Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [22000-22020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21201ιέρεια[ἱέρεια] ι-έ-ρει-α ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧ.-ΘΡΗΣΚ. (κυρ. στις πολυθεϊστικές θρησκείες) γυναίκα ή νεαρή κοπέλα η οποία υπηρετεί θεό ή θεότητα, υπεύθυνη για την τέλεση των θρησκευτικών μυστηρίων: η ~ της Αθηνάς/του μαντείου των Δελφών.|| (κατ' επέκτ., σήμερα:) Οι ~ες της αφής της Ολυμπιακής Φλόγας. Βλ. πρωθ~. 2. (μτφ.) γυναίκα που υπηρετεί με ζήλο ένα καλλιτεχνικό είδος: ~ του θεάτρου/της μουσικής/της τέχνης/του χορού. ● ΣΥΜΠΛ.: ιέρεια της Αφροδίτης (μτφ.): ιερόδουλη. [< αρχ. ἱέρεια]
21202ιερεμιάδα[ἱερεμιάδα] ι-ε-ρε-μι-ά-δα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): περιγραφή γεγονότος, κατάστασης με αρνητική και μεμψίμοιρη διάθεση: Εξαπολύουν μύδρους και ~ες. Οι τελευταίες εξελίξεις διέψευσαν τις ~ες. Πβ. καταστροφολογία, μεμψιμοιρία. Βλ. θρηνωδία, Κασσάνδρα, κλαψούρισμα, παράπονο. [< γαλλ. jérémiade, αγγλ. jeremiad]
21204ιερό[ἱερό] ι-ε-ρό ουσ. (ουδ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. χώρος του χριστιανικού ναού όπου βρίσκεται η Αγία Τράπεζα και ο οποίος χωρίζεται από τον κυρίως ναό με τέμπλο. Πβ. άβατο, τα Άγια των Αγίων, άδυτο, Ιερό/Άγιο Βήμα. Βλ. αψίδα, εικονοστάσι, κόγχη. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. ναός ή τόπος αφιερωμένος σε θεό ή θεότητες: το ~ της Αθηνάς/του Απόλλωνα. Το ~ της Ολυμπίας. Βωμός ~ού. Πβ. τέμενος. ● βλ. ιερός [< 1: μτγν. ἱερόν 2: αρχ. ~]
21205ιερο-& ιερό- & ιερ-· α' συνθετικό λέξεων που δηλώνει 1. τον ιερέα: ιερο-διάκονος/~διδάσκαλος/~μόναχος. 2. (συνήθ. στη χριστιανική θρησκεία) τα ιερά, τα θεία: ιερο-κήρυκας/~μάρτυρας. Ιερ-απόστολος.
21206ιερογλυφικά[ἱερογλυφικά] ι-ε-ρο-γλυ-φι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) 1. ΓΛΩΣΣ. σύστημα γραφής, συνήθ. στην αρχαία Αίγυπτο, από εικόνες ή σύμβολα που αποδίδουν τη σημασία μιας λέξης ή αντιπροσωπεύουν έναν ή περισσότερους φθόγγους· συνεκδ. καθένας από αυτούς τους χαρακτήρες: αιγυπτιακά/κρητικά ~. Αποκρυπτογράφηση των ~ών. Πβ. ιερατική γραφή. 2. (μτφ.-προφ.) δυσανάγνωστα γράμματα. Πβ. ορνιθοσκαλίσματα. [< 1: μτγν. ἱερογλυφικά]
21207ιερογλυφικός, ή, ό [ἱερογλυφικός] ι-ε-ρο-γλυ-φι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τα ιερογλυφικά: ~ή: γραφή. ~ά: κείμενα. [< μτγν. ἱερογλυφικός, γαλλ. hiéroglyphique, αγγλ. hieroglyphic]
21208ιεροδιάκονος[ἱεροδιάκονος] ι-ε-ρο-δι-ά-κο-νος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όνου}: ΕΚΚΛΗΣ. διάκονος που προέρχεται από την τάξη των μοναχών: ~ του Ιερού Ναού ... Βλ. ιερομόναχος. [< μεσν. ιεροδιάκονος]
21209ιεροδιδασκαλείο[ἱεροδιδασκαλεῖο] ι-ε-ρο-δι-δα-σκα-λεί-ο ουσ. (ουδ.): ΘΡΗΣΚ. ιερατική σχολή όπου φοιτούν οι μελλοντικοί ιεροδιδάσκαλοι: μουσουλμανικό ~ (πβ. μεντρεσές). ΣΥΝ. ιεροσπουδαστήριο
21210ιεροδιδάσκαλος[ἱεροδιδάσκαλος] ι-ε-ρο-δι-δά-σκα-λος ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που είναι ταυτόχρονα ιερέας και δάσκαλος βασικής εκπαίδευσης. 2. (ειδικότ. στον μουσουλμανισμό) ιερωμένος που είναι επιφορτισμένος με τη διδασκαλία και το κήρυγμα του Κορανίου. Πβ. χότζας. Βλ. ιμάμης. [< πβ. μτγν. ἱεροδιδάσκαλος ‘δάσκαλος των ιερών τελετών’]
21211ιεροδικείο[ἱεροδικεῖο] ι-ε-ρο-δι-κεί-ο ουσ. (ουδ.): ΘΡΗΣΚ. μουσουλμανικό δικαστήριο που δικάζει σύμφωνα με τους ιερούς νόμους του Ισλάμ. Βλ. -δικείο.
21212ιεροδίκης[ἱεροδίκης] ι-ε-ρο-δί-κης ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. μουσουλμάνος ιερωμένος που εκτελεί χρέη δικαστή σε ιεροδικείο. Πβ. καδής. Βλ. -δίκης, μουφτής.
21213ιερόδουλη[ἱερόδουλη] ι-ε-ρό-δου-λη ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) ιερόδουλος (επίσ.): πόρνη. Πβ. εταίρα. ΣΥΝ. ιέρεια της Αφροδίτης [< μτγν. ἱερόδουλος]
21214ιεροεξεταστής[ἱεροεξεταστής] ι-ε-ρο-ε-ξε-τα-στής ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) αυτός που εξετάζει, ανακρίνει με αυταρχικό, απάνθρωπο τρόπο· γενικότ. βασανιστής: σύγχρονοι ~ές. 2. ΙΣΤ. ιερωμένος-μέλος του ανώτατου δικαστηρίου της Ιεράς Εξέτασης. [< γαλλ. inquisiteur]
21215ιεροκήρυκας[ἱεροκήρυκας] ι-ε-ρο-κή-ρυ-κας ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. ιερέας που κηρύττει τη χριστιανική πίστη και ειδικότ. κληρικός με πανεπιστημιακή μόρφωση που είναι επίσημα επιφορτισμένος με το κήρυγμα του Ευαγγελίου στις ιερές Μητροπόλεις. [< μεσν. ιεροκήρυξ]
21216ιερολογία[ἱερολογία] ι-ε-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. θρησκευτική τελετή και ευλογία του γάμου από ιερέα. Πβ. στεφάνωμα. Βλ. -λογία. [< μεσν. ιερολογία]
21217ιερομάρτυς[ἱερομάρτυς] ι-ε-ρο-μάρ-τυς ουσ. (αρσ.) {ιερομάρτ-υρος | -ύρων} (λόγ.) & ιερομάρτυρας: ΕΚΚΛΗΣ. πρόσωπο από την τάξη των μοναχών που βασανίστηκε και θανατώθηκε για την χριστιανική πίστη: άγιος ~. Πβ. μάρτυρας. Βλ. μεγαλο-, νεο-, οσιο-μάρτυρας. [< μτγν. ἱερομάρτυς]
21218ιερομόναχος[ἱερομόναχος] ι-ε-ρο-μό-να-χος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άχου}: ΕΚΚΛΗΣ. ιερέας προερχόμενος από την τάξη των μοναχών, ο οποίος ιερουργεί σε Μονή: ~ του Αγίου Όρους. Βλ. ιεροδιάκονος, οσιότατος. ΣΥΝ. καλογερόπαπας [< μεσν. ιερομόναχος]
21219ιεροπραξία[ἱεροπραξία] ι-ε-ρο-πρα-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. κάθε θρησκευτική τελετή· (ειδικότ. στην Ορθόδοξη Εκκλησία) κάθε αγιαστική πράξη κληρικού: η ~ του γάμου. Πβ. ιεροτελεστία, ιερ-, τελετ-ουργία. [< μεσν. ιεροπραξία]
21220ιεροπρέπεια[ἱεροπρέπεια] ι-ε-ρο-πρέ-πει-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ιδιότητα του ιεροπρεπούς: Με τη δέουσα ~ τιμήθηκε η μνήμη του ... [< μεσν. ιεροπρέπεια]
21221ιεροπρεπής, ής, ές [ἱεροπρεπής] ι-ε-ρο-πρε-πής επίθ. (λόγ.) 1. (για πρόσ.) που εμπνέει σεβασμό: ~ής: μορφή. Πβ. αξιοσέβαστος, σεβάσμιος, σεβαστός, σεπτός. 2. που χαρακτηρίζεται από ιερότητα: ~ής: τελετή. Πβ. αγιοπρεπής. Βλ. -πρεπής. ● επίρρ.: ιεροπρεπώς [-ῶς] [< αρχ. ἱεροπρεπής]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.