| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21271 | ικετευτικός | , ή, ό [ἱκετευτικός] ι-κε-τευ-τι-κός επίθ. (λόγ.): που φανερώνει ικεσία: ~ός: τόνος. ~ό: βλέμμα. ΣΥΝ. ικετήριος, παρακλητικός ● επίρρ.: ικετευτικά [< μτγν. ἱκετευτικός] | |
| 21272 | ικετεύω | [ἱκετεύω] ι-κε-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {ικέτευ-α, ικέτε-ψα (λόγ.) ικέτευ-σα, ικετεύ-οντας} (λόγ.): απευθύνω ικεσία σε κάποιον: Σε ~ να μείνεις. ~ε για βοήθεια. Πβ. δέομαι, προσπέφτω. ΣΥΝ. εκλιπαρώ, εξορκίζω (2), θερμοπαρακαλώ [< αρχ. ἱκετεύω] | |
| 21273 | ικετήριος | , ος/α, ο [ἱκετήριος] ι-κε-τή-ρι-ος επίθ. (λόγ.): που εκφράζει ικεσία: ~ος: κανόνας/ύμνος. ~ος/α: ακολουθία/δέηση. Βλ. -τήριος. ΣΥΝ. ικετευτικός, παρακλητικός [< αρχ. ἱκετήριος] | |
| 21274 | ικέτης | [ἱκέτης] ι-κέ-της ουσ. (αρσ.) , ικέτιδα & (σπάν.-προφ.) ικέτισσα (η) 1. (λόγ.) πρόσωπο που ικετεύει: Προσπέφτει ~ στα πόδια του. 2. ΑΡΧ. αυτός που κατέφευγε σε βωμό ή γενικότ. ιερό χώρο, ζητώντας βοήθεια, προστασία από θεό ή άρχοντα. [< αρχ. ἱκέτης] | |
| 21276 | ικμάδα | [ἰκμάδα] ικ-μά-δα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) ζωντάνια, ζωτικότητα: Έδωσαν και την τελευταία ~ των δυνάμεών/της ψυχής τους. Με τα χρόνια το δέρμα χάνει την ~ του. ΣΥΝ. ακμαιότητα, δυναμισμός, ενέργεια (3), ενεργητικότητα, σφρίγος 2. (σπάν.) η υγρασία του εδάφους η οποία συμβάλλει στην ανάπτυξη και βλάστηση των φυτών. [< 2: αρχ. ἰκμάς] | |
| 21283 | ικρίωμα | [ἰκρίωμα] ι-κρί-ω-μα ουσ. (ουδ.) {ικριώμ-ατος | -ατα} 1. (λόγ.-παλαιότ.) ξύλινη εξέδρα πάνω στην οποία γινόταν δημόσια η εκτέλεση καταδίκου, με απαγχονισμό, αποκεφαλισμό· συνεκδ. η αντίστοιχη θανατική ποινή: Οδηγήθηκε/τον έστειλαν στο ~. Πβ. αγχόνη, γκιλοτίνα, κρεμάλα, λαιμητόμος. 2. ΟΙΚΟΔ. σκαλωσιά: κινητό/κρεμαστό/κυλιόμενο/μεταλλικό/ξύλινο/σταθερό ~. Εργασίες με ~ατα. 3. ΤΕΧΝΟΛ. μεταλλική κατασκευή στην οποία τοποθετούνται δικτυακές ή τηλεπικοινωνιακές συσκευές. Πβ. πλατφόρμα. [< 1,2: μτγν. ἰκρίωμα 3: αγγλ. rack] | |
| 21284 | ικτερικός | , ή, ό [ἰκτερικός] ι-κτε-ρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον ίκτερο ή πάσχει από αυτόν: ~ή: χροιά δέρματος. ~ό: στάδιο.|| (ως ουσ.) Άμεση νοσηλεία των ~ών (ενν. ασθενών). Βλ. κυανωτικός. [< μτγν. ἰκτερικός, γαλλ. ictérique, αγγλ. icteric] | |
| 21285 | ίκτερος | [ἴκτερος] ί-κτε-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -έρου}: ΙΑΤΡ. σύμπτωμα το οποίο χαρακτηρίζεται από την κίτρινη απόχρωση που αποκτούν το δέρμα, ο σκληρός χιτώνας του οφθαλμού, οι βλεννογόνοι και τα ούρα εξαιτίας της αύξησης της χολερυθρίνης στο αίμα: αιμολυτικός/αποφρακτικός/χολοστατικός ~. Φυσιολογικός νεογνικός ~. Πυρηνικός ~ (: που προκαλεί εγκεφαλικές βλάβες σε νεογνά). ΣΥΝ. χρυσή [< αρχ. ἴκτερος, γαλλ. ictère, αγγλ. icterus] | |
| 21286 | ΙΚΥ | (το): Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών. | |
| 21288 | ιλαρά | [ἱλαρά] ι-λα-ρά ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. οξύ, μεταδοτικό ιογενές νόσημα, το οποίο προσβάλλει συνήθ. παιδιά, κυρ. το αναπνευστικό τους σύστημα, και χαρακτηρίζεται από υψηλό πυρετό και εξάνθημα με κόκκινες κηλίδες που εξαπλώνεται σε όλο το σώμα: εμβόλιο/κρούσματα ~άς. Πέρασα την/προσβλήθηκα από ~. Βλ. ανεμοβλογιά. ● ΦΡ.: βγάζω την ιλαρά/τη(ν) μπέμπελη (μτφ.-προφ.): ζεσταίνομαι υπερβολικά: Θα βγάλεις ~ έτσι βαριά που ντύθηκες! [< μεσν. ίλαρη] | |
| 21289 | ιλαρός | , ή, ό [ἱλαρός] ι-λα-ρός επίθ. (λόγ.): χαρούμενος, εύθυμος: ~ή: διάθεση/ματιά. ~ό: βλέμμα/πρόσωπο. Πβ. φαιδρός, χαρωπός. ΑΝΤ. κατηφής, σκυθρωπός ● ΣΥΜΠΛ.: φως ιλαρόν: ΕΚΚΛΗΣ. ύμνος των πρώτων χριστιανικών χρόνων που ψάλλεται μέχρι σήμερα στην ακολουθία του Εσπερινού· χαρακτηρισμός του Ιησού Χριστού στον αντίστοιχο ύμνο. Πβ. Επιλύχνιος Ευχαριστία. [< αρχ. ἱλαρός, γαλλ. hilare, αγγλ. hilarious] | |
| 21290 | ιλαρότητα | [ἱλαρότητα] ι-λα-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ιλαρού. Πβ. ευδιαθεσία, ευθυμία, κέφι, φαιδρότητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. θλίψη (1) [< μτγν. ἱλαρότης, γαλλ. hilarité, αγγλ. hilarity] | |
| 21291 | ιλαροτραγικός | , ή, ό [ἱλαροτραγικός] ι-λα-ρο-τρα-γι-κός επίθ. 1. κωμικοτραγικός. 2. ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με την ιλαροτραγωδία, ως είδος δραματικής ποίησης. | |
| 21292 | ιλαροτραγωδία | [ἱλαροτραγωδία] ι-λα-ρο-τρα-γω-δί-α ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. κωμικοτραγωδία 1. (μτφ.) κωμικοτραγικό γεγονός. 2. ΦΙΛΟΛ. έργο με υπόθεση που θα ταίριαζε σε τραγωδία, αλλά με στοιχεία ή κατάληξη που αρμόζουν σε κωμωδία· το αντίστοιχο είδος δραματικής ποίησης. [< μτγν. ἱλαροτραγωδία] | |
| 21293 | ίλαρχος | [ἴλαρχος] ί-λαρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός των Τεθωρακισμένων, αντίστοιχος του λοχαγού στα άλλα Όπλα του Στρατού Ξηράς. Βλ. -αρχος, επ~. [< μτγν. ἴλαρχος ‘αρχηγός μιας ίλης ιππικού’, γαλλ. chef d’escadron]] | |
| 21294 | ιλασμός | [ἱλασμός] ι-λα-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ., κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα): εξαγνισμός της ψυχής μέσω της συγχώρεσης των αμαρτημάτων. Πβ. άφεση, εξ~, εξιλέωση, κάθαρση. [< μτγν. ἱλασμός] | |
| 21295 | ίλη | [ἴλη] ί-λη ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. μονάδα Τεθωρακισμένων, αντίστοιχη προς τον λόχο των άλλων Όπλων του Στρατού Ξηράς. Πβ. επιλαρχία. [< αρχ. ἴλη ‘ομάδα ιππικού’, γαλλ. escadron] | |
| 21296 | ιλιγγιώδης | , ης, ες [ἰλιγγιώδης] ι-λιγ-γι-ώ-δης επίθ. {ιλιγγιώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (λόγ.-εμφατ.): πολύ μεγάλος: ~ης: αύξηση (της ανεργίας/των τιμών)/ταχύτητα. ~ες: ποσό. Με ~εις ρυθμούς. Σε ~η ύψη τα κέρδη των τραπεζών. Πβ. εξωφρεν-, θεαματ-ικός, ξέφρενος, φρενήρης. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: ιλιγγιωδώς [-ῶς] [< μτγν. ἰλιγγιώδης] | |
| 21297 | ίλιγγος | [ἴλιγγος] ί-λιγ-γος ουσ. (αρσ.) {ιλίγγ-ου | -ων, -ους} 1. ΙΑΤΡ. αίσθηση ότι ο ασθενής ή ο γύρω χώρος του περιστρέφεται ή μετατοπίζεται, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η σωματική του ισορροπία και η αίσθηση προσανατολισμού του· έντονη ζάλη που συνήθ. συνοδεύεται από ναυτία, κεφαλαλγίες, εφίδρωση ή/και πυρετό: (καλοήθης) παροξυσμικός ~ θέσης. Υποφέρει από ~ους. Πβ. ζαλάδα, σκοτοδίνη. Βλ. αστάθεια, καρηβαρία, λαβυρινθίτιδα. 2. (μτφ.) ταραχή, σάστισμα, ψυχική αναστάτωση που προκαλείται από κάτι υπερβολικό ή ανεξέλεγκτο: ο ~ της δόξας/της επιτυχίας. Πβ. ζάλη. [< 1: αρχ. ἴλιγγος 2: γαλλ. vertige] | |
| 21299 | ιλουστρασιόν | [ἰλουστρασιόν] ι-λου-στρα-σιόν επίθ. {άκλ.} 1. (για χαρτί) γυαλιστερός. Πβ. γλασέ, σατινέ. Βλ. γκοφρέ. ΣΥΝ. ιλουστρέ ΑΝΤ. ματ2 2. που είναι φτιαγμένος από γυαλιστερό χαρτί: ~ εκδόσεις (βιβλίων)/έντυπο/εξώφυλλο/περιοδικό. 3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) εντυπωσιακός, φανταχτερός, αλλά κενός περιεχομένου: ~ χαμόγελα. Πβ. επίπλαστος, ψεύτικος. [< γαλλ. illustration] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ