-λής επίθ. {ιδιοτελ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: που ενεργεί με γνώμονα το προσωπικό συμφέρον ή στοχεύει σε αυτό: ~ής: άνθρωπος. Πβ. συμφεροντολόγος.|| ~ής: σκοπός. ~ής: συμπεριφορά. ~ή: κίνητρα. Πβ. ωφελιμιστικός. ΣΥΝ. υστερόβουλος ΑΝΤ. ανιδιοτελής, ανυστερόβουλος ● επίρρ.: ιδιοτελώς [-ῶς] (λόγ.) [< γερμ. eigennützig]
21136ιδιότητα[ἰδιότητα] ι-δι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {ιδιοτήτων} 1. χαρακτηριστικό γνώρισμα: βασική/έμφυτη ~. Φάρμακο που έχει την ~ να καταπραΰνει τους πόνους. Αρνητικές/θετικές/ρυθμιστικές ~ες. Αντιοξειδωτικές/θεραπευτικές/φυσικές/χημικές ~ες. Οι ~ες των (αέριων/στερεών/υγρών) σωμάτων/του φωτός. Μηχανικές ~ες των υλικών. Πβ. ίδιο(ν). Βλ. ιδιαιτερότητα, -ότητα. 2. (για πρόσ.) θέση, επάγγελμα ή αξίωμα: βουλευτική/επίσημη/κομματική/υπηρεσιακή ~. ~ μέλους. Η ~ του πολίτη. Με/υπό την ~ του ... Με συγκεκριμένη ~. Η διπλή ~ά του, ως πολιτικού και δικηγόρου. [< 1: αρχ. ἰδιότης ‘ιδιομορφία’]
21137ιδιοτροπία[ἰδιοτροπία] ι-δι-ο-τρο-πί-α ουσ. (θηλ.): προτίμηση, συνήθεια, συμπεριφορά που αποκλίνει από το συνηθισμένο, το κανονικό, γι' αυτό και ξενίζει: ~ες του χαρακτήρα. Έχει ~ες. Πβ. χούι.|| (κατ' επέκτ.) Οι ~ες της φύσης. ΣΥΝ. ιδιορρυθμία, παραξενιά (1) [< μτγν. ἰδιοτροπία]
21138ιδιότροπος, η, ο [ἰδιότροπος] ι-δι-ό-τρο-πος επίθ.: (για πρόσ., αρνητ. συνυποδ.) που έχει ιδιοτροπίες: ~ος: άνθρωπος/χαρακτήρας. ~ στο φαΐ. ~ με την καθαριότητα. Πβ. αλλόκοτος, ανάποδος, δύσκολος, δύστροπος, ιδιόρρυθμος, παράξενος, περίεργος, στρυφνός.|| (μτφ.-προφ.) ~ο: αυτοκίνητο/μηχάνημα. ● επίρρ.: ιδιότροπα [< μτγν. ἰδιότροπος]
21139ιδιοτυπία[ἰδιοτυπία] ι-δι-ο-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ιδιότυπου: η ~ του έργου/ύφους της. Γλωσσικές ~ες. Οι ~ες κάθε λαού. Πβ. ιδιαιτερότητα, ιδιομορφία.
21140ιδιότυπος, η, ο [ἰδιότυπος] ι-δι-ό-τυ-πος επίθ.: που έχει ιδιαίτερα, ξεχωριστά χαρακτηριστικά: ~ος: τρόπος έκφρασης. ~η: αρχιτεκτονική/γλώσσα. ~ο: καθεστώς ομηρίας. ~ες: σχέσεις. ~α: στοιχεία. Εγγυημένα Παραδοσιακά ~α Προϊόντα (ΕΠΙΠ). Πβ. ιδιάζων, ιδιόμορφος. Βλ. -τυπος1. ● επίρρ.: ιδιότυπα [< μτγν. ἰδιότυπος]
21141ιδιοφυής, ής, ές [ἰδιοφυής] ι-δι-ο-φυ-ής επίθ. {ιδιοφυ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: (για πρόσ.) που έχει εκ φύσεως ιδιαίτερα υψηλές νοητικές ικανότητες ή (για κάτι) που απορρέει από αυτές: ~ής: δημιουργός/επιστήμονας/μαθηματικός/μουσικός (πβ. ταλαντούχος, χαρισματικός).|| ~ής: ιδέα/σύλληψη. ~ές: σχέδιο. Πβ. μεγαλοφυής. ● επίρρ.: ιδιοφυώς [-ῶς] (λόγ.) [< μτγν. ἰδιοφυής ‘ιδιαίτερος’, γαλλ. génial]
21142ιδιοφυΐα[ἰδιοφυΐα] ι-δι-ο-φυ-ΐ-α ουσ. (θηλ.) 1. έμφυτη ικανότητα για εξαιρετικές επιδόσεις σε κάποιον τομέα, αυξημένη ευφυΐα. Πβ. μεγαλοφυΐα. Βλ. -φυΐα. 2. (συνεκδ.) ιδιαίτερα έξυπνο άτομο: Είναι ~ στα μαθηματικά. Υπήρξε μουσική ~. Πβ. διάνοια, κορυφή. [< γαλλ. génie]
21143ιδιόφωνο[ἰδιόφωνο] ι-δι-ό-φω-νο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. μουσικό όργανο (π.χ. ζίλια, κρόταλο, κύμβαλο, τρίγωνο) του οποίου το σώμα παράγει ήχο με την κρούση ή τη δόνησή του. Βλ. αερό-, μεμβρανό-, μεταλλό-, ξυλό-φωνο, χορδόφωνα. [< γερμ. Idiophon, γαλλ. idiophone, 1936, αγγλ. ~]
21144ιδιόχειρος, η, ο [ἰδιόχειρος] ι-δι-ό-χει-ρος επίθ. (λόγ.): (κυρ. για έγγραφο) που γράφεται από τον ίδιο τον συντάκτη ή παραδίδεται αυτοπροσώπως: ~η: αφιέρωση/διαθήκη/επιστολή. ~ο: σημείωμα.|| ~η: κατάθεση (αίτησης).|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο της υπογραφής (= το γνήσιο). Πβ. αυτό-, ιδιό-γραφος. ● επίρρ.: ιδιόχειρα & (λογιότ.) ιδιοχείρως: ~ συμπληρωμένες δηλώσεις (πβ. ιδίαις χερσί). [< μτγν. ἰδιόχειρος]
21145ιδιόχρηση[ἰδιόχρηση] ι-δι-ό-χρη-ση ουσ. (θηλ.) & ιδιοχρησία: ΝΟΜ. το δικαίωμα χρήσης ακίνητης περιουσίας από τον νόμιμο ιδιοκτήτη της: ~ κήπου/ταράτσας. Καταγγελία της μίσθωσης επαγγελματικής στέγης λόγω ~ης. Τεκμαρτό εισόδημα από ~ οικοδομής. ~ κατοικίας (πβ. ιδιοκατοίκηση). Βλ. ιδιοκτησία. ΣΥΝ. ιδιοχρησιμοποίηση [< γερμ. Selbstgebrauch]
21146ιδιοχρησιμοποίηση[ἰδιοχρησιμοποίηση] ι-δι-ο-χρη-σι-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. ιδιόχρηση.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.