Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [22020-22040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21222ιερός, ή/(λόγ.) ά, ό [ἱερός] ι-ε-ρός επίθ. 1. (συχνά με κεφαλ. Ι) που αναφέρεται στον Θεό, στα θεία, στη θρησκεία ή που έχει μεγάλη θρησκευτική σημασία: ~ός: μήνας/ναός/τόπος (βλ. προσκύνημα)/ύμνος/χορός. ~ή: ακολουθία/εικόνα/κοινότητα/λειτουργία (= Θεία)/Μονή/μορφή/πηγή (= αγίασμα)/προσευχή/συγκίνηση/σύναξη. ~ό: ανάγνωσμα/ένδυμα/λείψανο/μυστήριο/νησί. ~ές: τελετές. ~ά: άμφια. Η ~ά Αρχιεπισκοπή/Μητρόπολη. Βλ. πανίερος.|| (για Άγιο, συνήθ. λόγιο) Ο ~ Αυγουστίνος/Φώτιος.|| Τα ~ά ζώα αρχαίων πολιτισμών. 2. που του οφείλουμε σεβασμό, γιατί έχει μεγάλη ηθική αξία και σημασία: ~ός: αγώνας/θεσμός/όρκος/σκοπός. ~ή: αποστολή/γη/ιδέα/μνήμη/προσφορά/υποχρέωση/φλόγα. ~ό: καθήκον/όνομα/πρόσωπο/σύμβολο/χρέος. ~ά: χώματα (= άγια). Πβ. αξιοσέβαστος, σεβαστός. ΑΝΤ. ανίερος 3. ΑΝΑΤ. που βρίσκεται κοντά στο ιερό οστό: ~ός: σπόνδυλος. ~ή: αρτηρία/μοίρα. ~ά: τρήματα. ● ΣΥΜΠΛ.: Ιερά Γράμματα: ΘΕΟΛ. η Αγία Γραφή. Πβ. Βίβλος., ιερά νόσος (ευφημ.-παλαιότ.): επιληψία., Ιερά Σύνοδος: ΕΚΚΛΗΣ. το ανώτατο διοικητικό όργανο κάθε αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας., ιερή τέχνη: που υπηρετεί τη θρησκευτική λατρεία: η ~ ~ της αγιογραφίας., Ιερό Βιβλίο/Κείμενο: ΘΡΗΣΚ. γραπτό, συνήθ. παλαιό έργο, που θεωρείται θεόπνευστο και αποτελεί τη βάση της πίστης και της λατρευτικής ζωής σε μια θρησκεία: τα ~ά ~α του Χριστιανισμού (πβ. Αγία Γραφή).|| Τα ~ά ~α του Ινδουισμού (πβ. Βέδες)/Ιουδαϊσμού (πβ. Ταλμούδ, Τορά)/Μουσουλμανισμού (πβ. Κοράνι). ΣΥΝ. Ιερές Γραφές, ιερό οστό & (λόγ.) ιερό οστούν: ΑΝΑΤ. τριγωνικό οστό που βρίσκεται στο κάτω άκρο της σπονδυλικής στήλης. Βλ. κόκκυγας., ιερός/θρησκευτικός πόλεμος: που γίνεται στο όνομα μιας θρησκείας. Βλ. σταυροφορία, τζιχάντ., [< γαλλ. guerre sainte], (Ιερά) Σύνοψη βλ. σύνοψη, Διαρκής Iερά Σύνοδος βλ. σύνοδος, θείος/ιερός νόμος βλ. νόμος, Ιερά Εξέταση βλ. εξέταση, ιερά σινδόνη βλ. σινδόνη, ιερά σκεύη βλ. σκεύος, ιερά τέρατα βλ. τέρας, Ιερά/Ιερή Παράδοση βλ. παράδοση, Ιερές Γραφές βλ. γραφή, ιερή αγελάδα βλ. αγελάδα, ιερή αποδημία βλ. αποδημία, ιερή πόλη βλ. πόλη, ιερό άλσος βλ. άλσος, ιερό τοτέμ βλ. τοτέμ, Ιερό/Άγιο Βήμα βλ. βήμα, ιεροί/θείοι κανόνες βλ. κανόνας, ιερός χώρος βλ. χώρος, ο Ιερός Βράχος βλ. βράχος ● ΦΡ.: δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο: δεν σέβεται τίποτα, δεν έχει ηθικούς φραγμούς, είναι αδίστακτος, αχρείος., σε ό,τι έχω ιερό: (σε όρκο): Σας τ' ορκίζομαι ~ ~, δεν έχει ξανασυμβεί κάτι τέτοιο., τα ιερά και τα όσια: το σύνολο των αξιών και γενικότ. ό,τι πιο ιερό έχει κάποιος: ~ ~ της πατρίδας/πίστης/φυλής. Βεβηλώνω/θίγω/προσβάλλω ~ ~ κάποιου. Πβ. θεία (τα). ● βλ. ιερό [< αρχ. ἱερός]
21223ιεροσπουδαστήριο[ἱεροσπουδαστήριο] ι-ε-ρο-σπου-δα-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΘΡΗΣΚ. ιεροδιδασκαλείο.
21224ιεροσπουδαστής[ἱεροσπουδαστής] ι-ε-ρο-σπου-δα-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που φοιτά σε ιεροσπουδαστήριο.
21225ιεροσυλία[ἱεροσυλία] ι-ε-ρο-συ-λί-α ουσ. (θηλ.): κλοπή ιερών αντικειμένων από εκκλησία και κατ' επέκτ. κάθε πράξη η οποία προσβάλλει την ιερότητα προσώπου, αντικειμένου, θεσμού: Διέπραξε ~. Η σύληση των τάφων αποτελεί ~.|| (μτφ.) Πολλοί χαρακτήρισαν τη διασκευή του έργου ~. Είναι ~ να τον συγκρίνεις με ... Πβ. ασέβεια, βεβήλωση, βλασφημία, σπίλωση. [< αρχ. ἱεροσυλία]
21226ιερόσυλος, η, ο [ἱερόσυλος] ι-ε-ρό-συ-λος επίθ.: (για πράξη) που αποτελεί ιεροσυλία: ~η επίθεση σε Μονή. Πβ. ανόσιος, ασεβής, βέβηλος. ● Ουσ.: ιερόσυλος (ο): πρόσωπο που διαπράττει ιεροσυλία: ~οι έκλεψαν βυζαντινές εικόνες. Στόχος ~ων έγινε ο ιερός ναός ... Πβ. αγιογδύτης. ● επίρρ.: ιερόσυλα [< αρχ. ἱερόσυλος]
21227ιεροσύνη[ἱεροσύνη] ι-ε-ρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) ΕΚΚΛΗΣ. 1. η ιερατική ιδιότητα ή το ιερατικό αξίωμα: οι βαθμίδες/βαθμοί της ~ης (: διάκονος, πρεσβύτερος, επίσκοπος). Βλ. αρχ~, -οσύνη. 2. χειροτονία ιερέα, ως ένα από τα μυστήρια της Εκκλησίας. [< μτγν. ἱεροσύνη]
21228ιεροτελεστία[ἱεροτελεστία] ι-ε-ρο-τε-λε-στί-α ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. τελετουργία 1. ΕΚΚΛΗΣ. τέλεση μυστηρίου ή ακολουθίας· συνεκδ. η ίδια η τελετή: η ~ του γάμου (πβ. ιερολογία). Πβ. ιεροπραξία, ιερουργία. 2. (μτφ.) πράξη που ακολουθεί συγκεκριμένο τυπικό, γίνεται με καθορισμένη σειρά και κανόνες: η ~ του μαγειρέματος/του τσαγιού. Το σερβίρισμα του κρασιού είναι ολόκληρη ~. [< μεσν. ιεροτελεστία]
21229ιεροτελεστικός, ή, ό [ἱεροτελεστικός] ι-ε-ρο-τε-λε-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ιεροτελεστία: (μτφ.) Η παράσταση είχε ~ό χαρακτήρα.|| (ως ουσ., ΕΚΚΛΗΣ.) Το ~ό της ορθόδοξης Λειτουργίας. Πβ. τελετουργικός. [< μτγν. ἱεροτελεστικός]
21230ιερότητα[ἱερότητα] ι-ε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ιερού: η ~ ενός θεσμού/χώρου. Πβ. αγιότητα.|| Η ~ της ανθρώπινης ζωής/της στιγμής. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ανοσιότητα [< μεσν. ιερότης]
21231ιερουργία[ἱερουργία] ι-ε-ρουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ιερουργώ: θεία ~ (= Θεία Ευχαριστία, Θεία Μυσταγωγία). Πβ. ακολουθία, ιεροπραξία, ιεροτελεστία, τελετουργία. [< αρχ. ἱερουργία]
21232ιερουργός[ἱερουργός] ι-ε-ρουρ-γός ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ιερέας που τελεί θρησκευτικές τελετές, ιδ. τη Θεία Λειτουργία. Βλ. -ουργός1. [< μτγν. ἱερουργός]
21233ιερουργώ[ἱερουργῶ] ι-ε-ρουρ-γώ ρ. (αμτβ.) {ιερουργ-εί ..., -ώντας | ιερούργ-ησε}: ΕΚΚΛΗΣ. (για ιερέα) τελώ μυστήριο ή ακολουθία, ιδ. τη Θεία Λειτουργία: ~εί στη Μητρόπολη/στον Ιερό Ναό ... ΣΥΝ. λειτουργώ (5), τελετουργώ [< μτγν. ἱερουργῶ ‘έκτελώ ιερές τελετές’]
21234ιεροφάντης[ἱεροφάντης] ι-ε-ρο-φά-ντης ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) πρόσωπο που έχει καθοδηγητικό, κυρίαρχο ρόλο σε κάτι, που κατέχει σε βάθος επιστημονικό αντικείμενο ή τέχνη: ~ της αλήθειας/της μουσικής. Πβ. μύστης. 2. ΑΡΧ. ο πρώτος στην ιεραρχία ιερέας των Ελευσινίων Μυστηρίων και γενικότ. ο αρχιερέας μυστηριακής λατρείας. [< 2: αρχ. ἱεροφάντης]
21235ιεροφυλάκιο[ἱεροφυλάκιο] ι-ε-ρο-φυ-λά-κι-ο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. σκευοφυλάκιο. [< μτγν. ἱεροφυλάκιον]
21236ιεροψάλτης[ἱεροψάλτης] ι-ε-ρο-ψάλ-της ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. ψάλτης χριστιανικού ναού: αριστερός/δεξιός/πρώτος ~. Πβ. ψαλμωδός. Βλ. κανονάρχης. [< μτγν. ἱεροψάλτης]
21237ιεροψαλτικός, ή, ό [ἱεροψαλτικός] ι-ε-ρο-ψαλ-τι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τον ιεροψάλτη: ~ή: τέχνη/υπηρεσία. [< μεσν. ιεροψαλτικός]
21238ιερωμένος[ἱερωμένος] ι-ε-ρω-μέ-νος ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. ιερέας οποιασδήποτε βαθμίδας: καθολικός/ορθόδοξος ~. Πβ. κληρικός, λειτουργός (του Υψίστου), παπάς, ρασοφόρος.|| Μουσουλμάνος ~. [< μτγν. ἱερωμένος]
21239Ιεχωβά[Ἰεχωβᾶ] Ι-ε-χω-βά ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & (προφ.) Ιαχωβά & Γιαχβέ: ΘΡΗΣΚ. το όνομα με το οποίο αποκαλύφθηκε ο Θεός στον λαό του Ισραήλ. ● ΣΥΜΠΛ.: μάρτυρες του Ιεχωβά & (προφ.) Ιεχωβάδες (οι): θρησκευτική οργάνωση που υποστηρίζει ότι ο Λόγος του Θεού αποκαλύπτεται μόνο στα κείμενα της Αγίας Γραφής, αρνείται τους εκκλησιαστικούς θεσμούς, τη στρατιωτική θητεία και τα εθνικά σύμβολα και χρησιμοποιεί τον προσηλυτισμό ως μέσο διάδοσης της πίστης της· συνεκδ. τα μέλη της. Πβ. χιλιαστής. [< γερμ. Jehowa]
21240ιεχωβάς[ἰεχωβᾶς] ι-ε-χω-βάς ουσ. (αρσ.) & (προφ.) ιαχωβάς & γιαχωβάς (συχνά με κεφαλ. Ι ή Γ): ΘΡΗΣΚ. μέλος της θρησκευτικής οργάνωσης των μαρτύρων του Ιεχωβά. Πβ. χιλιαστής. Βλ. -άς.
21241ίζημα[ἵζημα] ί-ζη-μα ουσ. (ουδ.) {ιζήμ-ατος | -ατα} 1. ΧΗΜ. στερεό κατάλοιπο στον πάτο δοχείου που περιέχει διάλυμα: ~ στον πυθμένα της δεξαμενής. ∆ιαχωρισμός ~ατος με διήθηση. Πβ. καθ~, κατακάθι, μούργα. Βλ. λάσπη, τρυγία. ΣΥΝ. καταστάλαγμα (2) 2. ΓΕΩΛ. ιζηματογενές πέτρωμα: θαλάσσια/λεπτόκοκκα/λιμναία/χημικά ~ατα. Βλ. αλλούβια, ιλύς. [< μτγν. ἵζημα, γαλλ. sédiment]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.