| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21324 | ιμπεριαλιστικός | , ή, ό [ἰμπεριαλιστικός] ι-μπε-ρι-α-λι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον ιμπεριαλισμό ή τους ιμπεριαλιστές: ~ός: ανταγωνισμός/πόλεμος. ~ή: δύναμη/εισβολή/επίθεση/πολιτική. ~οί: κύκλοι. ~ές: χώρες. Πβ. επεκτατ-, κατακτητ-ικός. Βλ. αποικιοκρατικός, -ιστικός1. ΣΥΝ. αυτοκρατορικός (3) ΑΝΤ. αντιιμπεριαλιστικός [< γαλλ. impérialiste] | |
| 21325 | ιμπρεσάριος | [ἰμπρεσάριος] ι-μπρε-σά-ρι-ος ουσ. (αρσ.): επαγγελματίας που εκπροσωπεί τα συμφέροντα και οργανώνει το πρόγραμμα των εμφανίσεων καλλιτέχνη, π.χ. τραγουδιστή, ή καλλιτεχνικής ομάδας, π.χ. θιάσου, μουσικού συγκροτήματος. Πβ. ατζέντης, μάνατζερ. [< ιταλ. impresario, γαλλ. imprésario, 1949] | |
| 21326 | ιμπρεσιονισμός | [ἰμπρεσιονισμός] ι-μπρε-σι-ο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνικό κίνημα το οποίο αναπτύχθηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αι., κυρ. στη ζωγραφική, και έδινε μεγαλύτερη έμφαση στην απεικόνιση της απατηλής οπτικής εντύπωσης και του συναισθήματος που προκαλεί στον καλλιτέχνη η παρατήρηση του φωτός και του χρώματος στη φύση παρά στην ακριβή απόδοση της μορφής των αντικειμένων και του φυσικού περιβάλλοντος: γαλλικός ~. Βλ. μεταϊμπρεσιονισμός. ΑΝΤ. εξπρεσιονισμός 2. ΜΟΥΣ.-ΛΟΓΟΤ. αντίστοιχο ρεύμα στη μουσική και στη λογοτεχνία το οποίο αποσκοπούσε στην έκφραση της άμεσης εντύπωσης και των λεπτών αισθημάτων που προκαλεί ο ρυθμός, το άκουσμα ενός ήχου ή η λεκτική περιγραφή και αφήγηση αντίστοιχα. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. impressionisme] | |
| 21327 | ιμπρεσιονιστής | [ἰμπρεσιονιστής] ι-μπρε-σι-ο-νι-στής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. ιμπρεσιονίστρια}: εκπρόσωπος του ιμπρεσιονισμού: οι γάλλοι ~ές.|| (ως επίθ.) ~ ζωγράφος/καλλιτέχνης. Βλ. μεταϊμπρεσιονιστής. [< γαλλ. impressioniste] | |
| 21328 | ιμπρεσιονιστικός | , ή, ό [ἰμπρεσιονιστικός] ι-μπρε-σι-ο-νι-στι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με τον ιμπρεσιονισμό ή τους ιμπρεσιονιστές: ~ός: πίνακας. ~ή: ζωγραφική/τεχνοτροπία. ~ό: έργο (τέχνης). ~ά: στοιχεία. Βλ. μεταϊμπρεσιονιστικός, -ιστικός1. [< γαλλ. impressionniste] | |
| 21329 | ΙΜΧΑ | (το): Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου. | |
| 21330 | ιν | [ἴν] επίθ. {άκλ.} (προφ.): για κάποιον ή κάτι που είναι στη μόδα: τα πιο ~ μαγαζιά της πόλης. Πβ. μέσα στα πράγματα, μοδάτος, τρέντι, του συρμού. Βλ. άουτ.|| (σπανιότ. ως ουσ.) Τα ~ και τα άουτ της καθημερινής ζωής. Βλ. μαστ. ΑΝΤ. ντεμοντέ [< αγγλ. in, 1960] | |
| 21331 | ΙΝ | (ο): Ιερός Ναός. | |
| 21355 | ΙΝ.ΕΠ. | (το): Ινστιτούτο Επιμόρφωσης. | |
| 21361 | ΙΝ.ΚΑ./ΓΟΚΕ | (το): Ινστιτούτο Καταναλωτών/Γενική Ομοσπονδία Καταναλωτών Ελλάδας. | |
| 21332 | ίνα | [ἴνα] ί-να ουσ. (θηλ.) {ιν-ών} 1. (λόγ.) καθένα από τα πολύ λεπτά, μακρόστενα τμήματα από τα οποία αποτελούνται οι κλωστές και κατ' επέκτ. διάφορα δομικά υλικά: υφάσματα από ζωικές (βλ. μαλλί, μετάξι)/συνθετικές (βλ. νάιλον, ορλόν, πολυέστερ)/τεχνητές (βλ. βισκόζ)/φυσικές (βλ. βαμβάκι, λινό) ~ες. Οι ~ες των ρούχων. Κλωστικές ~ες. Βλ. μικροΐνες.|| ~ες ξύλου (βλ. ινοσανίδα). Πλάκες από μεταλλικές ~ες. 2. ΑΝΑΤ. καθένας από τους νηματοειδείς σχηματισμούς που περιέχονται σε διάφορους ιστούς οργανισμού: ελαστικές/κολλαγόνες ~ες (: στον συνδετικό ιστό). Μυϊκές ~ες (: στον σκελετικό ή καρδιακό μυϊκό ιστό). Νευρικές ~ες (: λεπτές αποφύσεις των νευρώνων). Βλ. ινίδιο.|| ~ες κρέατος. ● ΣΥΜΠΛ.: ίνες γυαλιού: πολύ λεπτά νήματα από γυαλί που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή ανθεκτικών υφασμάτων, ενισχυμένων πλαστικών, μονωτικών στρωμάτων: υαλοβάμβακας από ~ ~. [< αγγλ. fiberglas(s), 1937] , οπτική ίνα {συνήθ. στον πληθ.}: ΤΗΛΕΠ. που είναι από γυαλί ή πλαστικό πολύ μικρής διαμέτρου και λειτουργεί ως αγωγός ταχύτατης μεταφοράς δεδομένων με τη μορφή φωτεινών ακτίνων: μονότροπη/πολύτροπη ~ ~. Σύστημα/τεχνολογία/τηλεπικοινωνίες ~ών ~ών. [< αγγλ. optical fiber, 1970] , ακρυλικές ίνες βλ. ακρυλικός, φυτικές/διαιτητικές ίνες βλ. διαιτητικός1 [< 2: αρχ. ἴς, αιτ. ἶνα, γαλλ. fibre, αγγλ. fiber] | |
| 21335 | ινάτι | βλ. γινάτι | |
| 21336 | ινβέρτερ | [ἰνβέρτερ] ιν-βέρ-τερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΗΛΕΚΤΡ. συσκευή που μετατρέπει το συνεχές ρεύμα σε εναλλασσόμενο: κλιματιστικό με ~. Τεχνολογία ~ (: κυρ. στον κλιματισμό, που εξασφαλίζει οικονομικότερη λειτουργία). ΣΥΝ. εναλλάκτης ρεύματος [< αγγλ. inverter, 1926] | |
| 21337 | ΙΝΒΙ | (ο): Ιησούς Ναζωραίος Βασιλεύς Ιουδαίων. | |
| 21338 | ίνδαλμα | [ἴνδαλμα] ίν-δαλ-μα ουσ. (ουδ.) {ινδάλμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. (μτφ.) πρόσωπο που γίνεται αντικείμενο θαυμασμού, υπερβολικής αγάπης και εκδηλώσεων λατρείας: εθνικό/λαϊκό/ποπ/ροκ ~. Έγινε το ~ των φιλάθλων της ομάδας. Οι νέοι τον είχαν (σαν) ~. Τηλεοπτικά ~ατα. Απομυθοποίηση ~άτων. Πβ. πρότυπο. Βλ. θεός. ΣΥΝ. είδωλο (3) 2. (σπάν.) η ιδανική εικόνα που έχει κάποιος στο μυαλό του για κάτι. Πβ. απείκασμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ακουστική εικόνα βλ. εικόνα, οπτική εικόνα βλ. εικόνα [< πβ. μτγν. ἴνδαλμα ‘μορφή, νοητή απεικόνιση, ψευδαίσθηση’] | |
| 21339 | ινδιάνικος | , η, ο [ἰνδιάνικος] ιν-δι-ά-νι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τους Ινδιάνους. [< γαλλ. indien] | |
| 21340 | Ινδιάνος | [Ἰνδιάνος] Ιν-δι-ά-νος ουσ. (αρσ.) , Ινδιάνα (η): ιθαγενής της αμερικανικής ηπείρου· ερυθρόδερμος. [< γαλλ. Indien] | |
| 21341 | ινδικός | , ή, ό [ἰνδικός] ιν-δι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Ινδία ή/και τους Ινδούς. ● Ουσ.: Ινδικά (τα) & (επίσ.) Ινδική (η): η ινδική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα., ινδικό (το) (επίσ.): λουλάκι. ● ΣΥΜΠΛ.: ινδική κάνναβη: ποικιλία κάνναβης (επιστ. ονομασ. Cannabis indica) από την οποία παρασκευάζεται το χασίς και η μαριχουάνα και κατ' επέκτ. οι ίδιες οι παραισθησιογόνες ουσίες., ινδική καρύδα: καρύδα., ινδικό χοιρίδιο: ΖΩΟΛ. κοινή ονομασία κατοικίδιων τρωκτικών (γένος Cavia) με πολύ κοντά αυτιά που χρησιμοποιούνται συχνά και ως πειραματόζωα. Βλ. χάμστερ. [< αρχ. ἰνδικός] | |
| 21343 | ινδικτιών | [ἴνδικτος] ίν-δι-κτος ουσ. (θηλ.) {ινδίκτ-ου} ΕΚΚΛΗΣ. 1. εκκλησιαστικό έτος: η αρχή της ~ου (= η 1η Σεπτεμβρίου). Η ακολουθία της ~ου. 2. (σπάν.) ινδικτιώνα. [< μεσν. ίνδικτος] | |
| 21342 | ινδικτιώνα | [ἰνδικτιώνα] ιν-δι-κτι-ώ-να ουσ. (θηλ.) {ινδικτιώνες} & (λόγ.) ινδικτιών {ινδικτιώνος}: ΕΚΚΛΗΣ. -ΙΣΤ. (από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου ως τη μεταβυζαντινή περίοδο) χρονολογική μονάδα δεκαπέντε ετών, με αφετηρία την 1η Σεπτεμβρίου. ΣΥΝ. ίνδικτος (2) [< μτγν. ἰνδικτιών] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ