Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [22080-22100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21300ιλουστρέ[ἰλουστρέ] ι-λου-στρέ επίθ. {άκλ.}: ιλουστρασιόν. [< γαλλ. illustré]
21301ιλύς[ἰλύς] ι-λύς ουσ. (θηλ.) {ιλύ-ος} 1. (επιστ.) λάσπη: αμμώδης ~. Υλικά µε υψηλή περιεκτικότητα σε ~ύ. Πβ. βόρβορος. Βλ. πηλός.|| (ΓΕΩΛ.) ~ στον πυθμένα θαλασσών ή λιμνών (: από χώμα και αποσυντεθειμένα οργανικά σωματίδια). 2. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. λυματολάσπη: αφυδατωµένη/βιολογική/ενεργός (: που περιέχει αερόβιους μικροοργανισμούς, πβ. βιομάζα) ~. Διαχείριση/επεξεργασία/ξήρανση/χώνευση ~ος. ● ΣΥΜΠΛ.: κόκκινη λάσπη βλ. λάσπη [< 1: αρχ. ἰλύς]
21302ιλυώδης, ης, ες [ἰλυώδης] ι-λυ-ώ-δης επίθ. {ιλυώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.): που περιέχει ιλύ: (ΓΕΩΛ.) ~ης: πυθμένας. ~ης: άμμος/άργιλος. ~η: εδάφη/ιζήµατα. Πβ. βορβορ-, λασπ-ώδης. [< αρχ. ἰλυώδης]
21303ιμάμ (μπαϊλντί)[ἰμάμ] ι-μάμ (μπα-ϊλ-ντί) ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. λαδερό φαγητό με μελιτζάνες γεμισμένες με κρεμμύδια, ντομάτα, σκόρδο και μαϊντανό. [< τουρκ. imambayildi ‘ο ιμάμης λιποθύμησε’]
21304ιμάμης[ἰμάμης] ι-μά-μης ουσ. (αρσ.) {ιμάμηδες}: ΘΡΗΣΚ. η δεύτερη βαθμίδα στη μουσουλμανική ιεραρχία: Από τον μιναρέ ακουγόταν η φωνή του ~η. Βλ. ιεροδιδάσκαλος, μουφτής, χότζας. ΣΥΝ. μουεζίνης [< τουρκ. imam]
21305ιμάντας[ἱμάντας] ι-μά-ντας ουσ. (αρσ.) 1. ελαστικό λουρί· κατ' επέκτ. εύκαμπτο εξάρτημα που χρησιμοποιείται κυρ. για τη μετάδοση περιστροφικής κίνησης από μια τροχαλία σε άλλη: δερμάτινος/υφασμάτινος ~ (βλ. ζώνη). ~ ανάρτησης/μεταφοράς (υλικών)/στήριξης/συγκράτησης (εξοπλισμού). Σπειροειδής ~ τσάντας. Πβ. αρτάνη.|| Στατικός ~ (αλεξιπτωτιστή). || (ΜΗΧΑΝ.) Οδοντωτός/τραπεζοειδής ~. ~ εκκεντροφόρων/χρονισμού. Κυλιόμενοι ~ες αποσκευών (: σε αεροδρόμιο). Βλ. αλυσίδα. 2. (μτφ.-μειωτ.) πρόσωπο που μεταφέρει τις απόψεις άλλων: ~ες της εξουσίας. Πβ. φερέφωνο. Βλ. μοχλός. [< αρχ. ἱμάς]
21306ίματζ[ἴματζ] ί-ματζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): δημόσια εικόνα προσώπου, θεσμού, προϊόντος, η οποία προβάλλει κυρ. τα θετικά του στοιχεία μέσα από τα ΜΜΕ: πολιτικό ~. Καλλιεργεί/φτιάχνει/χτίζει το ~ του επιτυχημένου. Με τη συμπεριφορά του βλάπτει/χαλάει το ~ της ομάδας. Το ~ της εταιρείας στην αγορά. Πβ. γόητρο, κύρος, πρεστίζ. Βλ. προφίλ, στάτους. [< αγγλ. (public) image, 1908]
21307ίματζ μέικερί-ματζ μέ-ι-κερ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: πρόσωπο που χρησιμοποιεί τις τεχνικές της διαφήμισης και των δημοσίων σχέσεων για τη διαμόρφωση και προβολή της θετικής δημόσιας εικόνας προσώπου, εταιρείας, προϊόντος. Πβ. επικοινωνιολόγος. Βλ. διαφημιστής, στιλίστας. [< αγγλ. image maker, 1960]
21308ιμάτιο[ἱμάτιο] ι-μά-τι-ο ουσ. (ουδ.): ΑΡΧ. τετράγωνο μάλλινο ή λινό εξωτερικό ένδυμα που φορούσαν άνδρες και γυναίκες. Βλ. πέπλος, χιτώνας, χλαμύδα. ● ΦΡ.: διαρρηγνύει/σκίζει τα ιμάτιά του βλ. διαρρηγνύω [< αρχ. ἱμάτιον]
21309ιματιοθήκη[ἱματιοθήκη] ι-μα-τι-ο-θή-κη ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. ειδικά διαμορφωμένο μέρος σε ορισμένους δημόσιους χώρους για προσωρινή φύλαξη προσωπικών ειδών (ιδ. πανωφόρια) των επισκεπτών· ειδικότ. ντουλάπα: ~ θεάτρου/μουσείου. Πβ. βεστιάριο, γκαρνταρόμπα.|| ~ες προσωπικού. Μεταλλικές ~ες για αποδυτήρια. Βλ. λινοθήκη. ΣΥΝ. ιματιοφυλάκιο 2. (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Ι) χώρος στον οποίο συγκεντρώνονται και εκτίθενται παραδοσιακές φορεσιές: ~ χορευτικού ομίλου. Έφορος ~ης. [< μτγν. ἱματιοθήκη]
21311ιματισμός[ἱματισμός] ι-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (περιληπτ.-επίσ.) 1. ρουχισμός και ιδ. στολή απαραίτητη σε διάφορους χώρους εργασίας: ιατρικός/προστατευτικός (φόρμες, γάντια, μάσκες) ~. ~ προσωπικού/χειρουργείου. Είδη ~ού (= ένδυσης). Αποθήκη ~ού (βλ. ιματιοθήκη). Βιομηχανικά πλυντήρια ~ού.|| (ΣΤΡΑΤ.) Σάκος ~ού (πβ. λουκάνικο). 2. λευκά είδη: ξενοδοχειακός/οικιακός ~. ~ νοσοκομείων. [< μτγν. ἱματισμός]
21312ιμβερτοσάκχαρο[ἰμβερτοσάκχαρο] ιμ-βερ-το-σάκ-χα-ρο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. μείγμα φρουκτόζης και γλυκόζης το οποίο περιέχεται σε διάφορα φρούτα ή παράγεται τεχνητά με υδρόλυση της σακχαρόζης. [< γαλλ. sucre inverti]
21313ΙΜΕ(το): Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού.
21314ιμέιλ[ἰμέιλ] ι-μέ-ιλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μέιλ & e-mail & email ΔΙΑΔΙΚΤ. 1. ηλεκτρονικό μήνυμα και γενικότ. ηλεκτρονική αλληλογραφία: Έχω/πήρα ~.|| Eπικοινωνούμε μέσω ~. Βλ. σπαμ. 2. (ειδικότ.) διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: Ποιο είναι το ~ σου; Βλ. ατ. [< αμερικ. e-mail, 1982, γαλλ. ~ 1994]
21315ιμιτασιόν[ἰμιτασιόν] ι-μι-τα-σιόν επίθ./ουσ. {άκλ.}: που είναι απομίμηση: ~ ανταλλακτικά. Πβ. μαϊμού. ΑΝΤ. γνήσιος (1) [< γαλλ. imitation]
21317ίμο[ἴμο] ί-μο επίθ./ουσ. & έμο: είδος πανκ μουσικής και κυρ. οι έφηβοι οπαδοί της που χαρακτηρίζονται από συγκεκριμένο στιλ στην εμφάνιση, δηλ. μαύρα ρούχα, βαμμένα μαύρα μάτια και κυρ. ασύμμετρα κουρεμένο φουσκωτό μαλλί με πολύ μακριά φράντζα, και μελαγχολική διάθεση: Οι ~, οι τρέντι και οι κάγκουρες.|| (ως επίθ.) ~ λουκ. [< αμερικ. emo(tional), 1993]
21318ιμομπιλάιζερ[ἰμομπιλάιζερ] ι-μο-μπι-λά-ι-ζερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονικό σύστημα μπλοκαρίσματος του κινητήρα αυτοκινήτων και μοτοσικλετών. Βλ. αντικλεπτικά, συναγερμός. ΣΥΝ. ακινητοποιητής (1) [< αγγλ. immobilizer, 1962]
21321ιμότικονβλ. εμότικον
21322ιμπεριαλισμός[ἰμπεριαλισμός] ι-μπε-ρι-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. πολιτική ισχυρού κράτους η οποία βασίζεται στην άσκηση ελέγχου και στην κυριαρχία του σε άλλα κράτη, συνήθ. ασθενέστερα: οικονομικός/πολιτιστικός ~. Βλ. αποικιοκρατία, -ισμός. ΣΥΝ. επεκτατισμός ΑΝΤ. αντιιμπεριαλισμός [< γαλλ. impérialisme]
21323ιμπεριαλιστής[ἰμπεριαλιστής] ι-μπε-ρι-α-λι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ιμπεριαλίστρια}: πρόσωπο που ασκεί επεκτατική πολιτική· γενικότ. οπαδός του ιμπεριαλισμού. Βλ. αποικιοκράτης. ΑΝΤ. αντιιμπεριαλιστής [< γαλλ. impérialiste]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.