| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21190 | ιεραποστολή | [ἱεραποστολή] ι-ε-ρα-πο-στο-λή ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. οργανωμένη αποστολή κληρικών και μελών θρησκευτικών οργανώσεων με σκοπό τη διάδοση της χριστιανικής πίστης· συνεκδ. το αντίστοιχο ίδρυμα, κτίριο: εσωτερική (: στο εσωτερικό μιας χώρας)/εξωτερική (: σε χώρες του εξωτερικού) ~.|| (με κεφαλ. Ι) Ορθόδοξη ~ του Πατριαρχείου. [< γαλλ. mission] | |
| 21191 | ιεραποστολικός | , ή, ό [ἱεραποστολικός] ι-ε-ρα-πο-στο-λι-κός επίθ. 1. ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με την ιεραποστολή ή τον ιεραπόστολο: ~ός: μοναχισμός. ~ή: αδελφότητα/δράση. ~ό: έργο. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από ένθερμη πίστη, αυτοθυσία και διάθεση προσφοράς: Υπηρετεί την επιστήμη με ~ό ζήλο. ● επίρρ.: ιεραποστολικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. missionnaire] | |
| 21192 | ιεραπόστολος | [ἱεραπόστολος] ι-ε-ρα-πό-στο-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -όλου} 1. ΕΚΚΛΗΣ. κληρικός, μοναχός ή σπανιότ. λαϊκός που κηρύττει τη χριστιανική πίστη και προσφέρει φιλανθρωπικό έργο σε μη χριστιανικές χώρες ή στο εσωτερικό της χώρας του. 2. (μτφ.) πρόσωπο που υπηρετεί κάτι με αφοσίωση, αναλαμβάνοντας με αυτοθυσία και ανιδιοτέλεια τη διάδοσή του: ~ της δημοκρατίας/της ελευθερίας. Πβ. αγωνιστής, μάρτυρας. [< μεσν. ιεραπόστολος 'ιερός Απόστολος', γαλλ. missionnaire] | |
| 21193 | ιεράρχης | [ἱεράρχης] ι-ε-ράρ-χης ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. ονομασία ανώτατου κληρικού, πατριάρχη, αρχιεπισκόπου, μητροπολίτη, επισκόπου: άξιος/λαμπρός/σεμνός ~. Βλ. -άρχης, πρωθ~. ● ΣΥΜΠΛ.: οι Τρεις Ιεράρχες: οι τρεις Πατέρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος: η εορτή των ~ών ~ών (: στις 30 Ιανουαρίου). [< μτγν. ἱεράρχης] | |
| 21194 | ιεράρχηση | [ἱεράρχηση] ι-ε-ράρ-χη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ιεραρχώ: ~ αναγκών/κανόνων/προβλημάτων/προτεραιοτήτων/στόχων. Κοινωνικές ~ήσεις. Πβ. αξιολόγηση, ιεραρχία, κατάταξη. Βλ. προτεραιοποίηση. [< γαλλ. hiérarchisation, αγγλ. hierarchization, 1954] | |
| 21195 | ιεραρχία | [ἱεραρχία] ι-ε-ραρ-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. κοινωνική οργάνωση στην οποία καθένας βρίσκεται σε μια κλιμακωτή σειρά άσκησης εξουσίας: ακαδημαϊκή/δημοσιοϋπαλληλική/διοικητική/δομημένη/εκκλησιαστική/επαγγελματική/κομματική/κρατική/κυβερνητική/πολιτική/στρατιωτική/υπαλληλική ~. ~ του προσωπικού της Διεύθυνσης. Τα επίπεδα/η κεφαλή/η κορυφή/υπέρβαση της ~ας. Πρώτος στην ~. Τα αξιώματα στην ~. Περνώ από όλες τις βαθμίδες/όλα τα σκαλοπάτια της ~ας. Ανέβηκε/ανήλθε όλη την κλίμακα της ~ας. Κατέχει πολύ υψηλή θέση στην ~ της εταιρείας. Βλ. διαβάθμιση.|| (συνεκδ.) Η ~ της Αστυνομίας/των Ενόπλων Δυνάμεων/του Υπουργείου (= το σύνολο των υψηλόβαθμων στελεχών). Βλ. -αρχία. 2. κατάταξη των στοιχείων ενός συνόλου σε σειρά κατά τρόπο ώστε καθένα από αυτά να είναι ανώτερο από εκείνο που ακολουθεί: ηθική ~. ~ των αναγκών/αξιών.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~ των όντων. Πβ. ιεράρχηση. 3. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. το αρχικό Ι) το σύνολο των ανώτατων κληρικών που κατέχουν επισκοπική εξουσία: Ορθόδοξη/Καθολική ~. Στους κόλπους της ~ας. Η Ιερά Σύνοδος της ~ας (της Εκκλησίας της Ελλάδας). 4. ΠΛΗΡΟΦ. εκτέλεση λειτουργιών σε υπολογιστικά συστήματα με σειρά προτεραιότητας: ψηφιακή ~. ~ κλάσεων/μνήμης. ● ΣΥΜΠΛ.: ουράνια ιεραρχία βλ. ουράνιος [< μτγν. ἱεραρχία, γαλλ. hiérarchie, αγγλ. hierarchy] | |
| 21196 | ιεραρχικός | , ή, ό [ἱεραρχικός] ι-ε-ραρ-χι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την ιεραρχία ή γίνεται σύμφωνα με αυτή: ~ός: έλεγχος (: που ασκείται από ανώτερα διοικητικά όργανα). ~ή: βαθμίδα/διάρθρωση (υπηρεσίας)/δομή/εξέλιξη (υπαλλήλων)/θέση/κλίμακα/οργάνωση (της δημόσιας διοίκησης). Κατά ~ή τάξη. 2. ΠΛΗΡΟΦ. που οργανώνεται με τη μορφή δενδροδιαγράμματος, που ταξινομείται βάσει του κριτηρίου της υπόταξης ή της εξάρτησης των κατώτερων επιπέδων από τα ανώτερα: ~ή: δρομολόγηση/σχεδίαση. ~ό: δέντρο/δίκτυο (υπολογιστών)/σύστημα αρχείων. ● επίρρ.: ιεραρχικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ιεραρχική προσφυγή βλ. προσφυγή [< μτγν. ἱεραρχικός, γαλλ. hiérarchique, αγγλ. hierarchical] | |
| 21197 | ιεραρχώ | [ἱεραρχῶ] ι-ε-ραρ-χώ ρ. (μτβ.) {ιεραρχ-είς ..., -ώντας | ιεράρχ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: τοποθετώ σε σειρά προτεραιότητας, οργανώνω, τακτοποιώ: ~ τα αιτήματα/τις ανάγκες/τις αξίες. Το πρόβληµα ~ήθηκε ως πρώτο/στην τέταρτη θέση. ~ήθηκε η ύλη του επιμορφωτικού προγράμματος σε κλιμακούμενους στόχους. ~ημένη: δομή. Πβ. αξιολογώ, κατατάσσω. [< μτγν. ἱεραρχῶ 'είμαι ιεράρχης', γαλλ. hiérarchiser, αγγλ. hierarchize] | |
| 21198 | ιερατείο | [ἱερατεῖο] ι-ε-ρα-τεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΘΡΗΣΚ. οι κάτοχοι του ιερατικού αξιώματος, το σύνολο των κληρικών θρησκείας, χώρας, εκκλησίας: το εκκλησιαστικό/ορθόδοξο/χριστιανικό ~. Πβ. κλήρος.|| (ΙΣΤ.) Το ~ της αρχαίας Αιγύπτου. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) κλειστή ομάδα ατόμων με κοινές πεποιθήσεις ή επιδιώξεις, που λαμβάνουν έμμεσα τις αποφάσεις ή κινούν τα νήματα των εξελίξεων του χώρου στον οποίο ανήκουν: κοσμικό ~. Το ~ της δημοσιογραφίας/του καθεστώτος/της πολιτικής. Πβ. νομενκλατούρα. [< μτγν. ἱερατεῖον] | |
| 21199 | ιερατικός | , ή, ό [ἱερατικός] ι-ε-ρα-τι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τους ιερείς ή το ιερατείο: ~ός: βαθμός/προϊστάμενος. ~ή: σχολή (βλ. ιεροδιδασκαλείο). ~ό: αξίωμα (= ιεροσύνη)/λειτούργημα/σχήμα (: η ενδυμασία ή κυρ. η ιδιότητα του ιερέα). ~ά: άμφια (βλ. λ.)/καθήκοντα. Βλ. αρχ~.|| (κατ' επέκτ.) Σεβάσμια ~ή μορφή. ● επίρρ.: ιερατικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ιερατική γραφή: ΓΛΩΣΣ. ιερογλυφικά. [< αρχ. ἱερατικός, γαλλ. hiératique, αγγλ. hieratic] | |
| 21200 | ιερέας | [ἱερέας] ι-ε-ρέ-ας ουσ. (αρσ.) {ιερ-έα (λόγ.) -έως | -είς, -έων} ΣΥΝ. θρησκευτικός λειτουργός 1. ΕΚΚΛΗΣ. (στην Ορθόδοξη Εκκλησία) κληρικός που ανήκει στον δεύτερο βαθμό της ιεροσύνης ανάμεσα στον διάκονο και τον επίσκοπο, εφημέριος, πρεσβύτερος· κατ' επέκτ. (σπανιότ.) ονομασία κληρικών και των τριών εκκλησιαστικών βαθμίδων: Διετέλεσε/χειροτονήθηκε ~. Πβ. ιερουργός, ιερωμένος, παπάς, ρασοφόρος. Βλ. αρχ~, πρωθ~. 2. ΘΡΗΣΚ. λειτουργός θρησκείας ή συγκεκριμένης θεότητας, αυτός που κατέχει το ιερατικό αξίωμα και είναι υπεύθυνος για την τέλεση των θρησκευτικών μυστηρίων: καθολικός/μουσουλμάνος (βλ. ιμάμης, μουεζίνης, μουφτής, χότζας)/προτεστάντης (βλ. πάστορας) ~.|| (ΑΡΧ.) ~ του Απόλλωνα/Δία. [< 1: μεσν. ιερέας < μτγν. ἱερεύς 2: αρχ. ~, γαλλ. prêtre] | |
| 21201 | ιέρεια | [ἱέρεια] ι-έ-ρει-α ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧ.-ΘΡΗΣΚ. (κυρ. στις πολυθεϊστικές θρησκείες) γυναίκα ή νεαρή κοπέλα η οποία υπηρετεί θεό ή θεότητα, υπεύθυνη για την τέλεση των θρησκευτικών μυστηρίων: η ~ της Αθηνάς/του μαντείου των Δελφών.|| (κατ' επέκτ., σήμερα:) Οι ~ες της αφής της Ολυμπιακής Φλόγας. Βλ. πρωθ~. 2. (μτφ.) γυναίκα που υπηρετεί με ζήλο ένα καλλιτεχνικό είδος: ~ του θεάτρου/της μουσικής/της τέχνης/του χορού. ● ΣΥΜΠΛ.: ιέρεια της Αφροδίτης (μτφ.): ιερόδουλη. [< αρχ. ἱέρεια] | |
| 21202 | ιερεμιάδα | [ἱερεμιάδα] ι-ε-ρε-μι-ά-δα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): περιγραφή γεγονότος, κατάστασης με αρνητική και μεμψίμοιρη διάθεση: Εξαπολύουν μύδρους και ~ες. Οι τελευταίες εξελίξεις διέψευσαν τις ~ες. Πβ. καταστροφολογία, μεμψιμοιρία. Βλ. θρηνωδία, Κασσάνδρα, κλαψούρισμα, παράπονο. [< γαλλ. jérémiade, αγγλ. jeremiad] | |
| 21204 | ιερό | [ἱερό] ι-ε-ρό ουσ. (ουδ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. χώρος του χριστιανικού ναού όπου βρίσκεται η Αγία Τράπεζα και ο οποίος χωρίζεται από τον κυρίως ναό με τέμπλο. Πβ. άβατο, τα Άγια των Αγίων, άδυτο, Ιερό/Άγιο Βήμα. Βλ. αψίδα, εικονοστάσι, κόγχη. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. ναός ή τόπος αφιερωμένος σε θεό ή θεότητες: το ~ της Αθηνάς/του Απόλλωνα. Το ~ της Ολυμπίας. Βωμός ~ού. Πβ. τέμενος. ● βλ. ιερός [< 1: μτγν. ἱερόν 2: αρχ. ~] | |
| 21205 | ιερο- | & ιερό- & ιερ-· α' συνθετικό λέξεων που δηλώνει 1. τον ιερέα: ιερο-διάκονος/~διδάσκαλος/~μόναχος. 2. (συνήθ. στη χριστιανική θρησκεία) τα ιερά, τα θεία: ιερο-κήρυκας/~μάρτυρας. Ιερ-απόστολος. | |
| 21206 | ιερογλυφικά | [ἱερογλυφικά] ι-ε-ρο-γλυ-φι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) 1. ΓΛΩΣΣ. σύστημα γραφής, συνήθ. στην αρχαία Αίγυπτο, από εικόνες ή σύμβολα που αποδίδουν τη σημασία μιας λέξης ή αντιπροσωπεύουν έναν ή περισσότερους φθόγγους· συνεκδ. καθένας από αυτούς τους χαρακτήρες: αιγυπτιακά/κρητικά ~. Αποκρυπτογράφηση των ~ών. Πβ. ιερατική γραφή. 2. (μτφ.-προφ.) δυσανάγνωστα γράμματα. Πβ. ορνιθοσκαλίσματα. [< 1: μτγν. ἱερογλυφικά] | |
| 21207 | ιερογλυφικός | , ή, ό [ἱερογλυφικός] ι-ε-ρο-γλυ-φι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τα ιερογλυφικά: ~ή: γραφή. ~ά: κείμενα. [< μτγν. ἱερογλυφικός, γαλλ. hiéroglyphique, αγγλ. hieroglyphic] | |
| 21208 | ιεροδιάκονος | [ἱεροδιάκονος] ι-ε-ρο-δι-ά-κο-νος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όνου}: ΕΚΚΛΗΣ. διάκονος που προέρχεται από την τάξη των μοναχών: ~ του Ιερού Ναού ... Βλ. ιερομόναχος. [< μεσν. ιεροδιάκονος] | |
| 21209 | ιεροδιδασκαλείο | [ἱεροδιδασκαλεῖο] ι-ε-ρο-δι-δα-σκα-λεί-ο ουσ. (ουδ.): ΘΡΗΣΚ. ιερατική σχολή όπου φοιτούν οι μελλοντικοί ιεροδιδάσκαλοι: μουσουλμανικό ~ (πβ. μεντρεσές). ΣΥΝ. ιεροσπουδαστήριο | |
| 21210 | ιεροδιδάσκαλος | [ἱεροδιδάσκαλος] ι-ε-ρο-δι-δά-σκα-λος ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που είναι ταυτόχρονα ιερέας και δάσκαλος βασικής εκπαίδευσης. 2. (ειδικότ. στον μουσουλμανισμό) ιερωμένος που είναι επιφορτισμένος με τη διδασκαλία και το κήρυγμα του Κορανίου. Πβ. χότζας. Βλ. ιμάμης. [< πβ. μτγν. ἱεροδιδάσκαλος ‘δάσκαλος των ιερών τελετών’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ