Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [2180-2200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1201αθηρωματικός, ή, ό [ἀθηρωματικός] α-θη-ρω-μα-τι-κός επίθ. & (σπάν.) αθηρωματώδης: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στο ή προκαλείται από αθήρωμα ή εμφανίζει αθηρωμάτωση: ~ός: δείκτης. ~ή: στένωση. ~ές: αλλοιώσεις.|| (ως ουσ.: πρόσωπο που πάσχει από αθηρωμάτωση). ● ΣΥΜΠΛ.: αθηρωματική πλάκα: ΙΑΤΡ. το στρώμα που δημιουργείται στο εσωτερικό τοίχωμα των αρτηριών λόγω της μακροχρόνιας εναπόθεσης χοληστερόλης, λίπους, ασβεστίου και άλλων στοιχείων του αίματος. ΣΥΝ. αθήρωμα [< γαλλ. athéromateux]
1202αθηρωμάτωση[ἀθηρωμάτωση] α-θη-ρω-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αθηροσκλήρωση. [< γαλλ. athéromatose]
1203αθησαύριστος, η, ο [ἀθησαύριστος] α-θη-σαύ-ρι-στος επίθ. (επίσ.): που δεν έχει θησαυριστεί, δεν έχει καταγραφεί ή συλλεγεί: ~ος: (ιστορικός/λαογραφικός) πλούτος. ~ο: έργο/υλικό. ~οι: νεολογισμοί. ~ες: λέξεις/παροιμίες. ~α: δημοτικά τραγούδια/λήμματα (ΑΝΤ. αποθησαυρισμένα). [< αρχ. ἀθησαύριστος]
1204αθιγγανικός, ή, ό [ἀθιγγανικός] α-θιγ-γα-νι-κός επίθ. (λόγ.): τσιγγάνικος.
1205αθίγγανος, αθίγγανη[ἀθίγγανος] α-θίγ-γα-νος επίθ./ουσ. & αθιγγανίδα (επίσ.): τσιγγάνος. [< μεσν. αθίγγανος]
1206άθικτος, η, ο [ἄθικτος] ά-θι-κτος επίθ. & (προφ.) άθιχτος 1. που δεν τον έχουν αγγίξει ή χρησιμοποιήσει: Το κεφάλαιο των καταθέσεων παραμένει ~ο (= ακέραιο). Το χρηματοκιβώτιο βρέθηκε ~ο (= ανέπαφο, απείραχτο). Πωλείται ~η τηλεόραση (: καινούργια, αμεταχείριστη) μέσα στο κουτί της. Τα γλυκά έμειναν όλα ~α (: αφάγωτα). ΣΥΝ. ανέγγιχτος (2) 2. (μτφ.) που δεν έχει φθαρεί, δεν έχει υποστεί (υλική ή ηθική) βλάβη ή αλλαγή: ~η: μνήμη (: άφθαρτη). ~ο: μνημείο/(φυσικό) περιβάλλον/τοπίο. ~α: προνόμια. Ο κορμός του διοικητικού συμβουλίου/της κυβέρνησης παραμένει ~. Διατήρησε ~ο (= αλώβητο) το επιστημονικό και ηθικό του κύρος. Κτίρια ~α από τους βομβαρδισμούς/τον σεισμό. 3. (μτφ.) που δεν το έθιξε, δεν αναφέρθηκε σε αυτό κανείς: Το ζήτημα/θέμα/πρόβλημα (παρ)έμεινε ~ο. [< αρχ. ἄθικτος]
1207άθλημα[ἄθλημα] ά-θλη-μα ουσ. (ουδ.) {αθλήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. σωματική κυρ. δραστηριότητα ή συνήθ. αγώνισμα με κανόνες, που στοχεύει στην επίτευξη καλύτερων επιδόσεων, στην εκγύμναση του σώματος ή/και την ψυχαγωγία: ακριβό (π.χ. αερομοντελισμός)/ατομικό/δημοφιλές/λαϊκό/ομαδικό/(παρα)ολυμπιακό/πνευματικό (βλ. μπριτζ)/ριψοκίνδυνο/χειμερινό ~. Αγωνιστικά/ψυχαγωγικά ~ατα. ~ατα δράσης/στίβου. Ομοσπονδίες ~άτων. Ασκούμαι σε/ασχολούμαι με/διαπρέπω σε/καλλιεργώ ένα ~. Βλ. πρωτ~.|| (μτφ. για κάτι αρνητικό που έχει ευρύτατη διάδοση) Εθνικό ~. Πβ. σπορ. 2. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) υψηλή και δύσκολη επιδίωξη, κατόρθωμα: το ~ της αρετής/της ελευθερίας. Αντιμετωπίζει τη συνεχή κοινωνική προσφορά ως ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ακραία αθλήματα & εξτρίμ σπορ: επικίνδυνες και θεαματικές αθλητικές δραστηριότητες που απαιτούν έντονη σωματική προσπάθεια: ~ ~ στον αέρα (πβ. αεράθλημα)/στο νερό. Τα ~ ~ ανεβάζουν την αδρεναλίνη στα ύψη. [< αγγλ. extreme sports, 1989] , ευγενές άθλημα: άθλημα ή ενασχόληση που καλλιεργεί το ήθος ή/και το πνεύμα: Το ~ ~ του γκολφ/του σκακιού.|| (μτφ.-ειρων.) το ~ ~ της κερδοσκοπίας/του τζόγου., θαλάσσια σπορ/αθλήματα βλ. σπορ, ναυτικά αθλήματα/αγωνίσματα βλ. ναυτικός [< 1: αρχ. ἄθλημα, αγγλ.-γαλλ. sport 2: μτγν. ἄθλημα]
1208άθληση[ἄθληση] ά-θλη-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ήσεως} 1. ενασχόληση με τον αθλητισμό, με ένα ή περισσότερα αθλήματα, γυμναστική: αεροβική/ομαδική/σχολική/σωματική/τακτική ~. ~ για όλους/στην ύπαιθρο/στη φύση. ~ και αναψυχή/υγεία/ψυχαγωγία. Ιατρική (= αθλητιατρική)/κέντρα/χώροι ~ης. Η καθημερινή ~ συμβάλλει στη μακροζωία. Πβ. εκγύμναση, γύμνασμα. 2. (μτφ.-λόγ.) επίπονη διανοητική και ψυχική κυρ. προσπάθεια ή δοκιμασία για την επίτευξη ορισμένου στόχου: ηθική ~. Η επιστημονική έρευνα/καλλιτεχνική δημιουργία είναι μια συνεχής πνευματική ~. [< μτγν. ἄθλησις]
1209αθλητής, αθλήτρια[ἀθλητής] α-θλη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που αθλείται συστηματικά, επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά: βετεράνος/κορυφαίος ~. ~ της (ενόργανης ή ~τρια ρυθμικής) γυμναστικής/κολύμβησης/πάλης/ποδηλασίας/του στίβου. ~ές με αναπηρία/παγκοσμίου επιπέδου. Βράβευση/επιδόσεις/κατάταξη/μεταγραφές/προπόνηση ~ών/~τριών. Ανακηρύχθηκε ~ της χρονιάς. ~ές που διακρίθηκαν/κατέκτησαν μετάλλια/κατέλαβαν την πρώτη θέση στους (Παρα)ολυμπιακούς Αγώνες. Οι ~ές αγωνίζονται/συμμετέχουν σε αγώνες. Επιλογή/κλήρωση ~ών για έλεγχο ντόπινγκ. Βλ. αερ~, δεκ~, πρωτ~, συν~, τριτ~, υπερ~, επταθλήτρια. 2. (μτφ.-λόγ.) πρόσωπο που έχει αναλάβει δύσκολο πνευματικό ή/και ψυχικό αγώνα: ~ της ζωής/του πνεύματος/της χριστιανικής πίστης. Πβ. μαχητής. ● ΣΥΜΠΛ.: πόδι του αθλητή (προφ.): ΙΑΤΡ. μυκητίαση του ποδιού. Βλ. τριχοφυτία. [< γαλλ. pied d'athlète, αγγλ. athlete's foot, 1928] [< 1: αρχ. ἀθλητής, γαλλ. athlète, αγγλ. athlete, γερμ. Athlet 2: μτγν. ἀθλητής]
1210αθλητιατρική[ἀθλητιατρική] α-θλη-τι-α-τρι-κή ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-καταχρ.) αθλιατρική: ΙΑΤΡ. κλάδος που ασχολείται με την πρόληψη και θεραπεία των αθλητικών κακώσεων: εφαρμοσμένη/ορθοπαιδική/πειραματική ~. Βλ. -ιατρική. [< αγγλ. sports medicine, 1952]
1211αθλητιατρικός, ή, ό [ἀθλητιατρικός] α-θλη-τι-α-τρι-κός επίθ. & (σπάν.-καταχρ.) αθλιατρικός: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την αθλητιατρική ή τον αθλητίατρο: ~ός: έλεγχος. ~ή: διάγνωση. ~ά: είδη. Βλ. -ιατρικός.
1212αθλητίατρος[ἀθλητίατρος] α-θλη-τί-α-τρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (καταχρ.) αθλίατρος : ΙΑΤΡ. γιατρός ειδικός στην αθλητιατρική: ~ ομάδας. ~ και ορθοπαιδικός. ~οι ειδικευμένοι σε θέματα αναβολικών. Βλ. -ίατρος.
1213αθλητικογραφία[ἀθλητικογραφία] α-θλη-τι-κο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ. η περιγραφή, η ανάλυση και ο σχολιασμός αθλητικών γεγονότων και θεμάτων. Βλ. αθλητικό ρεπορτάζ, -γραφία.
1214αθλητικογράφος[ἀθλητικογράφος] α-θλη-τι-κο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): δημοσιογράφος που περιγράφει, σχολιάζει και αναλύει αθλητικά γεγονότα και θέματα, αθλητικός συντάκτης. Βλ. -γράφος, σπορτκάστερ. [< αγγλ. sportswriter, 1927]
1215αθλητικός, ή, ό [ἀθλητικός] α-θλη-τι-κός επίθ. 1. ΑΘΛ. που αναφέρεται στον αθλητή, τον αθλητισμό ή την άθληση: ~ός: αγώνας/ανταποκριτής/δημοσιογράφος (πβ. σπορτκάστερ)/διαιτολόγος/εισαγγελέας/κόσμος/νόμος/οργανισμός/παράγοντας/στίβος/στοιχηματισμός/σύλλογος/σύνδεσμος/φανατισμός (πβ. χουλιγκανισμός)/φορέας/χορός (βλ. καλλιτεχνικό πατινάζ, συγχρονισμένη κολύμβηση)/χώρος (βλ. γήπεδο, στάδιο)/ψυχολόγος. ~ή: απόδοση/δικαιοσύνη/διοργάνωση/εκπαίδευση/εκπομπή/ένωση/επικαιρότητα/επιστήμη (βλ. φυσική αγωγή)/επιτροπή/λέσχη/ομοσπονδία/παιδαγωγική/παιδεία/συνάντηση/φιέστα/φόρμα/ψυχολογία. ~ό: γεγονός/δελτίο/δίκαιο/ήθος/κέντρο/παιχνίδι/πρόγραμμα/ρεπορτάζ/στοίχημα/σχολείο/σωματείο/τμήμα/φανελάκι. ~ές: ασκήσεις (βλ. γυμναστική)/δραστηριότητες. ~ά: βραβεία/είδη/νέα/όργανα/παπούτσια/ρούχα/ταλέντα. Βλ. αερ~, αντι~, εξω~, ναυτ~. 2. που είναι δυνατός και μυώδης, που έχει την εμφάνιση και τις συνήθειες αθλητή: ~ή: κορμοστασιά. ~ό: παράστημα/σώμα (= γυμνασμένο, ΑΝΤ. αγύμναστο). Εμφανίσιμος και ~. Πβ. γεροδεμένος. ● Ουσ.: αθλητικά (τα) 1. ειδήσεις που αφορούν τον αθλητισμό: Παρακολουθώ ~ στην τηλεόραση. 2. (προφ.) αθλητικά παπούτσια: Φορώ ~. ● επίρρ.: αθλητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αθλητική καρδιά: ΙΑΤΡ. υπερτροφία της καρδιάς που οφείλεται σε μακροχρόνια άσκηση: Το σύνδρομο της ~ής ~άς., αθλητικό ιδεώδες: το να αγωνίζεται ο αθλητής για τη νίκη, προτάσσοντας τον σεβασμό στον αντίπαλο και την αρμονική ανάπτυξη σώματος και ψυχής: Το ~ ~ του ολυμπισμού. Η εμπορευματοποίηση/το ντόπινγκ αλλοιώνει το γνήσιο ~ ~. Πβ. ευ αγωνίζεσθαι. Βλ. αντιαθλητικός., αθλητικό πνεύμα: ευγενής άμιλλα, αναγνώριση του καλύτερου και ικανότερου στον αθλητισμό: Η χρήση απαγορευμένων ουσιών είναι αντίθετη με το ~ ~., αθλητικός τύπος 1. γεροδεμένο άτομο: Μυώδης και ~ ~. 2. {μόνο στον εν.} αθλητικές εφημερίδες και περιοδικά., αθλητική βιομηχανική βλ. βιομηχανική, αθλητικός δικαστής βλ. δικαστής, αθλητικός τουρισμός βλ. τουρισμός, φυσική/σωματική/αθλητική αγωγή βλ. αγωγή [< 1: αρχ. ἀθλητικός, αγγλ. athletic 2: γαλλ. athlétique]
1216αθλητικότητα[ἀθλητικότητα] α-θλη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αθλητικού· αθλητικό πνεύμα: ~, δύναμη, αντοχή και επιδεξιότητα.|| Η ~ του αγώνα/της ομάδας. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. sportivité, 1898]
1217αθλητισμός[ἀθλητισμός] α-θλη-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. το σύνολο των αθλημάτων, η συστηματική ενασχόληση με αυτά και γενικότ. η οργανωτική δομή του αθλητικού συστήματος: αγωνιστικός/επαγγελματικός/ερασιτεχνικός/λαϊκός/μαζικός/σχολικός/χειμερινός ~. ~ ατόμων με αναπηρίες ή ειδικές ανάγκες/υψηλών επιδόσεων. Γενική Γραμματεία/μουσείο/οργανισμός/πρόγραμμα ~ού. Αγαπώ τον/ασχολούμαι με τον/διακρίνομαι στον/επιδίδομαι στον/κάνω ~ό. Βλ. αερ~, ναυτ~, πρωτ~, -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: κλασικός αθλητισμός & αθλητισμός στίβου: το σύνολο των αθλημάτων της κλασικής αρχαιότητας που έχουν επιβιώσει μέχρι σήμερα και (ειδικότ.-καταχρ.) τα αγωνίσματα στίβου (άλματα, δρόμοι, ρίψεις)., μηχανοκίνητος αθλητισμός & μηχανοκίνητα σπορ/αθλήματα: το σύνολο των αθλημάτων που διεξάγονται με μηχανικά μέσα: Οι αγώνες μοτοσικλέτας, η φόρμουλα 1, το τζετ σκι ανήκουν στον ~ο ~ό. [< γαλλ. athlétisme]
1218αθλητοπρέπεια[ἀθλητοπρέπεια] α-θλη-το-πρέ-πει-α ουσ. (θηλ.) (επίσ., κυρ. στην Κύπρο): συμπεριφορά και ήθος που αρμόζουν σε αθλητή και προάγουν το αθλητικό πνεύμα.
1219αθλητοπρεπής, ής, ές [ἀθλητοπρεπής] α-θλη-το-πρε-πής επίθ. (επίσ., κυρ. στην Κύπρο): που τον διακρίνει αθλητοπρέπεια: ~ής: συμπεριφορά. Βλ. -πρεπής.
1220αθλιατρικήβλ. αθλητιατρική

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.