| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21291 | ιλαροτραγικός | , ή, ό [ἱλαροτραγικός] ι-λα-ρο-τρα-γι-κός επίθ. 1. κωμικοτραγικός. 2. ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με την ιλαροτραγωδία, ως είδος δραματικής ποίησης. | |
| 21292 | ιλαροτραγωδία | [ἱλαροτραγωδία] ι-λα-ρο-τρα-γω-δί-α ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. κωμικοτραγωδία 1. (μτφ.) κωμικοτραγικό γεγονός. 2. ΦΙΛΟΛ. έργο με υπόθεση που θα ταίριαζε σε τραγωδία, αλλά με στοιχεία ή κατάληξη που αρμόζουν σε κωμωδία· το αντίστοιχο είδος δραματικής ποίησης. [< μτγν. ἱλαροτραγωδία] | |
| 21293 | ίλαρχος | [ἴλαρχος] ί-λαρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός των Τεθωρακισμένων, αντίστοιχος του λοχαγού στα άλλα Όπλα του Στρατού Ξηράς. Βλ. -αρχος, επ~. [< μτγν. ἴλαρχος ‘αρχηγός μιας ίλης ιππικού’, γαλλ. chef d’escadron]] | |
| 21294 | ιλασμός | [ἱλασμός] ι-λα-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ., κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα): εξαγνισμός της ψυχής μέσω της συγχώρεσης των αμαρτημάτων. Πβ. άφεση, εξ~, εξιλέωση, κάθαρση. [< μτγν. ἱλασμός] | |
| 21295 | ίλη | [ἴλη] ί-λη ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. μονάδα Τεθωρακισμένων, αντίστοιχη προς τον λόχο των άλλων Όπλων του Στρατού Ξηράς. Πβ. επιλαρχία. [< αρχ. ἴλη ‘ομάδα ιππικού’, γαλλ. escadron] | |
| 21296 | ιλιγγιώδης | , ης, ες [ἰλιγγιώδης] ι-λιγ-γι-ώ-δης επίθ. {ιλιγγιώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (λόγ.-εμφατ.): πολύ μεγάλος: ~ης: αύξηση (της ανεργίας/των τιμών)/ταχύτητα. ~ες: ποσό. Με ~εις ρυθμούς. Σε ~η ύψη τα κέρδη των τραπεζών. Πβ. εξωφρεν-, θεαματ-ικός, ξέφρενος, φρενήρης. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: ιλιγγιωδώς [-ῶς] [< μτγν. ἰλιγγιώδης] | |
| 21297 | ίλιγγος | [ἴλιγγος] ί-λιγ-γος ουσ. (αρσ.) {ιλίγγ-ου | -ων, -ους} 1. ΙΑΤΡ. αίσθηση ότι ο ασθενής ή ο γύρω χώρος του περιστρέφεται ή μετατοπίζεται, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η σωματική του ισορροπία και η αίσθηση προσανατολισμού του· έντονη ζάλη που συνήθ. συνοδεύεται από ναυτία, κεφαλαλγίες, εφίδρωση ή/και πυρετό: (καλοήθης) παροξυσμικός ~ θέσης. Υποφέρει από ~ους. Πβ. ζαλάδα, σκοτοδίνη. Βλ. αστάθεια, καρηβαρία, λαβυρινθίτιδα. 2. (μτφ.) ταραχή, σάστισμα, ψυχική αναστάτωση που προκαλείται από κάτι υπερβολικό ή ανεξέλεγκτο: ο ~ της δόξας/της επιτυχίας. Πβ. ζάλη. [< 1: αρχ. ἴλιγγος 2: γαλλ. vertige] | |
| 21299 | ιλουστρασιόν | [ἰλουστρασιόν] ι-λου-στρα-σιόν επίθ. {άκλ.} 1. (για χαρτί) γυαλιστερός. Πβ. γλασέ, σατινέ. Βλ. γκοφρέ. ΣΥΝ. ιλουστρέ ΑΝΤ. ματ2 2. που είναι φτιαγμένος από γυαλιστερό χαρτί: ~ εκδόσεις (βιβλίων)/έντυπο/εξώφυλλο/περιοδικό. 3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) εντυπωσιακός, φανταχτερός, αλλά κενός περιεχομένου: ~ χαμόγελα. Πβ. επίπλαστος, ψεύτικος. [< γαλλ. illustration] | |
| 21300 | ιλουστρέ | [ἰλουστρέ] ι-λου-στρέ επίθ. {άκλ.}: ιλουστρασιόν. [< γαλλ. illustré] | |
| 21301 | ιλύς | [ἰλύς] ι-λύς ουσ. (θηλ.) {ιλύ-ος} 1. (επιστ.) λάσπη: αμμώδης ~. Υλικά µε υψηλή περιεκτικότητα σε ~ύ. Πβ. βόρβορος. Βλ. πηλός.|| (ΓΕΩΛ.) ~ στον πυθμένα θαλασσών ή λιμνών (: από χώμα και αποσυντεθειμένα οργανικά σωματίδια). 2. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. λυματολάσπη: αφυδατωµένη/βιολογική/ενεργός (: που περιέχει αερόβιους μικροοργανισμούς, πβ. βιομάζα) ~. Διαχείριση/επεξεργασία/ξήρανση/χώνευση ~ος. ● ΣΥΜΠΛ.: κόκκινη λάσπη βλ. λάσπη [< 1: αρχ. ἰλύς] | |
| 21302 | ιλυώδης | , ης, ες [ἰλυώδης] ι-λυ-ώ-δης επίθ. {ιλυώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.): που περιέχει ιλύ: (ΓΕΩΛ.) ~ης: πυθμένας. ~ης: άμμος/άργιλος. ~η: εδάφη/ιζήµατα. Πβ. βορβορ-, λασπ-ώδης. [< αρχ. ἰλυώδης] | |
| 21303 | ιμάμ (μπαϊλντί) | [ἰμάμ] ι-μάμ (μπα-ϊλ-ντί) ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. λαδερό φαγητό με μελιτζάνες γεμισμένες με κρεμμύδια, ντομάτα, σκόρδο και μαϊντανό. [< τουρκ. imambayildi ‘ο ιμάμης λιποθύμησε’] | |
| 21304 | ιμάμης | [ἰμάμης] ι-μά-μης ουσ. (αρσ.) {ιμάμηδες}: ΘΡΗΣΚ. η δεύτερη βαθμίδα στη μουσουλμανική ιεραρχία: Από τον μιναρέ ακουγόταν η φωνή του ~η. Βλ. ιεροδιδάσκαλος, μουφτής, χότζας. ΣΥΝ. μουεζίνης [< τουρκ. imam] | |
| 21305 | ιμάντας | [ἱμάντας] ι-μά-ντας ουσ. (αρσ.) 1. ελαστικό λουρί· κατ' επέκτ. εύκαμπτο εξάρτημα που χρησιμοποιείται κυρ. για τη μετάδοση περιστροφικής κίνησης από μια τροχαλία σε άλλη: δερμάτινος/υφασμάτινος ~ (βλ. ζώνη). ~ ανάρτησης/μεταφοράς (υλικών)/στήριξης/συγκράτησης (εξοπλισμού). Σπειροειδής ~ τσάντας. Πβ. αρτάνη.|| Στατικός ~ (αλεξιπτωτιστή). || (ΜΗΧΑΝ.) Οδοντωτός/τραπεζοειδής ~. ~ εκκεντροφόρων/χρονισμού. Κυλιόμενοι ~ες αποσκευών (: σε αεροδρόμιο). Βλ. αλυσίδα. 2. (μτφ.-μειωτ.) πρόσωπο που μεταφέρει τις απόψεις άλλων: ~ες της εξουσίας. Πβ. φερέφωνο. Βλ. μοχλός. [< αρχ. ἱμάς] | |
| 21306 | ίματζ | [ἴματζ] ί-ματζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): δημόσια εικόνα προσώπου, θεσμού, προϊόντος, η οποία προβάλλει κυρ. τα θετικά του στοιχεία μέσα από τα ΜΜΕ: πολιτικό ~. Καλλιεργεί/φτιάχνει/χτίζει το ~ του επιτυχημένου. Με τη συμπεριφορά του βλάπτει/χαλάει το ~ της ομάδας. Το ~ της εταιρείας στην αγορά. Πβ. γόητρο, κύρος, πρεστίζ. Βλ. προφίλ, στάτους. [< αγγλ. (public) image, 1908] | |
| 21307 | ίματζ μέικερ | ί-ματζ μέ-ι-κερ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: πρόσωπο που χρησιμοποιεί τις τεχνικές της διαφήμισης και των δημοσίων σχέσεων για τη διαμόρφωση και προβολή της θετικής δημόσιας εικόνας προσώπου, εταιρείας, προϊόντος. Πβ. επικοινωνιολόγος. Βλ. διαφημιστής, στιλίστας. [< αγγλ. image maker, 1960] | |
| 21308 | ιμάτιο | [ἱμάτιο] ι-μά-τι-ο ουσ. (ουδ.): ΑΡΧ. τετράγωνο μάλλινο ή λινό εξωτερικό ένδυμα που φορούσαν άνδρες και γυναίκες. Βλ. πέπλος, χιτώνας, χλαμύδα. ● ΦΡ.: διαρρηγνύει/σκίζει τα ιμάτιά του βλ. διαρρηγνύω [< αρχ. ἱμάτιον] | |
| 21309 | ιματιοθήκη | [ἱματιοθήκη] ι-μα-τι-ο-θή-κη ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. ειδικά διαμορφωμένο μέρος σε ορισμένους δημόσιους χώρους για προσωρινή φύλαξη προσωπικών ειδών (ιδ. πανωφόρια) των επισκεπτών· ειδικότ. ντουλάπα: ~ θεάτρου/μουσείου. Πβ. βεστιάριο, γκαρνταρόμπα.|| ~ες προσωπικού. Μεταλλικές ~ες για αποδυτήρια. Βλ. λινοθήκη. ΣΥΝ. ιματιοφυλάκιο 2. (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Ι) χώρος στον οποίο συγκεντρώνονται και εκτίθενται παραδοσιακές φορεσιές: ~ χορευτικού ομίλου. Έφορος ~ης. [< μτγν. ἱματιοθήκη] | |
| 21311 | ιματισμός | [ἱματισμός] ι-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (περιληπτ.-επίσ.) 1. ρουχισμός και ιδ. στολή απαραίτητη σε διάφορους χώρους εργασίας: ιατρικός/προστατευτικός (φόρμες, γάντια, μάσκες) ~. ~ προσωπικού/χειρουργείου. Είδη ~ού (= ένδυσης). Αποθήκη ~ού (βλ. ιματιοθήκη). Βιομηχανικά πλυντήρια ~ού.|| (ΣΤΡΑΤ.) Σάκος ~ού (πβ. λουκάνικο). 2. λευκά είδη: ξενοδοχειακός/οικιακός ~. ~ νοσοκομείων. [< μτγν. ἱματισμός] | |
| 21312 | ιμβερτοσάκχαρο | [ἰμβερτοσάκχαρο] ιμ-βερ-το-σάκ-χα-ρο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. μείγμα φρουκτόζης και γλυκόζης το οποίο περιέχεται σε διάφορα φρούτα ή παράγεται τεχνητά με υδρόλυση της σακχαρόζης. [< γαλλ. sucre inverti] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ