| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21138 | ιδιότροπος | , η, ο [ἰδιότροπος] ι-δι-ό-τρο-πος επίθ.: (για πρόσ., αρνητ. συνυποδ.) που έχει ιδιοτροπίες: ~ος: άνθρωπος/χαρακτήρας. ~ στο φαΐ. ~ με την καθαριότητα. Πβ. αλλόκοτος, ανάποδος, δύσκολος, δύστροπος, ιδιόρρυθμος, παράξενος, περίεργος, στρυφνός.|| (μτφ.-προφ.) ~ο: αυτοκίνητο/μηχάνημα. ● επίρρ.: ιδιότροπα [< μτγν. ἰδιότροπος] | |
| 21139 | ιδιοτυπία | [ἰδιοτυπία] ι-δι-ο-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ιδιότυπου: η ~ του έργου/ύφους της. Γλωσσικές ~ες. Οι ~ες κάθε λαού. Πβ. ιδιαιτερότητα, ιδιομορφία. | |
| 21140 | ιδιότυπος | , η, ο [ἰδιότυπος] ι-δι-ό-τυ-πος επίθ.: που έχει ιδιαίτερα, ξεχωριστά χαρακτηριστικά: ~ος: τρόπος έκφρασης. ~η: αρχιτεκτονική/γλώσσα. ~ο: καθεστώς ομηρίας. ~ες: σχέσεις. ~α: στοιχεία. Εγγυημένα Παραδοσιακά ~α Προϊόντα (ΕΠΙΠ). Πβ. ιδιάζων, ιδιόμορφος. Βλ. -τυπος1. ● επίρρ.: ιδιότυπα [< μτγν. ἰδιότυπος] | |
| 21141 | ιδιοφυής | , ής, ές [ἰδιοφυής] ι-δι-ο-φυ-ής επίθ. {ιδιοφυ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: (για πρόσ.) που έχει εκ φύσεως ιδιαίτερα υψηλές νοητικές ικανότητες ή (για κάτι) που απορρέει από αυτές: ~ής: δημιουργός/επιστήμονας/μαθηματικός/μουσικός (πβ. ταλαντούχος, χαρισματικός).|| ~ής: ιδέα/σύλληψη. ~ές: σχέδιο. Πβ. μεγαλοφυής. ● επίρρ.: ιδιοφυώς [-ῶς] (λόγ.) [< μτγν. ἰδιοφυής ‘ιδιαίτερος’, γαλλ. génial] | |
| 21142 | ιδιοφυΐα | [ἰδιοφυΐα] ι-δι-ο-φυ-ΐ-α ουσ. (θηλ.) 1. έμφυτη ικανότητα για εξαιρετικές επιδόσεις σε κάποιον τομέα, αυξημένη ευφυΐα. Πβ. μεγαλοφυΐα. Βλ. -φυΐα. 2. (συνεκδ.) ιδιαίτερα έξυπνο άτομο: Είναι ~ στα μαθηματικά. Υπήρξε μουσική ~. Πβ. διάνοια, κορυφή. [< γαλλ. génie] | |
| 21143 | ιδιόφωνο | [ἰδιόφωνο] ι-δι-ό-φω-νο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. μουσικό όργανο (π.χ. ζίλια, κρόταλο, κύμβαλο, τρίγωνο) του οποίου το σώμα παράγει ήχο με την κρούση ή τη δόνησή του. Βλ. αερό-, μεμβρανό-, μεταλλό-, ξυλό-φωνο, χορδόφωνα. [< γερμ. Idiophon, γαλλ. idiophone, 1936, αγγλ. ~] | |
| 21144 | ιδιόχειρος | , η, ο [ἰδιόχειρος] ι-δι-ό-χει-ρος επίθ. (λόγ.): (κυρ. για έγγραφο) που γράφεται από τον ίδιο τον συντάκτη ή παραδίδεται αυτοπροσώπως: ~η: αφιέρωση/διαθήκη/επιστολή. ~ο: σημείωμα.|| ~η: κατάθεση (αίτησης).|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο της υπογραφής (= το γνήσιο). Πβ. αυτό-, ιδιό-γραφος. ● επίρρ.: ιδιόχειρα & (λογιότ.) ιδιοχείρως: ~ συμπληρωμένες δηλώσεις (πβ. ιδίαις χερσί). [< μτγν. ἰδιόχειρος] | |
| 21145 | ιδιόχρηση | [ἰδιόχρηση] ι-δι-ό-χρη-ση ουσ. (θηλ.) & ιδιοχρησία: ΝΟΜ. το δικαίωμα χρήσης ακίνητης περιουσίας από τον νόμιμο ιδιοκτήτη της: ~ κήπου/ταράτσας. Καταγγελία της μίσθωσης επαγγελματικής στέγης λόγω ~ης. Τεκμαρτό εισόδημα από ~ οικοδομής. ~ κατοικίας (πβ. ιδιοκατοίκηση). Βλ. ιδιοκτησία. ΣΥΝ. ιδιοχρησιμοποίηση [< γερμ. Selbstgebrauch] | |
| 21146 | ιδιοχρησιμοποίηση | [ἰδιοχρησιμοποίηση] ι-δι-ο-χρη-σι-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. ιδιόχρηση. | |
| 21147 | ιδιοχρησιμοποιώ | [ἰδιοχρησιμοποιῶ] ι-δι-ο-χρη-σι-μο-ποι-ώ ρ. (μτβ.): ΝΟΜ. κάνω χρήση ακίνητης περιουσίας της οποίας είμαι νόμιμος ιδιοκτήτης: ~ διαμέρισμα ως κατοικία. Ένα μέρος του κτιρίου εκμισθώνεται και το υπόλοιπο ~είται. | |
| 21148 | ιδιόχρηστος | , η, ο [ἰδιόχρηστος] ι-δι-ό-χρη-στος επίθ. (λόγ.): που χρησιμοποιείται μόνο από τον ιδιοκτήτη του: ~ος: κήπος/χώρος. ~η: αυλή/πισίνα/ταράτσα. ~ο: οικόπεδο/πάρκινγκ. ΑΝΤ. κοινόχρηστος | |
| 21149 | ιδίωμα | [ἰδίωμα] ι-δί-ω-μα ουσ. (ουδ.) {ιδιώμ-ατα} 1. ΓΛΩΣΣ. τοπική διάλεκτος που διαφοροποιείται ελάχιστα από την κοινή γλώσσα: το γλωσσικό ~ της Μάνης. Τα βόρεια/νότια ~ατα της νεοελληνικής. Πβ. ντοπιολαλιά. Βλ. ιδιωματισμός. 2. (προφ.) ενοχλητική συνήθεια· ιδιορρυθμία, ιδιοτροπία: Έχει το ~ να σπαταλάει όλα του τα λεφτά. Πβ. ελάττωμα, κουσούρι, παραξενιά, χούι. 3. χαρακτηριστικός τρόπος καλλιτεχνικής, λογοτεχνικής, μουσικής έκφρασης: ποιητικό/προσωπικό ~. Μουσικά ~ατα (μπλουζ, τζαζ). Βλ. ιδιοτυπία. [< μτγν. ἰδίωμα ‘ιδιαιτερότητα (του ύφους), ιδιομορφία’, 1: γαλλ. idiome, γερμ. Idiom, αγγλ. idiom] | |
| 21150 | ιδιωματικός | , ή, ό [ἰδιωματικός] ι-δι-ω-μα-τι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με ιδίωμα ή ιδιωματισμό: ~ή: γλώσσα/προφορά. ~ό: λεξιλόγιο. ~οί: τύποι. ~ά: στοιχεία. Βλ. διαλεκτικός. ● ΣΥΜΠΛ.: στερεότυπη/παγιωμένη φράση/έκφραση & ιδιωματική έκφραση βλ. στερεότυπος [< μτγν. ἰδιωματικός ΄χαρακτηριστικός', γαλλ. idiomatique, γερμ. idiomatisch, αγγλ. idiomatic] | |
| 21151 | ιδιωματισμός | [ἰδιωματισμός] ι-δι-ω-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) ΓΛΩΣΣ. 1. κάθε γλωσσικό στοιχείο, φωνητικό, γραμματικό, συντακτικό, λεξιλογικό, που αποκλίνει από την κοινή γλώσσα και χρησιμοποιείται σε ιδίωμα, διάλεκτο: κρητικός/πελοποννησιακός ~. Τοπικοί ~οί. 2. στερεότυπη φράση ή έκφραση. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. ιδιωτισμός | |
| 21152 | ιδιώνυμος | , η, ο [ἰδιώνυμος] ι-δι-ώ-νυ-μος επίθ. (λόγ.): ειδικός, ξεχωριστός: ~η: περίπτωση. Βλ. -ώνυμος. ● ΣΥΜΠΛ.: ιδιώνυμο αδίκημα/έγκλημα βλ. αδίκημα [< μτγν. ἰδιώνυμος ‘αυτός που φέρει το δικό του όνομα’] | |
| 21153 | ιδίως | [ἰδίως] ι-δί-ως επίρρ.: κυρίως, προπαντός: Συζήτησαν διάφορα θέματα, ~ πολιτικά. Ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης, και ~ της νεολαίας. Πβ. ιδιαίτερα, κατεξοχήν, προπάντων. ● βλ. ίδιος1 [< αρχ. ἰδίως] | |
| 21154 | ιδιωτεία | [ἰδιωτεία] ι-δι-ω-τεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. νοητική υστέρηση βαριάς μορφής. Βλ. βλακεία, κρετινισμός, μωρία. ● ΣΥΜΠΛ.: μογγολοειδής ιδιωτεία βλ. μογγολοειδής [< αρχ. ἰδιωτεία ‘ιδιωτικός βίος, χοντροκοπιά’, γαλλ. idiotie, γερμ. Idiotie, αγγλ. idiocy] | |
| 21155 | ιδιώτευση | [ἰδιώτευση] ι-δι-ώ-τευ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η μη ενασχόληση με τα κοινά, αποστασιοποίηση από την κοινωνική ζωή: η ~ των πολιτών. | |
| 21156 | ιδιωτεύω | [ἰδιωτεύω] ι-δι-ω-τεύ-ω ρ. (αμτβ.) {ιδιώτευ-σε, ιδιωτεύ-ων, -οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): παύω να ασχολούμαι με τα κοινά ή να εργάζομαι ως δημόσιος λειτουργός: Αποσύρθηκε από την πολιτική και έκτοτε ~ει. Παραιτήθηκε από τη δικηγορία και ~σε.|| (για γιατρό) ~ει ως μαιευτήρας-γυναικολόγος (: δέχεται τους ασθενείς σε ιδιωτικό ιατρείο). ~ων: οδοντίατρος. [< αρχ. ἰδιωτεύω ‘ζω ως απλός πολίτης, είμαι αδαής’] | |
| 21157 | ιδιώτης | [ἰδιώτης] ι-δι-ώ-της ουσ. (αρσ.) {ιδιωτ-ών} (επίσ.): πρόσωπο που δεν κατέχει επίσημο αξίωμα ούτε εκπροσωπεί δημόσια συμφέροντα, απλός πολίτης: αστική ευθύνη ~η. Επιχορηγήσεις σε επιχειρήσεις και ~ες. Συμπράξεις Δημοσίου-~ών (βλ. ΣΔΙΤ).|| (ως επίθ.) ~ης: ανάδοχος/γιατρός.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ης: επενδυτής (βλ. θεσμικός επενδυτής)/πελάτης (ΑΝΤ. επαγγελματίας). [< αρχ. ἰδιώτης ‘απλός πολίτης, λαϊκός άνθρωπος, αμόρφωτος’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ