| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21231 | ιερουργία | [ἱερουργία] ι-ε-ρουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ιερουργώ: θεία ~ (= Θεία Ευχαριστία, Θεία Μυσταγωγία). Πβ. ακολουθία, ιεροπραξία, ιεροτελεστία, τελετουργία. [< αρχ. ἱερουργία] | |
| 21232 | ιερουργός | [ἱερουργός] ι-ε-ρουρ-γός ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ιερέας που τελεί θρησκευτικές τελετές, ιδ. τη Θεία Λειτουργία. Βλ. -ουργός1. [< μτγν. ἱερουργός] | |
| 21233 | ιερουργώ | [ἱερουργῶ] ι-ε-ρουρ-γώ ρ. (αμτβ.) {ιερουργ-εί ..., -ώντας | ιερούργ-ησε}: ΕΚΚΛΗΣ. (για ιερέα) τελώ μυστήριο ή ακολουθία, ιδ. τη Θεία Λειτουργία: ~εί στη Μητρόπολη/στον Ιερό Ναό ... ΣΥΝ. λειτουργώ (5), τελετουργώ [< μτγν. ἱερουργῶ ‘έκτελώ ιερές τελετές’] | |
| 21234 | ιεροφάντης | [ἱεροφάντης] ι-ε-ρο-φά-ντης ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) πρόσωπο που έχει καθοδηγητικό, κυρίαρχο ρόλο σε κάτι, που κατέχει σε βάθος επιστημονικό αντικείμενο ή τέχνη: ~ της αλήθειας/της μουσικής. Πβ. μύστης. 2. ΑΡΧ. ο πρώτος στην ιεραρχία ιερέας των Ελευσινίων Μυστηρίων και γενικότ. ο αρχιερέας μυστηριακής λατρείας. [< 2: αρχ. ἱεροφάντης] | |
| 21235 | ιεροφυλάκιο | [ἱεροφυλάκιο] ι-ε-ρο-φυ-λά-κι-ο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. σκευοφυλάκιο. [< μτγν. ἱεροφυλάκιον] | |
| 21236 | ιεροψάλτης | [ἱεροψάλτης] ι-ε-ρο-ψάλ-της ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. ψάλτης χριστιανικού ναού: αριστερός/δεξιός/πρώτος ~. Πβ. ψαλμωδός. Βλ. κανονάρχης. [< μτγν. ἱεροψάλτης] | |
| 21237 | ιεροψαλτικός | , ή, ό [ἱεροψαλτικός] ι-ε-ρο-ψαλ-τι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τον ιεροψάλτη: ~ή: τέχνη/υπηρεσία. [< μεσν. ιεροψαλτικός] | |
| 21238 | ιερωμένος | [ἱερωμένος] ι-ε-ρω-μέ-νος ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. ιερέας οποιασδήποτε βαθμίδας: καθολικός/ορθόδοξος ~. Πβ. κληρικός, λειτουργός (του Υψίστου), παπάς, ρασοφόρος.|| Μουσουλμάνος ~. [< μτγν. ἱερωμένος] | |
| 21239 | Ιεχωβά | [Ἰεχωβᾶ] Ι-ε-χω-βά ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & (προφ.) Ιαχωβά & Γιαχβέ: ΘΡΗΣΚ. το όνομα με το οποίο αποκαλύφθηκε ο Θεός στον λαό του Ισραήλ. ● ΣΥΜΠΛ.: μάρτυρες του Ιεχωβά & (προφ.) Ιεχωβάδες (οι): θρησκευτική οργάνωση που υποστηρίζει ότι ο Λόγος του Θεού αποκαλύπτεται μόνο στα κείμενα της Αγίας Γραφής, αρνείται τους εκκλησιαστικούς θεσμούς, τη στρατιωτική θητεία και τα εθνικά σύμβολα και χρησιμοποιεί τον προσηλυτισμό ως μέσο διάδοσης της πίστης της· συνεκδ. τα μέλη της. Πβ. χιλιαστής. [< γερμ. Jehowa] | |
| 21240 | ιεχωβάς | [ἰεχωβᾶς] ι-ε-χω-βάς ουσ. (αρσ.) & (προφ.) ιαχωβάς & γιαχωβάς (συχνά με κεφαλ. Ι ή Γ): ΘΡΗΣΚ. μέλος της θρησκευτικής οργάνωσης των μαρτύρων του Ιεχωβά. Πβ. χιλιαστής. Βλ. -άς. | |
| 21241 | ίζημα | [ἵζημα] ί-ζη-μα ουσ. (ουδ.) {ιζήμ-ατος | -ατα} 1. ΧΗΜ. στερεό κατάλοιπο στον πάτο δοχείου που περιέχει διάλυμα: ~ στον πυθμένα της δεξαμενής. ∆ιαχωρισμός ~ατος με διήθηση. Πβ. καθ~, κατακάθι, μούργα. Βλ. λάσπη, τρυγία. ΣΥΝ. καταστάλαγμα (2) 2. ΓΕΩΛ. ιζηματογενές πέτρωμα: θαλάσσια/λεπτόκοκκα/λιμναία/χημικά ~ατα. Βλ. αλλούβια, ιλύς. [< μτγν. ἵζημα, γαλλ. sédiment] | |
| 40277 | ιζηματογενες | πη-λός ουσ. (αρσ.) 1. αργιλικό υλικό που πλάθεται με νερό, ώστε να γίνει μείγμα κατάλληλο για τη δημιουργία κεραμικών αντικειμένων: εύπλαστος/κόκκινος/πορώδης/υγρός/ψημένος ~. Αγγείο/κεραμίδια/τούβλα από ~ό. Βλ. τερακότα. 2. ΟΙΚΟΔ. τεχνητό μείγμα από χώμα και νερό που χρησιμοποιείται στο κτίσιμο ως συγκολλητική ύλη. Πβ. λάσπη. 3. ΟΡΥΚΤ. κλαστικό ιζηματογενές πέτρωμα με κόκκους πολύ μικρού μεγέθους, που αποτελείται κυρ. από άργιλο. ● πηλά (τα) (διαλεκτ.): χώματα και λάσπες στον δρόμο. ● ΣΥΜΠΛ.: ασβεστούχος πηλός βλ. ασβεστούχος [< 1: αρχ. πηλός] | |
| 21242 | ιζηματογένεση | [ἱζηματογένεση] ι-ζη-μα-το-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. σχηματισμός ή συγκέντρωση ιζήματος: κλαστική/χημική ~. Λεκάνη ~ης. Βλ. -γένεση. [< γαλλ. sédimentation] | |
| 21243 | ιζηματογενής | , ής, ές [ἱζηματογενής] ι-ζη-μα-το-γε-νής επίθ.: ΓΕΩΛ. που έχει σχηματιστεί από ιζήματα: ~ής: βράχος. ~ής: λεκάνη. ~ή: εδάφη. Πβ. ιζηματώδης. Βλ. -γενής. ● ΣΥΜΠΛ.: ιζηματογενή πετρώματα βλ. πέτρωμα1 [< γαλλ. sédimentaire] | |
| 21245 | ιζηματολογία | [ἱζηματολογία] ι-ζη-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. κλάδος που έχει ως αντικείμενό του τη μελέτη των ιδιοτήτων και των διαδικασιών σχηματισμού των ιζηματογενών πετρωμάτων: θαλάσσια ~. Βλ. -λογία. [< αγγλ. sedimentology, 1932] | |
| 21244 | ιζηματώδης | , ης, ες [ἱζηματώδης] ι-ζη-μα-τώ-δης {ιζηματώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} επίθ.: ΓΕΩΛ. που μοιάζει με ίζημα, ιζηματογενής. | |
| 21247 | Ιησουίτης | [Ἰησουίτης] Ι-η-σου-ί-της ουσ. (αρσ.) {Ιησουιτών} 1. ΘΡΗΣΚ. μέλος του ρωμαιοκαθολικού μοναστικού τάγματος με την ονομασία "Εταιρεία του Ιησού" και (συνεκδ. στον πληθ.) το αντίστοιχο τάγμα. Βλ. φραγκισκανός, -ίτης1. 2. (μετωνυμ.) πρόσωπο που παριστάνει τον ευσεβή, αλλά είναι υποκριτής και δολοπλόκος. ΣΥΝ. ταρτούφος [< γαλλ. Jésuite, ιταλ. Gesuita] | |
| 21248 | ιησουιτικός | , ή, ό [ἰησουιτικός] ι-η-σου-ι-τι-κός επίθ. & ιησουίτικος 1. ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με το τάγμα των Ιησουιτών. 2. (μτφ.) υποκριτικός, ραδιούργος: ~ή: στάση. [< γαλλ. jésuitique, ιταλ. gesuitico] | |
| 21249 | ιησουιτισμός | [ἰησουιτισμός] ι-η-σου-ι-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) υποκριτική και δόλια στάση ή συμπεριφορά. Πβ. προσποίηση, ταρτουφισμός, φαρισαϊσμός. 2. ΘΡΗΣΚ. το ηθικό σύστημα των Ιησουιτών. [< γαλλ. jésuitisme, ιταλ. gesuitismo] | |
| 21250 | Ιησούς | [Ἰησοῦς] Ι-η-σούς ουσ. (αρσ.) & Ιησούς Χριστός: εβραϊκή ονομασία του Υιού του Θεού και ιδρυτή της χριστιανικής θρησκείας. Πβ. Μεσσίας, Χριστός. ● ΣΥΜΠΛ.: το αίμα του Ιησού/Κυρίου/Χριστού βλ. αίμα ● ΦΡ.: Ιησούς Χριστός νικά (κι όλα τα κακά σκορπά)! 1. (ολόκληρη η φράση) για να εξορκιστεί το κακό. 2. (το πρώτο μόνο μέρος της φράσης) για δήλωση μεγάλης έκπληξης: Ιησούς Χριστός νικά! Τι άλλο θα δουν τα μάτια μας! [< μτγν. Ἰησοῦς] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ