Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [22000-22020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21211ιεροδικείο[ἱεροδικεῖο] ι-ε-ρο-δι-κεί-ο ουσ. (ουδ.): ΘΡΗΣΚ. μουσουλμανικό δικαστήριο που δικάζει σύμφωνα με τους ιερούς νόμους του Ισλάμ. Βλ. -δικείο.
21212ιεροδίκης[ἱεροδίκης] ι-ε-ρο-δί-κης ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. μουσουλμάνος ιερωμένος που εκτελεί χρέη δικαστή σε ιεροδικείο. Πβ. καδής. Βλ. -δίκης, μουφτής.
21213ιερόδουλη[ἱερόδουλη] ι-ε-ρό-δου-λη ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) ιερόδουλος (επίσ.): πόρνη. Πβ. εταίρα. ΣΥΝ. ιέρεια της Αφροδίτης [< μτγν. ἱερόδουλος]
21214ιεροεξεταστής[ἱεροεξεταστής] ι-ε-ρο-ε-ξε-τα-στής ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) αυτός που εξετάζει, ανακρίνει με αυταρχικό, απάνθρωπο τρόπο· γενικότ. βασανιστής: σύγχρονοι ~ές. 2. ΙΣΤ. ιερωμένος-μέλος του ανώτατου δικαστηρίου της Ιεράς Εξέτασης. [< γαλλ. inquisiteur]
21215ιεροκήρυκας[ἱεροκήρυκας] ι-ε-ρο-κή-ρυ-κας ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. ιερέας που κηρύττει τη χριστιανική πίστη και ειδικότ. κληρικός με πανεπιστημιακή μόρφωση που είναι επίσημα επιφορτισμένος με το κήρυγμα του Ευαγγελίου στις ιερές Μητροπόλεις. [< μεσν. ιεροκήρυξ]
21216ιερολογία[ἱερολογία] ι-ε-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. θρησκευτική τελετή και ευλογία του γάμου από ιερέα. Πβ. στεφάνωμα. Βλ. -λογία. [< μεσν. ιερολογία]
21217ιερομάρτυς[ἱερομάρτυς] ι-ε-ρο-μάρ-τυς ουσ. (αρσ.) {ιερομάρτ-υρος | -ύρων} (λόγ.) & ιερομάρτυρας: ΕΚΚΛΗΣ. πρόσωπο από την τάξη των μοναχών που βασανίστηκε και θανατώθηκε για την χριστιανική πίστη: άγιος ~. Πβ. μάρτυρας. Βλ. μεγαλο-, νεο-, οσιο-μάρτυρας. [< μτγν. ἱερομάρτυς]
21218ιερομόναχος[ἱερομόναχος] ι-ε-ρο-μό-να-χος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άχου}: ΕΚΚΛΗΣ. ιερέας προερχόμενος από την τάξη των μοναχών, ο οποίος ιερουργεί σε Μονή: ~ του Αγίου Όρους. Βλ. ιεροδιάκονος, οσιότατος. ΣΥΝ. καλογερόπαπας [< μεσν. ιερομόναχος]
21219ιεροπραξία[ἱεροπραξία] ι-ε-ρο-πρα-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. κάθε θρησκευτική τελετή· (ειδικότ. στην Ορθόδοξη Εκκλησία) κάθε αγιαστική πράξη κληρικού: η ~ του γάμου. Πβ. ιεροτελεστία, ιερ-, τελετ-ουργία. [< μεσν. ιεροπραξία]
21220ιεροπρέπεια[ἱεροπρέπεια] ι-ε-ρο-πρέ-πει-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ιδιότητα του ιεροπρεπούς: Με τη δέουσα ~ τιμήθηκε η μνήμη του ... [< μεσν. ιεροπρέπεια]
21221ιεροπρεπής, ής, ές [ἱεροπρεπής] ι-ε-ρο-πρε-πής επίθ. (λόγ.) 1. (για πρόσ.) που εμπνέει σεβασμό: ~ής: μορφή. Πβ. αξιοσέβαστος, σεβάσμιος, σεβαστός, σεπτός. 2. που χαρακτηρίζεται από ιερότητα: ~ής: τελετή. Πβ. αγιοπρεπής. Βλ. -πρεπής. ● επίρρ.: ιεροπρεπώς [-ῶς] [< αρχ. ἱεροπρεπής]
21222ιερός, ή/(λόγ.) ά, ό [ἱερός] ι-ε-ρός επίθ. 1. (συχνά με κεφαλ. Ι) που αναφέρεται στον Θεό, στα θεία, στη θρησκεία ή που έχει μεγάλη θρησκευτική σημασία: ~ός: μήνας/ναός/τόπος (βλ. προσκύνημα)/ύμνος/χορός. ~ή: ακολουθία/εικόνα/κοινότητα/λειτουργία (= Θεία)/Μονή/μορφή/πηγή (= αγίασμα)/προσευχή/συγκίνηση/σύναξη. ~ό: ανάγνωσμα/ένδυμα/λείψανο/μυστήριο/νησί. ~ές: τελετές. ~ά: άμφια. Η ~ά Αρχιεπισκοπή/Μητρόπολη. Βλ. πανίερος.|| (για Άγιο, συνήθ. λόγιο) Ο ~ Αυγουστίνος/Φώτιος.|| Τα ~ά ζώα αρχαίων πολιτισμών. 2. που του οφείλουμε σεβασμό, γιατί έχει μεγάλη ηθική αξία και σημασία: ~ός: αγώνας/θεσμός/όρκος/σκοπός. ~ή: αποστολή/γη/ιδέα/μνήμη/προσφορά/υποχρέωση/φλόγα. ~ό: καθήκον/όνομα/πρόσωπο/σύμβολο/χρέος. ~ά: χώματα (= άγια). Πβ. αξιοσέβαστος, σεβαστός. ΑΝΤ. ανίερος 3. ΑΝΑΤ. που βρίσκεται κοντά στο ιερό οστό: ~ός: σπόνδυλος. ~ή: αρτηρία/μοίρα. ~ά: τρήματα. ● ΣΥΜΠΛ.: Ιερά Γράμματα: ΘΕΟΛ. η Αγία Γραφή. Πβ. Βίβλος., ιερά νόσος (ευφημ.-παλαιότ.): επιληψία., Ιερά Σύνοδος: ΕΚΚΛΗΣ. το ανώτατο διοικητικό όργανο κάθε αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας., ιερή τέχνη: που υπηρετεί τη θρησκευτική λατρεία: η ~ ~ της αγιογραφίας., Ιερό Βιβλίο/Κείμενο: ΘΡΗΣΚ. γραπτό, συνήθ. παλαιό έργο, που θεωρείται θεόπνευστο και αποτελεί τη βάση της πίστης και της λατρευτικής ζωής σε μια θρησκεία: τα ~ά ~α του Χριστιανισμού (πβ. Αγία Γραφή).|| Τα ~ά ~α του Ινδουισμού (πβ. Βέδες)/Ιουδαϊσμού (πβ. Ταλμούδ, Τορά)/Μουσουλμανισμού (πβ. Κοράνι). ΣΥΝ. Ιερές Γραφές, ιερό οστό & (λόγ.) ιερό οστούν: ΑΝΑΤ. τριγωνικό οστό που βρίσκεται στο κάτω άκρο της σπονδυλικής στήλης. Βλ. κόκκυγας., ιερός/θρησκευτικός πόλεμος: που γίνεται στο όνομα μιας θρησκείας. Βλ. σταυροφορία, τζιχάντ., [< γαλλ. guerre sainte], (Ιερά) Σύνοψη βλ. σύνοψη, Διαρκής Iερά Σύνοδος βλ. σύνοδος, θείος/ιερός νόμος βλ. νόμος, Ιερά Εξέταση βλ. εξέταση, ιερά σινδόνη βλ. σινδόνη, ιερά σκεύη βλ. σκεύος, ιερά τέρατα βλ. τέρας, Ιερά/Ιερή Παράδοση βλ. παράδοση, Ιερές Γραφές βλ. γραφή, ιερή αγελάδα βλ. αγελάδα, ιερή αποδημία βλ. αποδημία, ιερή πόλη βλ. πόλη, ιερό άλσος βλ. άλσος, ιερό τοτέμ βλ. τοτέμ, Ιερό/Άγιο Βήμα βλ. βήμα, ιεροί/θείοι κανόνες βλ. κανόνας, ιερός χώρος βλ. χώρος, ο Ιερός Βράχος βλ. βράχος ● ΦΡ.: δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο: δεν σέβεται τίποτα, δεν έχει ηθικούς φραγμούς, είναι αδίστακτος, αχρείος., σε ό,τι έχω ιερό: (σε όρκο): Σας τ' ορκίζομαι ~ ~, δεν έχει ξανασυμβεί κάτι τέτοιο., τα ιερά και τα όσια: το σύνολο των αξιών και γενικότ. ό,τι πιο ιερό έχει κάποιος: ~ ~ της πατρίδας/πίστης/φυλής. Βεβηλώνω/θίγω/προσβάλλω ~ ~ κάποιου. Πβ. θεία (τα). ● βλ. ιερό [< αρχ. ἱερός]
21223ιεροσπουδαστήριο[ἱεροσπουδαστήριο] ι-ε-ρο-σπου-δα-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΘΡΗΣΚ. ιεροδιδασκαλείο.
21224ιεροσπουδαστής[ἱεροσπουδαστής] ι-ε-ρο-σπου-δα-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που φοιτά σε ιεροσπουδαστήριο.
21225ιεροσυλία[ἱεροσυλία] ι-ε-ρο-συ-λί-α ουσ. (θηλ.): κλοπή ιερών αντικειμένων από εκκλησία και κατ' επέκτ. κάθε πράξη η οποία προσβάλλει την ιερότητα προσώπου, αντικειμένου, θεσμού: Διέπραξε ~. Η σύληση των τάφων αποτελεί ~.|| (μτφ.) Πολλοί χαρακτήρισαν τη διασκευή του έργου ~. Είναι ~ να τον συγκρίνεις με ... Πβ. ασέβεια, βεβήλωση, βλασφημία, σπίλωση. [< αρχ. ἱεροσυλία]
21226ιερόσυλος, η, ο [ἱερόσυλος] ι-ε-ρό-συ-λος επίθ.: (για πράξη) που αποτελεί ιεροσυλία: ~η επίθεση σε Μονή. Πβ. ανόσιος, ασεβής, βέβηλος. ● Ουσ.: ιερόσυλος (ο): πρόσωπο που διαπράττει ιεροσυλία: ~οι έκλεψαν βυζαντινές εικόνες. Στόχος ~ων έγινε ο ιερός ναός ... Πβ. αγιογδύτης. ● επίρρ.: ιερόσυλα [< αρχ. ἱερόσυλος]
21227ιεροσύνη[ἱεροσύνη] ι-ε-ρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) ΕΚΚΛΗΣ. 1. η ιερατική ιδιότητα ή το ιερατικό αξίωμα: οι βαθμίδες/βαθμοί της ~ης (: διάκονος, πρεσβύτερος, επίσκοπος). Βλ. αρχ~, -οσύνη. 2. χειροτονία ιερέα, ως ένα από τα μυστήρια της Εκκλησίας. [< μτγν. ἱεροσύνη]
21228ιεροτελεστία[ἱεροτελεστία] ι-ε-ρο-τε-λε-στί-α ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. τελετουργία 1. ΕΚΚΛΗΣ. τέλεση μυστηρίου ή ακολουθίας· συνεκδ. η ίδια η τελετή: η ~ του γάμου (πβ. ιερολογία). Πβ. ιεροπραξία, ιερουργία. 2. (μτφ.) πράξη που ακολουθεί συγκεκριμένο τυπικό, γίνεται με καθορισμένη σειρά και κανόνες: η ~ του μαγειρέματος/του τσαγιού. Το σερβίρισμα του κρασιού είναι ολόκληρη ~. [< μεσν. ιεροτελεστία]
21229ιεροτελεστικός, ή, ό [ἱεροτελεστικός] ι-ε-ρο-τε-λε-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ιεροτελεστία: (μτφ.) Η παράσταση είχε ~ό χαρακτήρα.|| (ως ουσ., ΕΚΚΛΗΣ.) Το ~ό της ορθόδοξης Λειτουργίας. Πβ. τελετουργικός. [< μτγν. ἱεροτελεστικός]
21230ιερότητα[ἱερότητα] ι-ε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ιερού: η ~ ενός θεσμού/χώρου. Πβ. αγιότητα.|| Η ~ της ανθρώπινης ζωής/της στιγμής. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ανοσιότητα [< μεσν. ιερότης]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.