| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21251 | ιθαγένεια | [ἰθαγένεια] ι-θα-γέ-νει-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. ο δεσμός ενός ατόμου με την Πολιτεία και τον λαό στον οποίο ανήκει, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του, σύμφωνα με το Δημόσιο Δίκαιο: αρχική (: κατά τη γέννηση)/διπλή/επίκτητη ~. Ανάκτηση/απονομή/απώλεια ~ας. Απόκτηση ~ας μέσω γάμου/πολιτογράφησης/υιοθεσίας. Έχει/λαμβάνει την ελληνική ~. Μου αφαιρέθηκε/χορηγήθηκε η γαλλική ~. Μετανάστες χωρίς ~ (= ανιθαγενείς).|| Ψηφιακή ~. Βλ. εθνικ-, πολιτει-, υπηκο-ότητα. ΑΝΤ. ανιθαγένεια [< γαλλ. indigénat] | |
| 21252 | ιθαγενής | , ής, ές [ἰθαγενής] ι-θα-γε-νής επίθ. 1. (επίσ., για πρόσ.) που κατοικεί στο μέρος όπου γεννήθηκε ή από το οποίο κατάγεται αυτός και οι πρόγονοί του: ~ής: λαός/πληθυσμός. ~είς: φυλές.|| (ως ουσ.) Οι ~είς του Αμαζονίου/της Αμερικής/της Αυστραλίας/της Αφρικής (: κατ' αντιδιαστολή προς τους Ευρωπαίους αποίκους ή τους απογόνους τους).|| ~είς: γλώσσες. Πβ. αυτόχθων, γηγενής, ντόπιος. Βλ. ημεδαπός. ΑΝΤ. αλλογενής (1), αλλοδαπός (1) 2. ΒΟΤ. -ΖΩΟΛ. που βρίσκεται και αναπτύσσεται φυσιολογικά σε συγκεκριμένο οικότοπο, οικοσύστημα ή γεωγραφική περιοχή: ~ή: είδη (δέντρων, θηλαστικών, ψαριών). Βλ. -γενής. ΑΝΤ. ξενικός (2) [< αρχ. ἰθαγενής, γαλλ. indigène, αγγλ. native] | |
| 21253 | ιθαγενικός | , ή, ό [ἰθαγενικός] ι-θα-γε-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με ιθαγενείς: ~ό: κίνημα. | |
| 21254 | ιθακήσιος | , α, ο [ἰθακήσιος] ι-θα-κή-σι-ος επίθ.: που σχετίζεται με την Ιθάκη ή/και τους Ιθακησίους. [< αρχ. ἰθακήσιος] | |
| 21255 | ιθύνων | , ουσα, ον [ἰθύνων] ι-θύ-νων επίθ. {κυρ. στο αρσ. κ. θηλ.} (λόγ.): που κατευθύνει κάποιον ή κάτι, που ασκεί καθοδηγητικό, αρχηγικό ή κυβερνητικό ρόλο: ~ουσα: αρχή/τάξη (= άρχουσα). ~οντα: στελέχη (= διευθυντικά). ● Ουσ.: ιθύνοντες (οι): (κυρ. με άρθ.) αυτοί που καθοδηγούν ή/και διοικούν, εξουσιάζουν: οι οικονομικοί/πολιτικοί ~. Πβ. επικεφαλής, κρατούντες, υψηλά ιστάμενος. Βλ. ηγέτης, καθοδηγητής, κυβερνών. [< γαλλ. les dirigeants] ● ΣΥΜΠΛ.: ιθύνων νους {(σπανιότ.) ιθύνοντες νόες}: αυτός που σχεδιάζει, οργανώνει και δίνει τις γενικές κατευθυντήριες γραμμές για την εκτέλεση έργου: ο ~ ~ της επιχείρησης/της ομάδας. Ο ~ ~ πίσω από τη συνωμοσία. ΣΥΝ. εγκέφαλος (2) [< αρχ. ἰθύνων, μτχ. εν. του ρ. ἰθύνω ΄κατευθύνω, κυβερνώ’] | |
| 21257 | ιικός | , ή, ό [ἰικός] ι-ι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με ιό ή προκαλείται από αυτόν: ~ή: μόλυνση (πβ. ιογενής). ~ό: αντιγόνο/γονιδίωμα. ~οί: φορείς. ~ά: σωματίδια. Βλ. αντ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ιικό φορτίο: η μετρήσιμη ποσότητα μονάδων ενός ιού, ανά κυβικό χιλιοστό, που περιέχεται κυρ. στο αίμα ή άλλο οργανικό υγρό: μη ανιχνεύσιμο/υψηλό/χαμηλό ~ ~. [< αγγλ. viral, 1948, γαλλ. ~, 1950] | |
| 21258 | ΙΚΑ | (το) (παλαιότ.): Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Βλ. ΕΦΚΑ | |
| 21259 | ικανοποιημένος | , η, ο [ἱκανοποιημένος] ι-κα-νο-ποι-η-μέ-νος επίθ.: που νιώθει ικανοποίηση για κάτι: Αισθάνομαι/δήλωσε/είμαι/έμεινε (απόλυτα/ιδιαίτερα) ~ από ... Πβ. ευχαριστημένος. ΑΝΤ. ανικανοποίητος (1) ● βλ. ικανοποιώ [< γαλλ. satisfait] | |
| 21260 | ικανοποίηση | [ἱκανοποίηση] ι-κα-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ευχαρίστηση που αισθάνεται κάποιος από την εκπλήρωση επιθυμίας, στόχου ή ανάγκης ή από την επιτυχημένη έκβαση γεγονότος, υπόθεσης: επαγγελματική/εσωτερική/συναισθηματική/ψυχολογική ~. Αίσθημα ~ης. ~ των πελατών από τις προσφερόμενες υπηρεσίες. Νιώθω ~. Γενική ~ επικρατεί στην ομάδα μετά τη νίκη. Βλέμμα/χαμόγελο γεμάτο ~ (πβ. χαρά). Εξέφρασε τη βαθιά ~ή του για ... Λαμβάνει/παίρνει ~ από την εργασία της. Η επιβράβευση δίνει/προσφέρει ~. Σύναψη συμφωνίας προς ~ όλων. Με ~ έγινε δεκτή η απόφαση.|| Σεξουαλική ~ (πβ. ηδονή). Βλ. αυτοϊκανοποίηση. ΑΝΤ. απογοήτευση, δυσαρέσκεια 2. πραγματοποίηση αυτού που ζητά, επιθυμεί κάποιος: ~ αιτημάτων/αναγκών/φιλοδοξιών (πβ. εκπλήρωση, κάλυψη, πραγμάτωση, υλοποίηση).|| ~ των ασθενών/των πελατών. Υλική ~ των εργαζόµενων (πβ. αμοιβή).|| ~ της περιέργειας κάποιου (: απάντηση στα ερωτήματά του). 3. αποζημίωση για ηθική, σωματική ή υλική βλάβη: χρηματική ~ λόγω ψυχικής οδύνης. Ζήτησε ~. Πβ. επανόρθωση. Βλ. -ποίηση. ● ΣΥΜΠΛ.: ηθική ικανοποίηση βλ. ηθικός [< μεσν. ικανοποίησις] | |
| 21261 | ικανοποιητικός | , ή, ό [ἱκανοποιητικός] ι-κα-νο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που προσφέρει ικανοποίηση ή που είναι επαρκής: ~ός: αριθμός (συμμετοχών)/μισθός/ρυθμός (ανάπτυξης). ~ή: απάντηση/απόδοση/εξέλιξη/λύση/πορεία. ~ό: αποτέλεσμα/εισόδημα/ποσοστό. ~ές: αποδοχές/γνώσεις/εξηγήσεις. Η φυσική κατάσταση των παικτών βρίσκεται σε ~ό επίπεδο. Πβ. αξιοπρεπής, αρκετός, ικανός. Βλ. -ποιητικός. ● επίρρ.: ικανοποιητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. satisfaisant] | |
| 21262 | ικανοποιώ | [ἱκανοποιῶ] ι-κα-νο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ικανοποι-είς ..., -ώντας | ικανοποί-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. δημιουργώ αίσθημα ικανοποίησης σε κάποιον: Οι ανέσεις που προσφέρει το ξενοδοχείο ~ούν και τον πιο δύσκολο πελάτη. Δεν με ~ησε η απάντησή του.|| Ένα πλήρες γεύμα ~εί την πείνα. ~ούμαι σεξουαλικά. Πβ. ευχαριστώ. ΑΝΤ. δυσαρεστώ 2. ανταποκρίνομαι συνήθ. σε αίτημα ή υποχρέωση, πραγματοποιώ στόχο, επιθυμία, ανάγκη: Το προϊόν ~εί τις απαιτήσεις των αγοραστών. Η χώρα δεν ~εί (= πληροί) τα κριτήρια/τις προϋποθέσεις ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι προσδοκίες μας ~ήθηκαν στο έπακρο. Πβ. εκπληρώνω, καλύπτω, πραγματώνω, υλοποιώ. 3. αποζημιώνω κάποιον που έχω βλάψει υλικά, ηθικά ή σωματικά: Απαραίτητη η καταβολή χρηματικού ποσού για να ~ηθεί ο παθών. 4. ΜΑΘ. {στο γ' πρόσ.} (για συνθήκη ή μαθηματική έννοια που) πληροί τις προϋποθέσεις ύπαρξης και ισχύος θεωρήματος ή μαθηματικής αρχής. Βλ. -ποιώ. ● βλ. ικανοποιημένος [< μεσν. ικανοποιώ] | |
| 21263 | ικανός | , ή, ό [ἱκανός] ι-κα-νός επίθ. 1. που διαθέτει τα προσόντα να εκτελεί κάτι σωστά, να σημειώνει επιτυχία σε κάποιον τομέα: (για πρόσ.) ~ός: δάσκαλος/οδηγός/πωλητής. ~ή: ομάδα (συνεργατών). ~ά: στελέχη (επιχείρησης). Σωματικά και διανοητικά ~ (ΑΝΤ. ανάπηρος). Είναι ~ στη διαχείριση χρημάτων (πβ. επι-δέξιος, -τήδειος). Κρίθηκε ~ για να εργαστεί (πβ. κατάλληλος). Είναι ~ή για διευθύντρια. Δεν τον έχω ~ό για ... Δεν τη θεωρώ ~ή να ... Η συνεχής επιμόρφωση του εργαζομένου τον καθιστά ~ό να ... Πβ. άξιος.|| (προφ.) ~ό τον έχω να μην έρθει στο τέλος.|| Μηχανήματα ~ά να λειτουργούν αυτόματα. ΑΝΤ. ανίκανος (1) 2. (επίσ.) που επαρκεί σε αριθμό ή ποσότητα, αρκετός: ~ές: προϋποθέσεις (για ...). ~ά: κριτήρια. Η εκδρομή θα πραγματοποιηθεί, εφόσον συμπληρωθεί ~ αριθμός συμμετεχόντων. Έχει παρέλθει ~ χρόνος από ... Δύναμη μπαταρίας ~ή για 24 ώρες. ~ό ποσοστό των ερωτηθέντων απάντησε θετικά. Εισοδήματα ~ά να καλύψουν τις ανάγκες των εργαζομένων. Τόσα χρόνια δεν στάθηκαν ~ά να ...|| Αποδεικτικά στοιχεία ~ά να τον οδηγήσουν στη φυλακή. Αποσπασματικά μέτρα που δεν είναι ~ά να επιφέρουν ουσιαστική λύση. Πβ. επαρκής, ικανοποιητικός. ΑΝΤ. ανεπαρκής 3. ΣΤΡΑΤ. που είναι αρτιμελής και υγιής, ώστε να είναι σε θέση να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία: ~οί πρώτης κατηγορίας (Ι/1) ... τέταρτης κατηγορίας (Ι/4). Βλ. στρατεύσιμος. ● επίρρ.: ικανώς [-ῶς] (λόγ.): αρκετά, επαρκώς. ● ΣΥΜΠΛ.: ικανή συνθήκη 1. (μτφ.) σύνολο στοιχείων που εγγυώνται την ύπαρξη μιας κατάστασης, επαρκής όρος για να ισχύει κάτι: Η δημιουργία χώρων πρασίνου αποτελεί ~ ~ για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής στις πόλεις. Η επιστημονική κατάρτιση είναι αναγκαία, αλλά όχι ~ ~ για αποτελεσματική διδασκαλία. 2. ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. πρόταση η οποία -εφόσον είναι αληθής- καθιστά αληθή μια άλλη πρόταση: ικανή και αναγκαία ~. ● ΦΡ.: είμαι ικανός να ...: είμαι σε θέση, μπορώ να: Είναι ~ να οργανώνει τη δουλειά του. Δεν είναι ~ (= άξιος) να κάνει τίποτα/ούτε το κρεβάτι του να στρώσει!|| (μειωτ.) Αυτή είναι ~ή να τα πει όλα και να εκτεθούμε!, ικανός για όλα (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): για πρόσωπο που χρησιμοποιεί κάθε μέσο, προκειμένου να πετύχει κάτι, που λειτουργεί χωρίς αναστολές ή ηθικούς ενδοιασμούς: Τον έχω/θεωρώ ~ό ~. Πβ. αδίστακτος, απρόβλεπτος, παράτολμος. [< αρχ. ἱκανός, γαλλ.-αγγλ. capable] | |
| 21264 | ικανότητα | [ἱκανότητα] ι-κα-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {ικανοτήτ-ων} 1. (για πρόσ.) η δυνατότητα κάποιου να πραγματοποιεί ή να εκτελεί κάτι: έμφυτη/επίκτητη/προσαρμοστική/στοχαστική/συνθετική ~. ~ ανάγνωσης και γραφής/ανάλυσης και σύνθεσης/άσκησης/κατανόησης/κρίσης/μάθησης/προσανατολισμού. ~ για εργασία. Μειωμένη ~ όσφρησης. Καλλιεργώ μια ~. Έχει ανεπτυγμένη την ~ του λόγου/της ομιλίας. ~ διαχείρισης αλλαγών/κρίσεων. Εξαιρετική ~ στη χρήση ηλεκτρονικών µέσων. Αξιολογείται η τεχνική ~ του υποψηφίου. Αμφιβάλλω για/αμφισβητώ την ~ά του να ... (πβ. αξιοσύνη). Με ιδιαίτερη ~ (= επιδεξιότητα). Επιβεβαιώνει/μαρτυρεί την ~ά του να … Έχει τη μοναδική ~ να φτιάχνει ... (πβ. δεξιοτεχνία, μαεστρία, μαστοριά, τέχνη). Πιστοποιητικό επαγγελματικής ~ας. Άδεια ~ας οδηγού. Διανοητικές/πνευματικές ~ες (πβ. εξυπνάδα). Καλλιτεχνικές ~ες (πβ. ταλέντο). Διακρίνομαι για τις ~ές μου. Διαθέτει διαπραγματευτική ~/~ες επικοινωνίας. Είναι προικισμένη με ηγετικές/οργανωτικές/υποκριτικές ~ες (= προσόντα). Έχει πολλές ~ες, αλλά δεν τις αξιοποιεί. Ανάπτυξη/τεστ ~ων. Στερούμαι ~ων. Κάνει επίδειξη των ~ων της.|| Σεξουαλική ~.|| Σκύλος με κυνηγετικές ~ες. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ανικανότητα (1) 2. (επιστ.) ο βαθμός στον οποίο είναι δυνατόν να επιτευχθεί κάτι: αγοραστική/ασφαλιστική/εκτελεστική/επενδυτική/παραγωγική ~. ~ και ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών. ~ ανύψωσης φορτίου έως και ... τόνους. Οικονομική και χρηματοπιστωτική ~. Η εθνική άμυνα και η αποτρεπτική ~ μιας χώρας. Αυξημένη ~ µεταφοράς φορτίων. Αποτίμηση σεισμικής ~ας κτιρίων. Πβ. δύναμη, δυναμικότητα, ισχύς. ΑΝΤ. αδυναμία (1) 3. ΦΥΣ. ιδιότητα σώματος να προκαλεί συγκεκριμένο φαινόμενο: θερμική/πτητική/στροφική ~. ~ απορρόφησης ενέργειας. ● ΣΥΜΠΛ.: αερόβια ικανότητα: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που έχει ο οργανισμός, για να καταναλώνει τον ανώτατο δυνατό όγκο οξυγόνου στη μονάδα του χρόνου. Πβ. καρδιοαναπνευστική αντοχή., ικανότητα δικαίου: ΝΟΜ. δυνατότητα κάθε προσώπου να είναι φορέας δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και καταστάσεων., σωματική ικανότητα (συντομ. Ι): ΣΤΡΑΤ. η κατάσταση της σωματικής και πνευματικής υγείας στρατεύσιμου, ανάλογα με την οποία κατατάσσεται σε ορισμένη κατηγορία, ώστε να του ανατεθούν τα αντίστοιχα καθήκοντα: Η ~ ~ μπορεί να είναι Ι/1 (απόλυτα υγιής), Ι/2, Ι/3 (ένοπλος ή άοπλος), Ι/4 (πάντοτε άοπλος) και Ι/5 (εξαίρεση από τη στράτευση)., γλωσσική ικανότητα βλ. γλωσσικός, διακριτική ικανότητα βλ. διακριτικός, δικαιοπρακτική ικανότητα βλ. δικαιοπρακτικός, θερμαντική ικανότητα βλ. θερμαντικός1, πιστοληπτική ικανότητα βλ. πιστοληπτικός, φέρουσα ικανότητα βλ. φέρων ● ΦΡ.: άτομα με ειδικές ανάγκες/ικανότητες/δεξιότητες βλ. ειδικός [< αρχ. ἱκανότης, γαλλ. capacité] | |
| 21265 | Ικαριώτης, Ικαριώτισσα | [Ἰκαριώτης] Ι-κα-ριώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Ικαρία. | |
| 21266 | ικαριώτικος | , η, ο [ἰκαριώτικος] ι-κα-ριώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με την Ικαρία ή/και τους Ικαριώτες: (κ. ως ουσ.) Ο ~ (ενν. χορός). | |
| 21267 | Ίκαρος | [Ἴκαρος] Ί-κα-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άρου}: ΣΤΡΑΤ. μόνιμος αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, κυρ. ιπτάμενος. ● ΣΥΜΠΛ.: Σχολή Ικάρων: Ανώτατη Στρατιωτική Σχολή, όπου φοιτούν και εκπαιδεύονται όσοι προορίζονται να γίνουν μόνιμοι αξιωματικοί, ιπτάμενοι και μηχανικοί, της Πολεμικής Αεροπορίας. [< αρχ. Ἴκαρος] | |
| 13614 | ικαρος | δό-κι-μος ουσ. (αρσ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ναυτικός δόκιμος (κ. με κεφαλ. Ν, Δ): ΣΤΡΑΤ. υποψήφιος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού: Σχολή ~ών Δοκίμων (ακρ. ΣΝΔ). Βλ. εύελπις, ίκαρος, σημαιοφόρος. | |
| 21268 | ΙΚΕ | (η): Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία. | |
| 21269 | ικεμπάνα | [ἰκεμπάνα] ι-κε-μπά-να ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. παραδοσιακή ιαπωνική τέχνη δημιουργίας συνθέσεων από άνθη. Βλ. ανθο-δετική, -σύνθεση. [< αγγλ. ikebana, 1901, γαλλ. ~, 1969] | |
| 21270 | ικεσία | [ἱκεσία] ι-κε-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παράκληση, συνήθ. για βοήθεια, με επίμονο τρόπο και έντονη συναισθηματική φόρτιση: θερμή ~. Απηύθυνε ~ προς τον Θεό. Πβ. δέηση, παρακάλια, προσευχή. [< αρχ. ἱκεσία] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ