| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40277 | ιζηματογενες | πη-λός ουσ. (αρσ.) 1. αργιλικό υλικό που πλάθεται με νερό, ώστε να γίνει μείγμα κατάλληλο για τη δημιουργία κεραμικών αντικειμένων: εύπλαστος/κόκκινος/πορώδης/υγρός/ψημένος ~. Αγγείο/κεραμίδια/τούβλα από ~ό. Βλ. τερακότα. 2. ΟΙΚΟΔ. τεχνητό μείγμα από χώμα και νερό που χρησιμοποιείται στο κτίσιμο ως συγκολλητική ύλη. Πβ. λάσπη. 3. ΟΡΥΚΤ. κλαστικό ιζηματογενές πέτρωμα με κόκκους πολύ μικρού μεγέθους, που αποτελείται κυρ. από άργιλο. ● πηλά (τα) (διαλεκτ.): χώματα και λάσπες στον δρόμο. ● ΣΥΜΠΛ.: ασβεστούχος πηλός βλ. ασβεστούχος [< 1: αρχ. πηλός] | |
| 21242 | ιζηματογένεση | [ἱζηματογένεση] ι-ζη-μα-το-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. σχηματισμός ή συγκέντρωση ιζήματος: κλαστική/χημική ~. Λεκάνη ~ης. Βλ. -γένεση. [< γαλλ. sédimentation] | |
| 21243 | ιζηματογενής | , ής, ές [ἱζηματογενής] ι-ζη-μα-το-γε-νής επίθ.: ΓΕΩΛ. που έχει σχηματιστεί από ιζήματα: ~ής: βράχος. ~ής: λεκάνη. ~ή: εδάφη. Πβ. ιζηματώδης. Βλ. -γενής. ● ΣΥΜΠΛ.: ιζηματογενή πετρώματα βλ. πέτρωμα1 [< γαλλ. sédimentaire] | |
| 21245 | ιζηματολογία | [ἱζηματολογία] ι-ζη-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. κλάδος που έχει ως αντικείμενό του τη μελέτη των ιδιοτήτων και των διαδικασιών σχηματισμού των ιζηματογενών πετρωμάτων: θαλάσσια ~. Βλ. -λογία. [< αγγλ. sedimentology, 1932] | |
| 21244 | ιζηματώδης | , ης, ες [ἱζηματώδης] ι-ζη-μα-τώ-δης {ιζηματώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} επίθ.: ΓΕΩΛ. που μοιάζει με ίζημα, ιζηματογενής. | |
| 21247 | Ιησουίτης | [Ἰησουίτης] Ι-η-σου-ί-της ουσ. (αρσ.) {Ιησουιτών} 1. ΘΡΗΣΚ. μέλος του ρωμαιοκαθολικού μοναστικού τάγματος με την ονομασία "Εταιρεία του Ιησού" και (συνεκδ. στον πληθ.) το αντίστοιχο τάγμα. Βλ. φραγκισκανός, -ίτης1. 2. (μετωνυμ.) πρόσωπο που παριστάνει τον ευσεβή, αλλά είναι υποκριτής και δολοπλόκος. ΣΥΝ. ταρτούφος [< γαλλ. Jésuite, ιταλ. Gesuita] | |
| 21248 | ιησουιτικός | , ή, ό [ἰησουιτικός] ι-η-σου-ι-τι-κός επίθ. & ιησουίτικος 1. ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με το τάγμα των Ιησουιτών. 2. (μτφ.) υποκριτικός, ραδιούργος: ~ή: στάση. [< γαλλ. jésuitique, ιταλ. gesuitico] | |
| 21249 | ιησουιτισμός | [ἰησουιτισμός] ι-η-σου-ι-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) υποκριτική και δόλια στάση ή συμπεριφορά. Πβ. προσποίηση, ταρτουφισμός, φαρισαϊσμός. 2. ΘΡΗΣΚ. το ηθικό σύστημα των Ιησουιτών. [< γαλλ. jésuitisme, ιταλ. gesuitismo] | |
| 21250 | Ιησούς | [Ἰησοῦς] Ι-η-σούς ουσ. (αρσ.) & Ιησούς Χριστός: εβραϊκή ονομασία του Υιού του Θεού και ιδρυτή της χριστιανικής θρησκείας. Πβ. Μεσσίας, Χριστός. ● ΣΥΜΠΛ.: το αίμα του Ιησού/Κυρίου/Χριστού βλ. αίμα ● ΦΡ.: Ιησούς Χριστός νικά (κι όλα τα κακά σκορπά)! 1. (ολόκληρη η φράση) για να εξορκιστεί το κακό. 2. (το πρώτο μόνο μέρος της φράσης) για δήλωση μεγάλης έκπληξης: Ιησούς Χριστός νικά! Τι άλλο θα δουν τα μάτια μας! [< μτγν. Ἰησοῦς] | |
| 21251 | ιθαγένεια | [ἰθαγένεια] ι-θα-γέ-νει-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. ο δεσμός ενός ατόμου με την Πολιτεία και τον λαό στον οποίο ανήκει, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του, σύμφωνα με το Δημόσιο Δίκαιο: αρχική (: κατά τη γέννηση)/διπλή/επίκτητη ~. Ανάκτηση/απονομή/απώλεια ~ας. Απόκτηση ~ας μέσω γάμου/πολιτογράφησης/υιοθεσίας. Έχει/λαμβάνει την ελληνική ~. Μου αφαιρέθηκε/χορηγήθηκε η γαλλική ~. Μετανάστες χωρίς ~ (= ανιθαγενείς).|| Ψηφιακή ~. Βλ. εθνικ-, πολιτει-, υπηκο-ότητα. ΑΝΤ. ανιθαγένεια [< γαλλ. indigénat] | |
| 21252 | ιθαγενής | , ής, ές [ἰθαγενής] ι-θα-γε-νής επίθ. 1. (επίσ., για πρόσ.) που κατοικεί στο μέρος όπου γεννήθηκε ή από το οποίο κατάγεται αυτός και οι πρόγονοί του: ~ής: λαός/πληθυσμός. ~είς: φυλές.|| (ως ουσ.) Οι ~είς του Αμαζονίου/της Αμερικής/της Αυστραλίας/της Αφρικής (: κατ' αντιδιαστολή προς τους Ευρωπαίους αποίκους ή τους απογόνους τους).|| ~είς: γλώσσες. Πβ. αυτόχθων, γηγενής, ντόπιος. Βλ. ημεδαπός. ΑΝΤ. αλλογενής (1), αλλοδαπός (1) 2. ΒΟΤ. -ΖΩΟΛ. που βρίσκεται και αναπτύσσεται φυσιολογικά σε συγκεκριμένο οικότοπο, οικοσύστημα ή γεωγραφική περιοχή: ~ή: είδη (δέντρων, θηλαστικών, ψαριών). Βλ. -γενής. ΑΝΤ. ξενικός (2) [< αρχ. ἰθαγενής, γαλλ. indigène, αγγλ. native] | |
| 21253 | ιθαγενικός | , ή, ό [ἰθαγενικός] ι-θα-γε-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με ιθαγενείς: ~ό: κίνημα. | |
| 21254 | ιθακήσιος | , α, ο [ἰθακήσιος] ι-θα-κή-σι-ος επίθ.: που σχετίζεται με την Ιθάκη ή/και τους Ιθακησίους. [< αρχ. ἰθακήσιος] | |
| 21257 | ιικός | , ή, ό [ἰικός] ι-ι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με ιό ή προκαλείται από αυτόν: ~ή: μόλυνση (πβ. ιογενής). ~ό: αντιγόνο/γονιδίωμα. ~οί: φορείς. ~ά: σωματίδια. Βλ. αντ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ιικό φορτίο: η μετρήσιμη ποσότητα μονάδων ενός ιού, ανά κυβικό χιλιοστό, που περιέχεται κυρ. στο αίμα ή άλλο οργανικό υγρό: μη ανιχνεύσιμο/υψηλό/χαμηλό ~ ~. [< αγγλ. viral, 1948, γαλλ. ~, 1950] | |
| 21258 | ΙΚΑ | (το) (παλαιότ.): Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Βλ. ΕΦΚΑ | |
| 21259 | ικανοποιημένος | , η, ο [ἱκανοποιημένος] ι-κα-νο-ποι-η-μέ-νος επίθ.: που νιώθει ικανοποίηση για κάτι: Αισθάνομαι/δήλωσε/είμαι/έμεινε (απόλυτα/ιδιαίτερα) ~ από ... Πβ. ευχαριστημένος. ΑΝΤ. ανικανοποίητος (1) ● βλ. ικανοποιώ [< γαλλ. satisfait] | |
| 21260 | ικανοποίηση | [ἱκανοποίηση] ι-κα-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ευχαρίστηση που αισθάνεται κάποιος από την εκπλήρωση επιθυμίας, στόχου ή ανάγκης ή από την επιτυχημένη έκβαση γεγονότος, υπόθεσης: επαγγελματική/εσωτερική/συναισθηματική/ψυχολογική ~. Αίσθημα ~ης. ~ των πελατών από τις προσφερόμενες υπηρεσίες. Νιώθω ~. Γενική ~ επικρατεί στην ομάδα μετά τη νίκη. Βλέμμα/χαμόγελο γεμάτο ~ (πβ. χαρά). Εξέφρασε τη βαθιά ~ή του για ... Λαμβάνει/παίρνει ~ από την εργασία της. Η επιβράβευση δίνει/προσφέρει ~. Σύναψη συμφωνίας προς ~ όλων. Με ~ έγινε δεκτή η απόφαση.|| Σεξουαλική ~ (πβ. ηδονή). Βλ. αυτοϊκανοποίηση. ΑΝΤ. απογοήτευση, δυσαρέσκεια 2. πραγματοποίηση αυτού που ζητά, επιθυμεί κάποιος: ~ αιτημάτων/αναγκών/φιλοδοξιών (πβ. εκπλήρωση, κάλυψη, πραγμάτωση, υλοποίηση).|| ~ των ασθενών/των πελατών. Υλική ~ των εργαζόµενων (πβ. αμοιβή).|| ~ της περιέργειας κάποιου (: απάντηση στα ερωτήματά του). 3. αποζημίωση για ηθική, σωματική ή υλική βλάβη: χρηματική ~ λόγω ψυχικής οδύνης. Ζήτησε ~. Πβ. επανόρθωση. Βλ. -ποίηση. ● ΣΥΜΠΛ.: ηθική ικανοποίηση βλ. ηθικός [< μεσν. ικανοποίησις] | |
| 21261 | ικανοποιητικός | , ή, ό [ἱκανοποιητικός] ι-κα-νο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που προσφέρει ικανοποίηση ή που είναι επαρκής: ~ός: αριθμός (συμμετοχών)/μισθός/ρυθμός (ανάπτυξης). ~ή: απάντηση/απόδοση/εξέλιξη/λύση/πορεία. ~ό: αποτέλεσμα/εισόδημα/ποσοστό. ~ές: αποδοχές/γνώσεις/εξηγήσεις. Η φυσική κατάσταση των παικτών βρίσκεται σε ~ό επίπεδο. Πβ. αξιοπρεπής, αρκετός, ικανός. Βλ. -ποιητικός. ● επίρρ.: ικανοποιητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. satisfaisant] | |
| 21262 | ικανοποιώ | [ἱκανοποιῶ] ι-κα-νο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ικανοποι-είς ..., -ώντας | ικανοποί-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. δημιουργώ αίσθημα ικανοποίησης σε κάποιον: Οι ανέσεις που προσφέρει το ξενοδοχείο ~ούν και τον πιο δύσκολο πελάτη. Δεν με ~ησε η απάντησή του.|| Ένα πλήρες γεύμα ~εί την πείνα. ~ούμαι σεξουαλικά. Πβ. ευχαριστώ. ΑΝΤ. δυσαρεστώ 2. ανταποκρίνομαι συνήθ. σε αίτημα ή υποχρέωση, πραγματοποιώ στόχο, επιθυμία, ανάγκη: Το προϊόν ~εί τις απαιτήσεις των αγοραστών. Η χώρα δεν ~εί (= πληροί) τα κριτήρια/τις προϋποθέσεις ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι προσδοκίες μας ~ήθηκαν στο έπακρο. Πβ. εκπληρώνω, καλύπτω, πραγματώνω, υλοποιώ. 3. αποζημιώνω κάποιον που έχω βλάψει υλικά, ηθικά ή σωματικά: Απαραίτητη η καταβολή χρηματικού ποσού για να ~ηθεί ο παθών. 4. ΜΑΘ. {στο γ' πρόσ.} (για συνθήκη ή μαθηματική έννοια που) πληροί τις προϋποθέσεις ύπαρξης και ισχύος θεωρήματος ή μαθηματικής αρχής. Βλ. -ποιώ. ● βλ. ικανοποιημένος [< μεσν. ικανοποιώ] | |
| 21263 | ικανός | , ή, ό [ἱκανός] ι-κα-νός επίθ. 1. που διαθέτει τα προσόντα να εκτελεί κάτι σωστά, να σημειώνει επιτυχία σε κάποιον τομέα: (για πρόσ.) ~ός: δάσκαλος/οδηγός/πωλητής. ~ή: ομάδα (συνεργατών). ~ά: στελέχη (επιχείρησης). Σωματικά και διανοητικά ~ (ΑΝΤ. ανάπηρος). Είναι ~ στη διαχείριση χρημάτων (πβ. επι-δέξιος, -τήδειος). Κρίθηκε ~ για να εργαστεί (πβ. κατάλληλος). Είναι ~ή για διευθύντρια. Δεν τον έχω ~ό για ... Δεν τη θεωρώ ~ή να ... Η συνεχής επιμόρφωση του εργαζομένου τον καθιστά ~ό να ... Πβ. άξιος.|| (προφ.) ~ό τον έχω να μην έρθει στο τέλος.|| Μηχανήματα ~ά να λειτουργούν αυτόματα. ΑΝΤ. ανίκανος (1) 2. (επίσ.) που επαρκεί σε αριθμό ή ποσότητα, αρκετός: ~ές: προϋποθέσεις (για ...). ~ά: κριτήρια. Η εκδρομή θα πραγματοποιηθεί, εφόσον συμπληρωθεί ~ αριθμός συμμετεχόντων. Έχει παρέλθει ~ χρόνος από ... Δύναμη μπαταρίας ~ή για 24 ώρες. ~ό ποσοστό των ερωτηθέντων απάντησε θετικά. Εισοδήματα ~ά να καλύψουν τις ανάγκες των εργαζομένων. Τόσα χρόνια δεν στάθηκαν ~ά να ...|| Αποδεικτικά στοιχεία ~ά να τον οδηγήσουν στη φυλακή. Αποσπασματικά μέτρα που δεν είναι ~ά να επιφέρουν ουσιαστική λύση. Πβ. επαρκής, ικανοποιητικός. ΑΝΤ. ανεπαρκής 3. ΣΤΡΑΤ. που είναι αρτιμελής και υγιής, ώστε να είναι σε θέση να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία: ~οί πρώτης κατηγορίας (Ι/1) ... τέταρτης κατηγορίας (Ι/4). Βλ. στρατεύσιμος. ● επίρρ.: ικανώς [-ῶς] (λόγ.): αρκετά, επαρκώς. ● ΣΥΜΠΛ.: ικανή συνθήκη 1. (μτφ.) σύνολο στοιχείων που εγγυώνται την ύπαρξη μιας κατάστασης, επαρκής όρος για να ισχύει κάτι: Η δημιουργία χώρων πρασίνου αποτελεί ~ ~ για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής στις πόλεις. Η επιστημονική κατάρτιση είναι αναγκαία, αλλά όχι ~ ~ για αποτελεσματική διδασκαλία. 2. ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. πρόταση η οποία -εφόσον είναι αληθής- καθιστά αληθή μια άλλη πρόταση: ικανή και αναγκαία ~. ● ΦΡ.: είμαι ικανός να ...: είμαι σε θέση, μπορώ να: Είναι ~ να οργανώνει τη δουλειά του. Δεν είναι ~ (= άξιος) να κάνει τίποτα/ούτε το κρεβάτι του να στρώσει!|| (μειωτ.) Αυτή είναι ~ή να τα πει όλα και να εκτεθούμε!, ικανός για όλα (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): για πρόσωπο που χρησιμοποιεί κάθε μέσο, προκειμένου να πετύχει κάτι, που λειτουργεί χωρίς αναστολές ή ηθικούς ενδοιασμούς: Τον έχω/θεωρώ ~ό ~. Πβ. αδίστακτος, απρόβλεπτος, παράτολμος. [< αρχ. ἱκανός, γαλλ.-αγγλ. capable] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ