| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21264 | ικανότητα | [ἱκανότητα] ι-κα-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {ικανοτήτ-ων} 1. (για πρόσ.) η δυνατότητα κάποιου να πραγματοποιεί ή να εκτελεί κάτι: έμφυτη/επίκτητη/προσαρμοστική/στοχαστική/συνθετική ~. ~ ανάγνωσης και γραφής/ανάλυσης και σύνθεσης/άσκησης/κατανόησης/κρίσης/μάθησης/προσανατολισμού. ~ για εργασία. Μειωμένη ~ όσφρησης. Καλλιεργώ μια ~. Έχει ανεπτυγμένη την ~ του λόγου/της ομιλίας. ~ διαχείρισης αλλαγών/κρίσεων. Εξαιρετική ~ στη χρήση ηλεκτρονικών µέσων. Αξιολογείται η τεχνική ~ του υποψηφίου. Αμφιβάλλω για/αμφισβητώ την ~ά του να ... (πβ. αξιοσύνη). Με ιδιαίτερη ~ (= επιδεξιότητα). Επιβεβαιώνει/μαρτυρεί την ~ά του να … Έχει τη μοναδική ~ να φτιάχνει ... (πβ. δεξιοτεχνία, μαεστρία, μαστοριά, τέχνη). Πιστοποιητικό επαγγελματικής ~ας. Άδεια ~ας οδηγού. Διανοητικές/πνευματικές ~ες (πβ. εξυπνάδα). Καλλιτεχνικές ~ες (πβ. ταλέντο). Διακρίνομαι για τις ~ές μου. Διαθέτει διαπραγματευτική ~/~ες επικοινωνίας. Είναι προικισμένη με ηγετικές/οργανωτικές/υποκριτικές ~ες (= προσόντα). Έχει πολλές ~ες, αλλά δεν τις αξιοποιεί. Ανάπτυξη/τεστ ~ων. Στερούμαι ~ων. Κάνει επίδειξη των ~ων της.|| Σεξουαλική ~.|| Σκύλος με κυνηγετικές ~ες. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ανικανότητα (1) 2. (επιστ.) ο βαθμός στον οποίο είναι δυνατόν να επιτευχθεί κάτι: αγοραστική/ασφαλιστική/εκτελεστική/επενδυτική/παραγωγική ~. ~ και ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών. ~ ανύψωσης φορτίου έως και ... τόνους. Οικονομική και χρηματοπιστωτική ~. Η εθνική άμυνα και η αποτρεπτική ~ μιας χώρας. Αυξημένη ~ µεταφοράς φορτίων. Αποτίμηση σεισμικής ~ας κτιρίων. Πβ. δύναμη, δυναμικότητα, ισχύς. ΑΝΤ. αδυναμία (1) 3. ΦΥΣ. ιδιότητα σώματος να προκαλεί συγκεκριμένο φαινόμενο: θερμική/πτητική/στροφική ~. ~ απορρόφησης ενέργειας. ● ΣΥΜΠΛ.: αερόβια ικανότητα: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που έχει ο οργανισμός, για να καταναλώνει τον ανώτατο δυνατό όγκο οξυγόνου στη μονάδα του χρόνου. Πβ. καρδιοαναπνευστική αντοχή., ικανότητα δικαίου: ΝΟΜ. δυνατότητα κάθε προσώπου να είναι φορέας δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και καταστάσεων., σωματική ικανότητα (συντομ. Ι): ΣΤΡΑΤ. η κατάσταση της σωματικής και πνευματικής υγείας στρατεύσιμου, ανάλογα με την οποία κατατάσσεται σε ορισμένη κατηγορία, ώστε να του ανατεθούν τα αντίστοιχα καθήκοντα: Η ~ ~ μπορεί να είναι Ι/1 (απόλυτα υγιής), Ι/2, Ι/3 (ένοπλος ή άοπλος), Ι/4 (πάντοτε άοπλος) και Ι/5 (εξαίρεση από τη στράτευση)., γλωσσική ικανότητα βλ. γλωσσικός, διακριτική ικανότητα βλ. διακριτικός, δικαιοπρακτική ικανότητα βλ. δικαιοπρακτικός, θερμαντική ικανότητα βλ. θερμαντικός1, πιστοληπτική ικανότητα βλ. πιστοληπτικός, φέρουσα ικανότητα βλ. φέρων ● ΦΡ.: άτομα με ειδικές ανάγκες/ικανότητες/δεξιότητες βλ. ειδικός [< αρχ. ἱκανότης, γαλλ. capacité] | |
| 21265 | Ικαριώτης, Ικαριώτισσα | [Ἰκαριώτης] Ι-κα-ριώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Ικαρία. | |
| 21266 | ικαριώτικος | , η, ο [ἰκαριώτικος] ι-κα-ριώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με την Ικαρία ή/και τους Ικαριώτες: (κ. ως ουσ.) Ο ~ (ενν. χορός). | |
| 21267 | Ίκαρος | [Ἴκαρος] Ί-κα-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άρου}: ΣΤΡΑΤ. μόνιμος αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, κυρ. ιπτάμενος. ● ΣΥΜΠΛ.: Σχολή Ικάρων: Ανώτατη Στρατιωτική Σχολή, όπου φοιτούν και εκπαιδεύονται όσοι προορίζονται να γίνουν μόνιμοι αξιωματικοί, ιπτάμενοι και μηχανικοί, της Πολεμικής Αεροπορίας. [< αρχ. Ἴκαρος] | |
| 13614 | ικαρος | δό-κι-μος ουσ. (αρσ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ναυτικός δόκιμος (κ. με κεφαλ. Ν, Δ): ΣΤΡΑΤ. υποψήφιος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού: Σχολή ~ών Δοκίμων (ακρ. ΣΝΔ). Βλ. εύελπις, ίκαρος, σημαιοφόρος. | |
| 21268 | ΙΚΕ | (η): Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία. | |
| 21269 | ικεμπάνα | [ἰκεμπάνα] ι-κε-μπά-να ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. παραδοσιακή ιαπωνική τέχνη δημιουργίας συνθέσεων από άνθη. Βλ. ανθο-δετική, -σύνθεση. [< αγγλ. ikebana, 1901, γαλλ. ~, 1969] | |
| 21270 | ικεσία | [ἱκεσία] ι-κε-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παράκληση, συνήθ. για βοήθεια, με επίμονο τρόπο και έντονη συναισθηματική φόρτιση: θερμή ~. Απηύθυνε ~ προς τον Θεό. Πβ. δέηση, παρακάλια, προσευχή. [< αρχ. ἱκεσία] | |
| 21271 | ικετευτικός | , ή, ό [ἱκετευτικός] ι-κε-τευ-τι-κός επίθ. (λόγ.): που φανερώνει ικεσία: ~ός: τόνος. ~ό: βλέμμα. ΣΥΝ. ικετήριος, παρακλητικός ● επίρρ.: ικετευτικά [< μτγν. ἱκετευτικός] | |
| 21272 | ικετεύω | [ἱκετεύω] ι-κε-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {ικέτευ-α, ικέτε-ψα (λόγ.) ικέτευ-σα, ικετεύ-οντας} (λόγ.): απευθύνω ικεσία σε κάποιον: Σε ~ να μείνεις. ~ε για βοήθεια. Πβ. δέομαι, προσπέφτω. ΣΥΝ. εκλιπαρώ, εξορκίζω (2), θερμοπαρακαλώ [< αρχ. ἱκετεύω] | |
| 21273 | ικετήριος | , ος/α, ο [ἱκετήριος] ι-κε-τή-ρι-ος επίθ. (λόγ.): που εκφράζει ικεσία: ~ος: κανόνας/ύμνος. ~ος/α: ακολουθία/δέηση. Βλ. -τήριος. ΣΥΝ. ικετευτικός, παρακλητικός [< αρχ. ἱκετήριος] | |
| 21274 | ικέτης | [ἱκέτης] ι-κέ-της ουσ. (αρσ.) , ικέτιδα & (σπάν.-προφ.) ικέτισσα (η) 1. (λόγ.) πρόσωπο που ικετεύει: Προσπέφτει ~ στα πόδια του. 2. ΑΡΧ. αυτός που κατέφευγε σε βωμό ή γενικότ. ιερό χώρο, ζητώντας βοήθεια, προστασία από θεό ή άρχοντα. [< αρχ. ἱκέτης] | |
| 21276 | ικμάδα | [ἰκμάδα] ικ-μά-δα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) ζωντάνια, ζωτικότητα: Έδωσαν και την τελευταία ~ των δυνάμεών/της ψυχής τους. Με τα χρόνια το δέρμα χάνει την ~ του. ΣΥΝ. ακμαιότητα, δυναμισμός, ενέργεια (3), ενεργητικότητα, σφρίγος 2. (σπάν.) η υγρασία του εδάφους η οποία συμβάλλει στην ανάπτυξη και βλάστηση των φυτών. [< 2: αρχ. ἰκμάς] | |
| 21283 | ικρίωμα | [ἰκρίωμα] ι-κρί-ω-μα ουσ. (ουδ.) {ικριώμ-ατος | -ατα} 1. (λόγ.-παλαιότ.) ξύλινη εξέδρα πάνω στην οποία γινόταν δημόσια η εκτέλεση καταδίκου, με απαγχονισμό, αποκεφαλισμό· συνεκδ. η αντίστοιχη θανατική ποινή: Οδηγήθηκε/τον έστειλαν στο ~. Πβ. αγχόνη, γκιλοτίνα, κρεμάλα, λαιμητόμος. 2. ΟΙΚΟΔ. σκαλωσιά: κινητό/κρεμαστό/κυλιόμενο/μεταλλικό/ξύλινο/σταθερό ~. Εργασίες με ~ατα. 3. ΤΕΧΝΟΛ. μεταλλική κατασκευή στην οποία τοποθετούνται δικτυακές ή τηλεπικοινωνιακές συσκευές. Πβ. πλατφόρμα. [< 1,2: μτγν. ἰκρίωμα 3: αγγλ. rack] | |
| 21284 | ικτερικός | , ή, ό [ἰκτερικός] ι-κτε-ρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον ίκτερο ή πάσχει από αυτόν: ~ή: χροιά δέρματος. ~ό: στάδιο.|| (ως ουσ.) Άμεση νοσηλεία των ~ών (ενν. ασθενών). Βλ. κυανωτικός. [< μτγν. ἰκτερικός, γαλλ. ictérique, αγγλ. icteric] | |
| 21285 | ίκτερος | [ἴκτερος] ί-κτε-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -έρου}: ΙΑΤΡ. σύμπτωμα το οποίο χαρακτηρίζεται από την κίτρινη απόχρωση που αποκτούν το δέρμα, ο σκληρός χιτώνας του οφθαλμού, οι βλεννογόνοι και τα ούρα εξαιτίας της αύξησης της χολερυθρίνης στο αίμα: αιμολυτικός/αποφρακτικός/χολοστατικός ~. Φυσιολογικός νεογνικός ~. Πυρηνικός ~ (: που προκαλεί εγκεφαλικές βλάβες σε νεογνά). ΣΥΝ. χρυσή [< αρχ. ἴκτερος, γαλλ. ictère, αγγλ. icterus] | |
| 21286 | ΙΚΥ | (το): Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών. | |
| 21288 | ιλαρά | [ἱλαρά] ι-λα-ρά ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. οξύ, μεταδοτικό ιογενές νόσημα, το οποίο προσβάλλει συνήθ. παιδιά, κυρ. το αναπνευστικό τους σύστημα, και χαρακτηρίζεται από υψηλό πυρετό και εξάνθημα με κόκκινες κηλίδες που εξαπλώνεται σε όλο το σώμα: εμβόλιο/κρούσματα ~άς. Πέρασα την/προσβλήθηκα από ~. Βλ. ανεμοβλογιά. ● ΦΡ.: βγάζω την ιλαρά/τη(ν) μπέμπελη (μτφ.-προφ.): ζεσταίνομαι υπερβολικά: Θα βγάλεις ~ έτσι βαριά που ντύθηκες! [< μεσν. ίλαρη] | |
| 21289 | ιλαρός | , ή, ό [ἱλαρός] ι-λα-ρός επίθ. (λόγ.): χαρούμενος, εύθυμος: ~ή: διάθεση/ματιά. ~ό: βλέμμα/πρόσωπο. Πβ. φαιδρός, χαρωπός. ΑΝΤ. κατηφής, σκυθρωπός ● ΣΥΜΠΛ.: φως ιλαρόν: ΕΚΚΛΗΣ. ύμνος των πρώτων χριστιανικών χρόνων που ψάλλεται μέχρι σήμερα στην ακολουθία του Εσπερινού· χαρακτηρισμός του Ιησού Χριστού στον αντίστοιχο ύμνο. Πβ. Επιλύχνιος Ευχαριστία. [< αρχ. ἱλαρός, γαλλ. hilare, αγγλ. hilarious] | |
| 21290 | ιλαρότητα | [ἱλαρότητα] ι-λα-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ιλαρού. Πβ. ευδιαθεσία, ευθυμία, κέφι, φαιδρότητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. θλίψη (1) [< μτγν. ἱλαρότης, γαλλ. hilarité, αγγλ. hilarity] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ