| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21158 | ιδιωτικοποίηση | [ἰδιωτικοποίηση] ι-δι-ω-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. διαδικασία κατά την οποία επιχείρηση του Δημοσίου παύει να είναι κρατική, μετά την πώληση του συνόλου ή μέρους των μετοχών της σε ιδιωτικό φορέα ή με την εισαγωγή της στο χρηματιστήριο και κυρ. το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας: μερική/πλήρης ~. ~ οργανισμού. ~ήσεις των ΔΕΚΟ. ΣΥΝ. αποκρατικοποίηση ΑΝΤ. εθνικοποίηση (1), κρατικοποίηση [< γαλλ. privatisation, περ. 1965, αγγλ. privatization, 1959] | |
| 21159 | ιδιωτικοποιώ | [ἰδιωτικοποιῶ] ι-δι-ω-τι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ιδιωτικοποι-εί, -ώντας | ιδιωτικοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} : ΟΙΚΟΝ. (για κυβέρνηση) προβαίνω σε ιδιωτικοποίηση: ~ήθηκε ο εθνικός αερομεταφορέας. ~ημένος: οργανισμός. ~ημένη: τράπεζα. ~ημένες: επιχειρήσεις. Βλ. -ποιώ. ΣΥΝ. αποκρατικοποιώ ΑΝΤ. εθνικοποιώ (1), κρατικοποιώ [< γαλλ. privatiser, περ. 1960, αγγλ. privatize, 1969] | |
| 21160 | ιδιωτικός | , ή, ό [ἰδιωτικός] ι-δι-ω-τι-κός επίθ. 1. που βρίσκεται στη δικαιοδοσία ιδιώτη ή ιδιωτών και όχι του κράτους: ~ός: δρόμος/φορέας/χώρος (ΣΥΝ. ιδιόκτητος. ΑΝΤ. κοινόχρηστος). ~ή: εκπαίδευση/επιχείρηση/κλινική/περιουσία (= ατομική, προσωπική)/τηλεόραση. ~ό: κεφάλαιο/νησί/σχολείο/τζετ. ~ές: επενδύσεις. ~ά: αρχεία/ιδρύματα/ΚΤΕΟ. ΑΝΤ. δημόσιος (1), δημοτικός (1), κρατικός 2. (για πρόσ.) που εργάζεται σε ιδιωτική εταιρεία ή προσφέρει τις υπηρεσίες του σε ιδιώτη: ~ός: αστυνομικός (= ντετέκτιβ)/εκπαιδευτικός/υπάλληλος (ΑΝΤ. δημόσιος υπάλληλος). 3. (ειδικότ.) που αφορά ή ενδιαφέρει συγκεκριμένο άτομο ή περιορισμένο αριθμό ανθρώπων και όχι τρίτους, αυστηρά προσωπικός: ~ή: λέσχη/υπόθεση. ~ό: μάθημα (= ιδιαίτερο). ~ά: μηνύματα.|| ~ές: στιγμές. ΣΥΝ. πριβέ 4. που πραγματοποιείται ανεπίσημα: ~ή: επίσκεψη. ~ό: συμβόλαιο/συμφωνητικό (: που συνάπτεται μεταξύ ιδιωτών). ~ές: συνομιλίες. ● επίρρ.: ιδιωτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ιδιωτική ζωή/ιδιωτικός βίος: προσωπική ζωή: παραβίαση/προστασία της ~ής ~ής/του ~ού ~ου. Πβ. ιδιωτικότητα. ΑΝΤ. η δημόσια ζωή/ο δημόσιος βίος, ιδιωτική οικονομία: ΟΙΚΟΝ. το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας των ιδιωτών: Η ~ ~ μαζί με την κρατική ή δημόσια οικονομία αποτελούν την εθνική οικονομία μιας χώρας., ιδιωτική πρωτοβουλία: ανάπτυξη δραστηριοτήτων οικονομικής συνήθ. φύσεως από πλευράς ιδιώτη, χωρίς τη στήριξη του κράτους: Έργα που έγιναν με ~ ~. [< γαλλ. initiative privée] , Ιδιωτικό Δίκαιο: ΝΟΜ. οι κανόνες Δικαίου που αφορούν τη ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ των πολιτών· συνεκδ. το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα: σύμβαση ~ού ~ου. Βλ. Δημόσιο Δίκαιο, ΝΠΙΔ., ιδιωτικός τομέας: το σύνολο των ιδιωτικών επιχειρήσεων. ΑΝΤ. δημόσιος τομέας [< αγγλ. private sector, 1952] , ιδιωτική χρήση βλ. χρήση, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο βλ. δίκαιο, προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας βλ. ετικέτα [< αρχ. ἰδιωτικός, γαλλ. privé, αγγλ. private, γερμ. Privat-] | |
| 21161 | ιδιωτικότητα | [ἰδιωτικότητα] ι-δι-ω-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): δυνατότητα διατήρησης του απορρήτου των προσωπικών στοιχείων, ιδιωτική ζωή: η ~ των πολιτών. Το δικαίωμα/η σφαίρα/ο χώρος της ~ας. Προστασία ~ας στο διαδίκτυο. Πολιτική/τεχνολογίες διασφάλισης ~ας. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. intimité, πβ. αγγλ. privacy] | |
| 21163 | ιδού | [ἰδού] ι-δού επιφών. (λόγ.-εμφατ.): να, δες, ορίστε· σε περιπτώσεις που επιθυμεί κάποιος να επιστήσει την προσοχή σε κάτι: ~ το ερώτημα/οι υπεύθυνοι! Δεν πρόσεξα για λίγο και ~ το αποτέλεσμα! Βλ. ιδέ. ● ΦΡ.: ιδού η Ρόδος (ιδού και το πήδημα): ως πρόκληση σε κάποιον να πραγματοποιήσει άμεσα κάτι το οποίο παρουσιάζει ως εύκολο, εφικτό., ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν & ιδού στάδιον δόξης λαμπρόν (λόγ.-ειρων.): για προοπτικές δραστηριοποίησης, διάκρισης σε κάποιον τομέα: ~ ~ για τις εταιρείες που ..., ίδε/ιδού ο άνθρωπος βλ. άνθρωπος, ιδού η απορία βλ. απορία [< αρχ. ἰδού/ἰδοῦ, προστ. αορ. β’ εἶδον του ρ. ὁρῶ] | |
| 21164 | ιδροκοπώ | [ἱδροκοπῶ] ι-δρο-κο-πώ ρ. (αμτβ.) {ιδροκοπ-ά κ. -άει ... | ιδροκόπ-ησε, -ώντας} & ιδροκοπάω (επιτατ.) 1. ιδρώνω πολύ. 2. (μτφ.) κοπιάζω, πασχίζω: ~ά καθημερινά για να βγάλει το ψωμί του. Πβ. αγωνίζομαι, μοχθώ. [< μεσν. ιδροκοπώ] | |
| 21165 | ίδρος | [ἵδρος] ί-δρος ουσ. (αρσ.) & ιδρός (διαλεκτ.): ιδρώτας. [< αρχ. ἱδρώς] | |
| 21166 | ίδρυμα | [ἵδρυμα] ί-δρυ-μα ουσ. (ουδ.) {ιδρύμ-ατος | -ατα, -άτων}: κάθε οργανισμός που επιτελεί κοινωφελές έργο· συνεκδ. το κτίριο όπου στεγάζεται: εκπαιδευτικό/μη κερδοσκοπικό/νοσηλευτικό/πανεπιστημιακό/(χρηματο)πιστωτικό/πολιτιστικό/φιλανθρωπικό ~. ~ Αποκατάστασης Αναπήρων/Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ)/Μείζονος Ελληνισμού/Τεχνολογίας και Έρευνας/Χρόνιων Παθήσεων. Εθνικό ~ Ερευνών. Ελληνικό ~ Πολιτισμού. Μορφωτικό ~ Εθνικής Τραπέζης. Βλ. νομικό πρόσωπο.|| Ανώτατα Εκπαιδευτικά ~ατα (ΑΕΙ). Ανώτατα Τεχνολογικά Επαγγελματικά ~ατα (ΑΤΕΙ).|| (ειδικότ.) ~ περίθαλψης. Εγκλεισμός σε ψυχιατρικό ~ (= ψυχιατρείο). Μεγάλωσε σε ~ (= ορφανοτροφείο). Πβ. άσυλο. Βλ. καθ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ευαγές ίδρυμα βλ. ευαγής, πνευματικό ίδρυμα βλ. πνευματικός [< μτγν. ἵδρυμα ‘κατασκευή, οικοδόμημα, άγαλμα’, γαλλ. institution, fondation, établissement] | |
| 21167 | ιδρυματικός | , ή, ό [ἱδρυματικός] ι-δρυ-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με ίδρυμα, ανήκει σε αυτό ή το χαρακτηρίζει: (για πρόσ.) ~ός: υπεύθυνος.|| ~ή: περίθαλψη/προστασία/φροντίδα. ~ό: έργο/περιβάλλον.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ή: συμπεριφορά (: ψυχρή, απόμακρη, απρόσωπη). ● ΣΥΜΠΛ.: ιδρυματικό καταθετήριο/αποθετήριο βλ. καταθετήριο [< αγγλ. institutional] | |
| 21168 | ιδρυματισμός | [ἱδρυματισμός] ι-δρυ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. το σύνολο των ψυχοσωματικών διαταραχών που προκαλεί ο εγκλεισμός σε ίδρυμα: συμπτώματα ~ού. Πβ. ασυλο-, ιδρυματο-ποίηση. 2. (μτφ.) απομονωτισμός: γραφειοκρατικός ~. ~ της οικονομίας. Καθεστώς ~ού. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. institutionalism] | |
| 21169 | ιδρυματοποίηση | [ἱδρυματοποίηση] ι-δρυ-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): εγκλεισμός σε ίδρυμα και εμφάνιση συμπτωμάτων ιδρυματισμού: ~ των παιδιών. Βλ. -ποίηση. ΣΥΝ. ασυλοποίηση ΑΝΤ. αποϊδρυματοποίηση [< αγγλ. institutionalization, 1951] | |
| 21170 | ιδρυματοποιούμαι | [ἱδρυματοποιοῦμαι] ι-δρυ-μα-το-ποι-ού-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ιδρυματοποι-είται, -ηθεί, -ημένος | σπάν. στην ενεργ. φωνή} 1. εγκλείομαι σε ίδρυμα, κυρ. νοσοκομείο, γηροκομείο, ορφανοτροφείο, ψυχιατρείο: Κοινωνικοποίηση ασθενών που είτε περιθωριοποιούνται είτε ~ούνται. Αποκατάσταση ~ημένων ατόμων. 2. εμφανίζω συμπτώματα ιδρυματισμού: Παιδιά που έχουν ~ηθεί από την απομόνωση. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. institutionalize, 1905] | |
| 21171 | ίδρυση | [ἵδρυση] ί-δρυ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ιδρύω: ~ βιβλιοθήκης/εταιρείας/οργανισμού/σχολείου/τράπεζας. Έτος ~ης. Συνθήκη για την ~ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. ~ύσεις Τμημάτων Πανεπιστημίων. Πβ. αν~, δημιουργία, εγκαθ~, θεμελίωση, καθ~, συγκρότηση, σύσταση. Βλ. επαν~, συν~. ● ΦΡ.: από την ίδρυση & (λόγ.) από ιδρύσεως: από τη χρονική στιγμή που συστάθηκε: Την εικοστή επέτειο ~ ~ή του γιόρτασε χθες ο σύλλογος ... Συμπλήρωση δέκα ετών από ιδρύσεως της ομάδας. [< αρχ. ἵδρυσις] | |
| 21172 | ιδρυτής | [ἱδρυτής] ι-δρυ-τής ουσ. (αρσ.) , ιδρύτρια (η): πρόσωπο που ίδρυσε κάτι: ~ εταιρείας/κινήματος/κόμματος/Μονής (πβ. κτήτορας)/συλλόγου/σχολής. ~ μιας θεωρίας (πβ. πατέρας, πατριάρχης). ~ές του Oμίλου. Πβ. δημιουργός, θεμελιωτής.|| (ως επίθ.) Οι ιδρύτριες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [< γαλλ. fondateur] | |
| 21173 | ιδρυτικός | , ή, ό [ἱδρυτικός] ι-δρυ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ίδρυση ή τον ιδρυτή: ~ός: εταίρος/νόμος. ~ή: διακήρυξη/πράξη. ~ό: διάταγμα/κείμενο/μέλος/συμβούλιο. ~οί: τίτλοι. ~ές: μετοχές. ~ά: στελέχη. Οι ~ές αρχές ενός κόμματος. Βλ. συν~.|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. έγγραφο) της οργάνωσης (πβ. καταστατικό). [< γαλλ. fondateur] | |
| 21174 | ιδρύω | [ἱδρύω] ι-δρύ-ω ρ. (μτβ.) {ίδρυ-σα, ιδρύ-θηκε (λόγ. μτχ. ιδρυ-θείς, -θείσα, -θέν), -μένος, -οντας} 1. διαδραματίζω καθοριστικό ρόλο στη σύσταση και δημιουργία φορέα, οργανισμού, συλλογικού οργάνου: ~ επιχείρηση/εργοστάσιο/κατάστημα/κόμμα/ομάδα/τεχνικό γραφείο (πβ. ανοίγω). Η εταιρεία ~σε θυγατρική. Συνεργάστηκαν επαγγελματικά, ~οντας τις εκδόσεις ... ~εται Σωματείο με την επωνυμία ... ~εται Κεντρική Υπηρεσία για ... ~θηκε Πανεπιστήμιο με έδρα την ... ~θείς/~μένος σύλλογος (βλ. νεοϊδρυθείς).|| Η λογοτεχνική σχολή ~θηκε από τον ... Πβ. εγκαθ~, καθ~, συγκροτώ, συνιστώ. Βλ. συν~. 2. συμβάλλω στη θεμελίωση ή οικοδόμηση: ~ αποικία/συνοικισμό. ~ εκκλησία/μοναστήρι/σχολείο (πβ. ανεγείρω, κτίζω, οικοδομώ). Η σύγχρονη πόλη ~θηκε στη θέση μιας αρχαίας. Ναός ~μένος το ... μ.Χ. Πβ. δημιουργώ, θεμελιώνω. [< 1: γαλλ. fonder 2: αρχ. ἱδρύω] | |
| 21175 | ίδρωμα | [ἵδρωμα] ί-δρω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): το αποτέλεσμα του ιδρώνω: ~ των χεριών. Πβ. εφίδρωση. Βλ. εξ~. [< αρχ. ἵδρωμα ‘ιδρώτας’] | |
| 21176 | ιδρώνω | [ἱδρώνω] ι-δρώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ίδρω-σα, -σω, -μένος, ιδρών-οντας} 1. παράγω, εκκρίνω ιδρώτα ή προκαλώ την έκκρισή του: ~σα από το άγχος/από τη ζέστη. ~ουν οι μασχάλες/οι παλάμες/τα χέρια μου. ~ με τη σωματική άσκηση. ~μένη: πλάτη. Ξύπνησα ~μένη (πβ. καταϊδρωμένος).|| ~μένα: σεντόνια.|| (για ζώο) Τα άλογα ~ουν, όταν κουράζονται. ΣΥΝ. ιδροκοπώ (1) ΑΝΤ. ξεϊδρώνω 2. (μτφ.-προφ., για πρόσ.) κοπιάζω σκληρά και σε υπερβολικό βαθμό, για να πετύχω κάτι: ~ει για να ζήσει την οικογένειά του (πβ. αγωνίζομαι, παλεύω). ~σα (= ταλαιπωρήθηκα), για να τα βγάλω πέρα. ~σα (= δεινοπάθησα), μέχρι να την πείσω. Αν δεν ~σεις, πώς θα νικήσεις; Τα κατάφεραν, χωρίς να ~σουν. Πβ. δυσκολεύομαι, εξαντλούμαι, ζορίζομαι, κατα-βάλλομαι, -πονούμαι, κουράζομαι, μοχθώ.|| Δεν ~ουν καθόλου (= αδιαφορούν) για την καθυστέρηση των έργων.|| (μτβ.) Με ~σες (με το πείσμα σου)! ΣΥΝ. ιδροκοπώ (2) ● ιδρώνει: (για πράγμα) δημιουργούνται σταγόνες νερού στην επιφάνειά του: ~σε το τζάμι από τους υδρατμούς.|| (σπάν. για φυτό) ~ουν τα φύλλα από τη δροσιά. Πβ. μουσκεύει, νοτίζει, υγραίνεται. ● ΦΡ.: δεν ιδρώνει το αυτί (του) (μτφ.-προφ.): δεν τον απασχολεί, δεν τον νοιάζει: Παραβιάζεται το κράτος δικαίου, αλλά ~ ~ κανενός. ~ ~ τους, όσες διαμαρτυρίες κι αν γίνουν. ΣΥΝ. αδιαφορώ, ιδρώνει (και) ξεϊδρώνει (προφ.): για να δηλωθεί έντονη προσπάθεια ή αγωνία: Ίδρωνε ξεΐδρωνε, φυσούσε ξεφυσούσε και τελικά δεν έβγαλε λέξη., τιμώ/ιδρώνω τη φανέλα μου βλ. φανέλα [< μεσν. ιδρώνω] | |
| 21177 | ιδρώτας | [ἱδρώτας] ι-δρώ-τας ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) ίδρωτας 1. άχρωμο, ελαφρώς αλμυρό υγρό με συνήθ. έντονη οσμή, που παράγεται από τους ιδρωτοποιούς αδένες του σώματος και εκκρίνεται από τους πόρους του δέρματος με τη μορφή σταγονιδίων, κάτω από ορισμένες συνθήκες, κυρ. ζέστη, εντατική εργασία, συναισθηματική φόρτιση: χάντρες ~α. Κάτω από τον μεσημεριανό ήλιο ο ~ κυλούσε ποτάμι. Σκούπισε τον ~α από το μέτωπό του. Έσταζε από τον ~α (πβ. νερό). 2. (μτφ.) μόχθος: Έκανε περιουσία με τον ~α του (= με προσωπικό κόπο). Ζει με τον ~α του προσώπου του. Πβ. κάματος. ● ΦΡ.: με λούζει/με κόβει κρύος ιδρώτας (μτφ.-προφ.): τρέμω από τον φόβο μου, τρομοκρατούμαι: Τον έκοψε/έλουσε ~ ~, όταν σκέφτηκε τι τον περίμενε., ποτίζω κάτι με τον ιδρώτα μου (μτφ.): μοχθώ, κοπιάζω πολύ για κάτι: Πότισαν με τον ιδρώτα και το αίμα τους (= θυσιάστηκαν για) τα ιερά χώματα της πατρίδας., (είμαι/γίνομαι) μούσκεμα στον ιδρώτα βλ. μούσκεμα, λούζομαι στον ιδρώτα βλ. λούζω, χύνω αίμα/ιδρώτα βλ. χύνω [< μεσν. ιδρώτας < αρχ. ἱδρώς] | |
| 21178 | ιδρωτίλα | [ἱδρωτίλα] ι-δρω-τί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.) : η δυσάρεστη μυρωδιά που αναδίδει ο ιδρώτας του σώματος. Βλ. -ίλα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ