Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [21940-21960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21147ιδιοχρησιμοποιώ[ἰδιοχρησιμοποιῶ] ι-δι-ο-χρη-σι-μο-ποι-ώ ρ. (μτβ.): ΝΟΜ. κάνω χρήση ακίνητης περιουσίας της οποίας είμαι νόμιμος ιδιοκτήτης: ~ διαμέρισμα ως κατοικία. Ένα μέρος του κτιρίου εκμισθώνεται και το υπόλοιπο ~είται.
21148ιδιόχρηστος, η, ο [ἰδιόχρηστος] ι-δι-ό-χρη-στος επίθ. (λόγ.): που χρησιμοποιείται μόνο από τον ιδιοκτήτη του: ~ος: κήπος/χώρος. ~η: αυλή/πισίνα/ταράτσα. ~ο: οικόπεδο/πάρκινγκ. ΑΝΤ. κοινόχρηστος
21149ιδίωμα[ἰδίωμα] ι-δί-ω-μα ουσ. (ουδ.) {ιδιώμ-ατα} 1. ΓΛΩΣΣ. τοπική διάλεκτος που διαφοροποιείται ελάχιστα από την κοινή γλώσσα: το γλωσσικό ~ της Μάνης. Τα βόρεια/νότια ~ατα της νεοελληνικής. Πβ. ντοπιολαλιά. Βλ. ιδιωματισμός. 2. (προφ.) ενοχλητική συνήθεια· ιδιορρυθμία, ιδιοτροπία: Έχει το ~ να σπαταλάει όλα του τα λεφτά. Πβ. ελάττωμα, κουσούρι, παραξενιά, χούι. 3. χαρακτηριστικός τρόπος καλλιτεχνικής, λογοτεχνικής, μουσικής έκφρασης: ποιητικό/προσωπικό ~. Μουσικά ~ατα (μπλουζ, τζαζ). Βλ. ιδιοτυπία. [< μτγν. ἰδίωμα ‘ιδιαιτερότητα (του ύφους), ιδιομορφία’, 1: γαλλ. idiome, γερμ. Idiom, αγγλ. idiom]
21150ιδιωματικός, ή, ό [ἰδιωματικός] ι-δι-ω-μα-τι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με ιδίωμα ή ιδιωματισμό: ~ή: γλώσσα/προφορά. ~ό: λεξιλόγιο. ~οί: τύποι. ~ά: στοιχεία. Βλ. διαλεκτικός. ● ΣΥΜΠΛ.: στερεότυπη/παγιωμένη φράση/έκφραση & ιδιωματική έκφραση βλ. στερεότυπος [< μτγν. ἰδιωματικός ΄χαρακτηριστικός', γαλλ. idiomatique, γερμ. idiomatisch, αγγλ. idiomatic]
21151ιδιωματισμός[ἰδιωματισμός] ι-δι-ω-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) ΓΛΩΣΣ. 1. κάθε γλωσσικό στοιχείο, φωνητικό, γραμματικό, συντακτικό, λεξιλογικό, που αποκλίνει από την κοινή γλώσσα και χρησιμοποιείται σε ιδίωμα, διάλεκτο: κρητικός/πελοποννησιακός ~. Τοπικοί ~οί. 2. στερεότυπη φράση ή έκφραση. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. ιδιωτισμός
21152ιδιώνυμος, η, ο [ἰδιώνυμος] ι-δι-ώ-νυ-μος επίθ. (λόγ.): ειδικός, ξεχωριστός: ~η: περίπτωση. Βλ. -ώνυμος. ● ΣΥΜΠΛ.: ιδιώνυμο αδίκημα/έγκλημα βλ. αδίκημα [< μτγν. ἰδιώνυμος ‘αυτός που φέρει το δικό του όνομα’]
21153ιδίως[ἰδίως] ι-δί-ως επίρρ.: κυρίως, προπαντός: Συζήτησαν διάφορα θέματα, ~ πολιτικά. Ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης, και ~ της νεολαίας. Πβ. ιδιαίτερα, κατεξοχήν, προπάντων. ● βλ. ίδιος1 [< αρχ. ἰδίως]
21154ιδιωτεία[ἰδιωτεία] ι-δι-ω-τεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. νοητική υστέρηση βαριάς μορφής. Βλ. βλακεία, κρετινισμός, μωρία. ● ΣΥΜΠΛ.: μογγολοειδής ιδιωτεία βλ. μογγολοειδής [< αρχ. ἰδιωτεία ‘ιδιωτικός βίος, χοντροκοπιά’, γαλλ. idiotie, γερμ. Idiotie, αγγλ. idiocy]
21155ιδιώτευση[ἰδιώτευση] ι-δι-ώ-τευ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η μη ενασχόληση με τα κοινά, αποστασιοποίηση από την κοινωνική ζωή: η ~ των πολιτών.
21156ιδιωτεύω[ἰδιωτεύω] ι-δι-ω-τεύ-ω ρ. (αμτβ.) {ιδιώτευ-σε, ιδιωτεύ-ων, -οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): παύω να ασχολούμαι με τα κοινά ή να εργάζομαι ως δημόσιος λειτουργός: Αποσύρθηκε από την πολιτική και έκτοτε ~ει. Παραιτήθηκε από τη δικηγορία και ~σε.|| (για γιατρό) ~ει ως μαιευτήρας-γυναικολόγος (: δέχεται τους ασθενείς σε ιδιωτικό ιατρείο). ~ων: οδοντίατρος. [< αρχ. ἰδιωτεύω ‘ζω ως απλός πολίτης, είμαι αδαής’]
21157ιδιώτης[ἰδιώτης] ι-δι-ώ-της ουσ. (αρσ.) {ιδιωτ-ών} (επίσ.): πρόσωπο που δεν κατέχει επίσημο αξίωμα ούτε εκπροσωπεί δημόσια συμφέροντα, απλός πολίτης: αστική ευθύνη ~η. Επιχορηγήσεις σε επιχειρήσεις και ~ες. Συμπράξεις Δημοσίου-~ών (βλ. ΣΔΙΤ).|| (ως επίθ.) ~ης: ανάδοχος/γιατρός.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ης: επενδυτής (βλ. θεσμικός επενδυτής)/πελάτης (ΑΝΤ. επαγγελματίας). [< αρχ. ἰδιώτης ‘απλός πολίτης, λαϊκός άνθρωπος, αμόρφωτος’]
21158ιδιωτικοποίηση[ἰδιωτικοποίηση] ι-δι-ω-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. διαδικασία κατά την οποία επιχείρηση του Δημοσίου παύει να είναι κρατική, μετά την πώληση του συνόλου ή μέρους των μετοχών της σε ιδιωτικό φορέα ή με την εισαγωγή της στο χρηματιστήριο και κυρ. το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας: μερική/πλήρης ~. ~ οργανισμού. ~ήσεις των ΔΕΚΟ. ΣΥΝ. αποκρατικοποίηση ΑΝΤ. εθνικοποίηση (1), κρατικοποίηση [< γαλλ. privatisation, περ. 1965, αγγλ. privatization, 1959]
21159ιδιωτικοποιώ[ἰδιωτικοποιῶ] ι-δι-ω-τι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ιδιωτικοποι-εί, -ώντας | ιδιωτικοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} : ΟΙΚΟΝ. (για κυβέρνηση) προβαίνω σε ιδιωτικοποίηση: ~ήθηκε ο εθνικός αερομεταφορέας. ~ημένος: οργανισμός. ~ημένη: τράπεζα. ~ημένες: επιχειρήσεις. Βλ. -ποιώ. ΣΥΝ. αποκρατικοποιώ ΑΝΤ. εθνικοποιώ (1), κρατικοποιώ [< γαλλ. privatiser, περ. 1960, αγγλ. privatize, 1969]
21160ιδιωτικός, ή, ό [ἰδιωτικός] ι-δι-ω-τι-κός επίθ. 1. που βρίσκεται στη δικαιοδοσία ιδιώτη ή ιδιωτών και όχι του κράτους: ~ός: δρόμος/φορέας/χώρος (ΣΥΝ. ιδιόκτητος. ΑΝΤ. κοινόχρηστος). ~ή: εκπαίδευση/επιχείρηση/κλινική/περιουσία (= ατομική, προσωπική)/τηλεόραση. ~ό: κεφάλαιο/νησί/σχολείο/τζετ. ~ές: επενδύσεις. ~ά: αρχεία/ιδρύματα/ΚΤΕΟ. ΑΝΤ. δημόσιος (1), δημοτικός (1), κρατικός 2. (για πρόσ.) που εργάζεται σε ιδιωτική εταιρεία ή προσφέρει τις υπηρεσίες του σε ιδιώτη: ~ός: αστυνομικός (= ντετέκτιβ)/εκπαιδευτικός/υπάλληλος (ΑΝΤ. δημόσιος υπάλληλος). 3. (ειδικότ.) που αφορά ή ενδιαφέρει συγκεκριμένο άτομο ή περιορισμένο αριθμό ανθρώπων και όχι τρίτους, αυστηρά προσωπικός: ~ή: λέσχη/υπόθεση. ~ό: μάθημα (= ιδιαίτερο). ~ά: μηνύματα.|| ~ές: στιγμές. ΣΥΝ. πριβέ 4. που πραγματοποιείται ανεπίσημα: ~ή: επίσκεψη. ~ό: συμβόλαιο/συμφωνητικό (: που συνάπτεται μεταξύ ιδιωτών). ~ές: συνομιλίες. ● επίρρ.: ιδιωτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ιδιωτική ζωή/ιδιωτικός βίος: προσωπική ζωή: παραβίαση/προστασία της ~ής ~ής/του ~ού ~ου. Πβ. ιδιωτικότητα. ΑΝΤ. η δημόσια ζωή/ο δημόσιος βίος, ιδιωτική οικονομία: ΟΙΚΟΝ. το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας των ιδιωτών: Η ~ ~ μαζί με την κρατική ή δημόσια οικονομία αποτελούν την εθνική οικονομία μιας χώρας., ιδιωτική πρωτοβουλία: ανάπτυξη δραστηριοτήτων οικονομικής συνήθ. φύσεως από πλευράς ιδιώτη, χωρίς τη στήριξη του κράτους: Έργα που έγιναν με ~ ~. [< γαλλ. initiative privée] , Ιδιωτικό Δίκαιο: ΝΟΜ. οι κανόνες Δικαίου που αφορούν τη ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ των πολιτών· συνεκδ. το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα: σύμβαση ~ού ~ου. Βλ. Δημόσιο Δίκαιο, ΝΠΙΔ., ιδιωτικός τομέας: το σύνολο των ιδιωτικών επιχειρήσεων. ΑΝΤ. δημόσιος τομέας [< αγγλ. private sector, 1952] , ιδιωτική χρήση βλ. χρήση, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο βλ. δίκαιο, προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας βλ. ετικέτα [< αρχ. ἰδιωτικός, γαλλ. privé, αγγλ. private, γερμ. Privat-]
21161ιδιωτικότητα[ἰδιωτικότητα] ι-δι-ω-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): δυνατότητα διατήρησης του απορρήτου των προσωπικών στοιχείων, ιδιωτική ζωή: η ~ των πολιτών. Το δικαίωμα/η σφαίρα/ο χώρος της ~ας. Προστασία ~ας στο διαδίκτυο. Πολιτική/τεχνολογίες διασφάλισης ~ας. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. intimité, πβ. αγγλ. privacy]
21163ιδού[ἰδού] ι-δού επιφών. (λόγ.-εμφατ.): να, δες, ορίστε· σε περιπτώσεις που επιθυμεί κάποιος να επιστήσει την προσοχή σε κάτι: ~ το ερώτημα/οι υπεύθυνοι! Δεν πρόσεξα για λίγο και ~ το αποτέλεσμα! Βλ. ιδέ. ● ΦΡ.: ιδού η Ρόδος (ιδού και το πήδημα): ως πρόκληση σε κάποιον να πραγματοποιήσει άμεσα κάτι το οποίο παρουσιάζει ως εύκολο, εφικτό., ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν & ιδού στάδιον δόξης λαμπρόν (λόγ.-ειρων.): για προοπτικές δραστηριοποίησης, διάκρισης σε κάποιον τομέα: ~ ~ για τις εταιρείες που ..., ίδε/ιδού ο άνθρωπος βλ. άνθρωπος, ιδού η απορία βλ. απορία [< αρχ. ἰδού/ἰδοῦ, προστ. αορ. β’ εἶδον του ρ. ὁρῶ]
21164ιδροκοπώ[ἱδροκοπῶ] ι-δρο-κο-πώ ρ. (αμτβ.) {ιδροκοπ-ά κ. -άει ... | ιδροκόπ-ησε, -ώντας} & ιδροκοπάω (επιτατ.) 1. ιδρώνω πολύ. 2. (μτφ.) κοπιάζω, πασχίζω: ~ά καθημερινά για να βγάλει το ψωμί του. Πβ. αγωνίζομαι, μοχθώ. [< μεσν. ιδροκοπώ]
21165ίδρος[ἵδρος] ί-δρος ουσ. (αρσ.) & ιδρός (διαλεκτ.): ιδρώτας. [< αρχ. ἱδρώς]
21166ίδρυμα[ἵδρυμα] ί-δρυ-μα ουσ. (ουδ.) {ιδρύμ-ατος | -ατα, -άτων}: κάθε οργανισμός που επιτελεί κοινωφελές έργο· συνεκδ. το κτίριο όπου στεγάζεται: εκπαιδευτικό/μη κερδοσκοπικό/νοσηλευτικό/πανεπιστημιακό/(χρηματο)πιστωτικό/πολιτιστικό/φιλανθρωπικό ~. ~ Αποκατάστασης Αναπήρων/Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ)/Μείζονος Ελληνισμού/Τεχνολογίας και Έρευνας/Χρόνιων Παθήσεων. Εθνικό ~ Ερευνών. Ελληνικό ~ Πολιτισμού. Μορφωτικό ~ Εθνικής Τραπέζης. Βλ. νομικό πρόσωπο.|| Ανώτατα Εκπαιδευτικά ~ατα (ΑΕΙ). Ανώτατα Τεχνολογικά Επαγγελματικά ~ατα (ΑΤΕΙ).|| (ειδικότ.) ~ περίθαλψης. Εγκλεισμός σε ψυχιατρικό ~ (= ψυχιατρείο). Μεγάλωσε σε ~ (= ορφανοτροφείο). Πβ. άσυλο. Βλ. καθ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ευαγές ίδρυμα βλ. ευαγής, πνευματικό ίδρυμα βλ. πνευματικός [< μτγν. ἵδρυμα ‘κατασκευή, οικοδόμημα, άγαλμα’, γαλλ. institution, fondation, établissement]
21167ιδρυματικός, ή, ό [ἱδρυματικός] ι-δρυ-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με ίδρυμα, ανήκει σε αυτό ή το χαρακτηρίζει: (για πρόσ.) ~ός: υπεύθυνος.|| ~ή: περίθαλψη/προστασία/φροντίδα. ~ό: έργο/περιβάλλον.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ή: συμπεριφορά (: ψυχρή, απόμακρη, απρόσωπη). ● ΣΥΜΠΛ.: ιδρυματικό καταθετήριο/αποθετήριο βλ. καταθετήριο [< αγγλ. institutional]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.