Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [21960-21980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21168ιδρυματισμός[ἱδρυματισμός] ι-δρυ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. το σύνολο των ψυχοσωματικών διαταραχών που προκαλεί ο εγκλεισμός σε ίδρυμα: συμπτώματα ~ού. Πβ. ασυλο-, ιδρυματο-ποίηση. 2. (μτφ.) απομονωτισμός: γραφειοκρατικός ~. ~ της οικονομίας. Καθεστώς ~ού. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. institutionalism]
21169ιδρυματοποίηση[ἱδρυματοποίηση] ι-δρυ-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): εγκλεισμός σε ίδρυμα και εμφάνιση συμπτωμάτων ιδρυματισμού: ~ των παιδιών. Βλ. -ποίηση. ΣΥΝ. ασυλοποίηση ΑΝΤ. αποϊδρυματοποίηση [< αγγλ. institutionalization, 1951]
21170ιδρυματοποιούμαι[ἱδρυματοποιοῦμαι] ι-δρυ-μα-το-ποι-ού-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ιδρυματοποι-είται, -ηθεί, -ημένος | σπάν. στην ενεργ. φωνή} 1. εγκλείομαι σε ίδρυμα, κυρ. νοσοκομείο, γηροκομείο, ορφανοτροφείο, ψυχιατρείο: Κοινωνικοποίηση ασθενών που είτε περιθωριοποιούνται είτε ~ούνται. Αποκατάσταση ~ημένων ατόμων. 2. εμφανίζω συμπτώματα ιδρυματισμού: Παιδιά που έχουν ~ηθεί από την απομόνωση. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. institutionalize, 1905]
21171ίδρυση[ἵδρυση] ί-δρυ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ιδρύω: ~ βιβλιοθήκης/εταιρείας/οργανισμού/σχολείου/τράπεζας. Έτος ~ης. Συνθήκη για την ~ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. ~ύσεις Τμημάτων Πανεπιστημίων. Πβ. αν~, δημιουργία, εγκαθ~, θεμελίωση, καθ~, συγκρότηση, σύσταση. Βλ. επαν~, συν~. ● ΦΡ.: από την ίδρυση & (λόγ.) από ιδρύσεως: από τη χρονική στιγμή που συστάθηκε: Την εικοστή επέτειο ~ ~ή του γιόρτασε χθες ο σύλλογος ... Συμπλήρωση δέκα ετών από ιδρύσεως της ομάδας. [< αρχ. ἵδρυσις]
21172ιδρυτής[ἱδρυτής] ι-δρυ-τής ουσ. (αρσ.) , ιδρύτρια (η): πρόσωπο που ίδρυσε κάτι: ~ εταιρείας/κινήματος/κόμματος/Μονής (πβ. κτήτορας)/συλλόγου/σχολής. ~ μιας θεωρίας (πβ. πατέρας, πατριάρχης). ~ές του Oμίλου. Πβ. δημιουργός, θεμελιωτής.|| (ως επίθ.) Οι ιδρύτριες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [< γαλλ. fondateur]
21173ιδρυτικός, ή, ό [ἱδρυτικός] ι-δρυ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ίδρυση ή τον ιδρυτή: ~ός: εταίρος/νόμος. ~ή: διακήρυξη/πράξη. ~ό: διάταγμα/κείμενο/μέλος/συμβούλιο. ~οί: τίτλοι. ~ές: μετοχές. ~ά: στελέχη. Οι ~ές αρχές ενός κόμματος. Βλ. συν~.|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. έγγραφο) της οργάνωσης (πβ. καταστατικό). [< γαλλ. fondateur]
21174ιδρύω[ἱδρύω] ι-δρύ-ω ρ. (μτβ.) {ίδρυ-σα, ιδρύ-θηκε (λόγ. μτχ. ιδρυ-θείς, -θείσα, -θέν), -μένος, -οντας} 1. διαδραματίζω καθοριστικό ρόλο στη σύσταση και δημιουργία φορέα, οργανισμού, συλλογικού οργάνου: ~ επιχείρηση/εργοστάσιο/κατάστημα/κόμμα/ομάδα/τεχνικό γραφείο (πβ. ανοίγω). Η εταιρεία ~σε θυγατρική. Συνεργάστηκαν επαγγελματικά, ~οντας τις εκδόσεις ... ~εται Σωματείο με την επωνυμία ... ~εται Κεντρική Υπηρεσία για ... ~θηκε Πανεπιστήμιο με έδρα την ... ~θείς/~μένος σύλλογος (βλ. νεοϊδρυθείς).|| Η λογοτεχνική σχολή ~θηκε από τον ... Πβ. εγκαθ~, καθ~, συγκροτώ, συνιστώ. Βλ. συν~. 2. συμβάλλω στη θεμελίωση ή οικοδόμηση: ~ αποικία/συνοικισμό. ~ εκκλησία/μοναστήρι/σχολείο (πβ. ανεγείρω, κτίζω, οικοδομώ). Η σύγχρονη πόλη ~θηκε στη θέση μιας αρχαίας. Ναός ~μένος το ... μ.Χ. Πβ. δημιουργώ, θεμελιώνω. [< 1: γαλλ. fonder 2: αρχ. ἱδρύω]
21175ίδρωμα[ἵδρωμα] ί-δρω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): το αποτέλεσμα του ιδρώνω: ~ των χεριών. Πβ. εφίδρωση. Βλ. εξ~. [< αρχ. ἵδρωμα ‘ιδρώτας’]
21176ιδρώνω[ἱδρώνω] ι-δρώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ίδρω-σα, -σω, -μένος, ιδρών-οντας} 1. παράγω, εκκρίνω ιδρώτα ή προκαλώ την έκκρισή του: ~σα από το άγχος/από τη ζέστη. ~ουν οι μασχάλες/οι παλάμες/τα χέρια μου. ~ με τη σωματική άσκηση. ~μένη: πλάτη. Ξύπνησα ~μένη (πβ. καταϊδρωμένος).|| ~μένα: σεντόνια.|| (για ζώο) Τα άλογα ~ουν, όταν κουράζονται. ΣΥΝ. ιδροκοπώ (1) ΑΝΤ. ξεϊδρώνω 2. (μτφ.-προφ., για πρόσ.) κοπιάζω σκληρά και σε υπερβολικό βαθμό, για να πετύχω κάτι: ~ει για να ζήσει την οικογένειά του (πβ. αγωνίζομαι, παλεύω). ~σα (= ταλαιπωρήθηκα), για να τα βγάλω πέρα. ~σα (= δεινοπάθησα), μέχρι να την πείσω. Αν δεν ~σεις, πώς θα νικήσεις; Τα κατάφεραν, χωρίς να ~σουν. Πβ. δυσκολεύομαι, εξαντλούμαι, ζορίζομαι, κατα-βάλλομαι, -πονούμαι, κουράζομαι, μοχθώ.|| Δεν ~ουν καθόλου (= αδιαφορούν) για την καθυστέρηση των έργων.|| (μτβ.) Με ~σες (με το πείσμα σου)! ΣΥΝ. ιδροκοπώ (2) ● ιδρώνει: (για πράγμα) δημιουργούνται σταγόνες νερού στην επιφάνειά του: ~σε το τζάμι από τους υδρατμούς.|| (σπάν. για φυτό) ~ουν τα φύλλα από τη δροσιά. Πβ. μουσκεύει, νοτίζει, υγραίνεται. ● ΦΡ.: δεν ιδρώνει το αυτί (του) (μτφ.-προφ.): δεν τον απασχολεί, δεν τον νοιάζει: Παραβιάζεται το κράτος δικαίου, αλλά ~ ~ κανενός. ~ ~ τους, όσες διαμαρτυρίες κι αν γίνουν. ΣΥΝ. αδιαφορώ, ιδρώνει (και) ξεϊδρώνει (προφ.): για να δηλωθεί έντονη προσπάθεια ή αγωνία: Ίδρωνε ξεΐδρωνε, φυσούσε ξεφυσούσε και τελικά δεν έβγαλε λέξη., τιμώ/ιδρώνω τη φανέλα μου βλ. φανέλα [< μεσν. ιδρώνω]
21177ιδρώτας[ἱδρώτας] ι-δρώ-τας ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) ίδρωτας 1. άχρωμο, ελαφρώς αλμυρό υγρό με συνήθ. έντονη οσμή, που παράγεται από τους ιδρωτοποιούς αδένες του σώματος και εκκρίνεται από τους πόρους του δέρματος με τη μορφή σταγονιδίων, κάτω από ορισμένες συνθήκες, κυρ. ζέστη, εντατική εργασία, συναισθηματική φόρτιση: χάντρες ~α. Κάτω από τον μεσημεριανό ήλιο ο ~ κυλούσε ποτάμι. Σκούπισε τον ~α από το μέτωπό του. Έσταζε από τον ~α (πβ. νερό). 2. (μτφ.) μόχθος: Έκανε περιουσία με τον ~α του (= με προσωπικό κόπο). Ζει με τον ~α του προσώπου του. Πβ. κάματος. ● ΦΡ.: με λούζει/με κόβει κρύος ιδρώτας (μτφ.-προφ.): τρέμω από τον φόβο μου, τρομοκρατούμαι: Τον έκοψε/έλουσε ~ ~, όταν σκέφτηκε τι τον περίμενε., ποτίζω κάτι με τον ιδρώτα μου (μτφ.): μοχθώ, κοπιάζω πολύ για κάτι: Πότισαν με τον ιδρώτα και το αίμα τους (= θυσιάστηκαν για) τα ιερά χώματα της πατρίδας., (είμαι/γίνομαι) μούσκεμα στον ιδρώτα βλ. μούσκεμα, λούζομαι στον ιδρώτα βλ. λούζω, χύνω αίμα/ιδρώτα βλ. χύνω [< μεσν. ιδρώτας < αρχ. ἱδρώς]
21178ιδρωτίλα[ἱδρωτίλα] ι-δρω-τί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.) : η δυσάρεστη μυρωδιά που αναδίδει ο ιδρώτας του σώματος. Βλ. -ίλα.
21179ιδρωτοποιός, ός, ό [ἱδρωτοποιός] ι-δρω-το-ποι-ός επίθ.: στο ● ΣΥΜΠΛ.: ιδρωτοποιοί αδένες: ΑΝΑΤ. που παράγουν ιδρώτα. Βλ. -ποιός. [< μτγν. ἱδρωτοποιός, γαλλ. sudorifère]
21180ιδωθείβλ. βλέπω
21182ιδωμένος, η, ο [ἰδωμένος] ι-δω-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που έχει γίνει αντιληπτός, έχει εξεταστεί: Θέμα ~ο από τη σκοπιά/μέσα από/υπό το πρίσμα του ... ● βλ. βλέπω
21183ΙΕΕΕ(η): Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος.
21184ΙΕΚ(το): Ινστιτούτο Επαγγελματικής Κατάρτισης.
21185ΙΕΛ(το): Ινστιτούτο Επεξεργασίας του Λόγου.
21186ΙΕΠ(το): Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής.
21187ιερ-βλ. ιερο-
21189ιερακόμορφα[ἱερακόμορφα] ι-ε-ρα-κό-μορ-φα ουσ. (ουδ.) (τα): ΟΡΝΙΘ. τάξη αρπακτικών πτηνών: Οι αετοί, τα γεράκια και οι γύπες ανήκουν στα ~. [< μτγν. ἱερακόμορφος ‘που έχει τη μορφή γερακιού’, αγγλ.-γαλλ. falconiformes]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.