Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [22100-22120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21313ΙΜΕ(το): Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού.
21314ιμέιλ[ἰμέιλ] ι-μέ-ιλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μέιλ & e-mail & email ΔΙΑΔΙΚΤ. 1. ηλεκτρονικό μήνυμα και γενικότ. ηλεκτρονική αλληλογραφία: Έχω/πήρα ~.|| Eπικοινωνούμε μέσω ~. Βλ. σπαμ. 2. (ειδικότ.) διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: Ποιο είναι το ~ σου; Βλ. ατ. [< αμερικ. e-mail, 1982, γαλλ. ~ 1994]
21315ιμιτασιόν[ἰμιτασιόν] ι-μι-τα-σιόν επίθ./ουσ. {άκλ.}: που είναι απομίμηση: ~ ανταλλακτικά. Πβ. μαϊμού. ΑΝΤ. γνήσιος (1) [< γαλλ. imitation]
21317ίμο[ἴμο] ί-μο επίθ./ουσ. & έμο: είδος πανκ μουσικής και κυρ. οι έφηβοι οπαδοί της που χαρακτηρίζονται από συγκεκριμένο στιλ στην εμφάνιση, δηλ. μαύρα ρούχα, βαμμένα μαύρα μάτια και κυρ. ασύμμετρα κουρεμένο φουσκωτό μαλλί με πολύ μακριά φράντζα, και μελαγχολική διάθεση: Οι ~, οι τρέντι και οι κάγκουρες.|| (ως επίθ.) ~ λουκ. [< αμερικ. emo(tional), 1993]
21318ιμομπιλάιζερ[ἰμομπιλάιζερ] ι-μο-μπι-λά-ι-ζερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονικό σύστημα μπλοκαρίσματος του κινητήρα αυτοκινήτων και μοτοσικλετών. Βλ. αντικλεπτικά, συναγερμός. ΣΥΝ. ακινητοποιητής (1) [< αγγλ. immobilizer, 1962]
21321ιμότικονβλ. εμότικον
21322ιμπεριαλισμός[ἰμπεριαλισμός] ι-μπε-ρι-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. πολιτική ισχυρού κράτους η οποία βασίζεται στην άσκηση ελέγχου και στην κυριαρχία του σε άλλα κράτη, συνήθ. ασθενέστερα: οικονομικός/πολιτιστικός ~. Βλ. αποικιοκρατία, -ισμός. ΣΥΝ. επεκτατισμός ΑΝΤ. αντιιμπεριαλισμός [< γαλλ. impérialisme]
21323ιμπεριαλιστής[ἰμπεριαλιστής] ι-μπε-ρι-α-λι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ιμπεριαλίστρια}: πρόσωπο που ασκεί επεκτατική πολιτική· γενικότ. οπαδός του ιμπεριαλισμού. Βλ. αποικιοκράτης. ΑΝΤ. αντιιμπεριαλιστής [< γαλλ. impérialiste]
21324ιμπεριαλιστικός, ή, ό [ἰμπεριαλιστικός] ι-μπε-ρι-α-λι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον ιμπεριαλισμό ή τους ιμπεριαλιστές: ~ός: ανταγωνισμός/πόλεμος. ~ή: δύναμη/εισβολή/επίθεση/πολιτική. ~οί: κύκλοι. ~ές: χώρες. Πβ. επεκτατ-, κατακτητ-ικός. Βλ. αποικιοκρατικός, -ιστικός1. ΣΥΝ. αυτοκρατορικός (3) ΑΝΤ. αντιιμπεριαλιστικός [< γαλλ. impérialiste]
21325ιμπρεσάριος[ἰμπρεσάριος] ι-μπρε-σά-ρι-ος ουσ. (αρσ.): επαγγελματίας που εκπροσωπεί τα συμφέροντα και οργανώνει το πρόγραμμα των εμφανίσεων καλλιτέχνη, π.χ. τραγουδιστή, ή καλλιτεχνικής ομάδας, π.χ. θιάσου, μουσικού συγκροτήματος. Πβ. ατζέντης, μάνατζερ. [< ιταλ. impresario, γαλλ. imprésario, 1949]
21326ιμπρεσιονισμός[ἰμπρεσιονισμός] ι-μπρε-σι-ο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνικό κίνημα το οποίο αναπτύχθηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αι., κυρ. στη ζωγραφική, και έδινε μεγαλύτερη έμφαση στην απεικόνιση της απατηλής οπτικής εντύπωσης και του συναισθήματος που προκαλεί στον καλλιτέχνη η παρατήρηση του φωτός και του χρώματος στη φύση παρά στην ακριβή απόδοση της μορφής των αντικειμένων και του φυσικού περιβάλλοντος: γαλλικός ~. Βλ. μεταϊμπρεσιονισμός. ΑΝΤ. εξπρεσιονισμός 2. ΜΟΥΣ.-ΛΟΓΟΤ. αντίστοιχο ρεύμα στη μουσική και στη λογοτεχνία το οποίο αποσκοπούσε στην έκφραση της άμεσης εντύπωσης και των λεπτών αισθημάτων που προκαλεί ο ρυθμός, το άκουσμα ενός ήχου ή η λεκτική περιγραφή και αφήγηση αντίστοιχα. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. impressionisme]
21327ιμπρεσιονιστής[ἰμπρεσιονιστής] ι-μπρε-σι-ο-νι-στής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. ιμπρεσιονίστρια}: εκπρόσωπος του ιμπρεσιονισμού: οι γάλλοι ~ές.|| (ως επίθ.) ~ ζωγράφος/καλλιτέχνης. Βλ. μεταϊμπρεσιονιστής. [< γαλλ. impressioniste]
21328ιμπρεσιονιστικός, ή, ό [ἰμπρεσιονιστικός] ι-μπρε-σι-ο-νι-στι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με τον ιμπρεσιονισμό ή τους ιμπρεσιονιστές: ~ός: πίνακας. ~ή: ζωγραφική/τεχνοτροπία. ~ό: έργο (τέχνης). ~ά: στοιχεία. Βλ. μεταϊμπρεσιονιστικός, -ιστικός1. [< γαλλ. impressionniste]
21329ΙΜΧΑ(το): Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου.
21330ιν[ἴν] επίθ. {άκλ.} (προφ.): για κάποιον ή κάτι που είναι στη μόδα: τα πιο ~ μαγαζιά της πόλης. Πβ. μέσα στα πράγματα, μοδάτος, τρέντι, του συρμού. Βλ. άουτ.|| (σπανιότ. ως ουσ.) Τα ~ και τα άουτ της καθημερινής ζωής. Βλ. μαστ. ΑΝΤ. ντεμοντέ [< αγγλ. in, 1960]
21331ΙΝ(ο): Ιερός Ναός.
21355ΙΝ.ΕΠ.(το): Ινστιτούτο Επιμόρφωσης.
21361ΙΝ.ΚΑ./ΓΟΚΕ(το): Ινστιτούτο Καταναλωτών/Γενική Ομοσπονδία Καταναλωτών Ελλάδας.
21332ίνα[ἴνα] ί-να ουσ. (θηλ.) {ιν-ών} 1. (λόγ.) καθένα από τα πολύ λεπτά, μακρόστενα τμήματα από τα οποία αποτελούνται οι κλωστές και κατ' επέκτ. διάφορα δομικά υλικά: υφάσματα από ζωικές (βλ. μαλλί, μετάξι)/συνθετικές (βλ. νάιλον, ορλόν, πολυέστερ)/τεχνητές (βλ. βισκόζ)/φυσικές (βλ. βαμβάκι, λινό) ~ες. Οι ~ες των ρούχων. Κλωστικές ~ες. Βλ. μικροΐνες.|| ~ες ξύλου (βλ. ινοσανίδα). Πλάκες από μεταλλικές ~ες. 2. ΑΝΑΤ. καθένας από τους νηματοειδείς σχηματισμούς που περιέχονται σε διάφορους ιστούς οργανισμού: ελαστικές/κολλαγόνες ~ες (: στον συνδετικό ιστό). Μυϊκές ~ες (: στον σκελετικό ή καρδιακό μυϊκό ιστό). Νευρικές ~ες (: λεπτές αποφύσεις των νευρώνων). Βλ. ινίδιο.|| ~ες κρέατος. ● ΣΥΜΠΛ.: ίνες γυαλιού: πολύ λεπτά νήματα από γυαλί που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή ανθεκτικών υφασμάτων, ενισχυμένων πλαστικών, μονωτικών στρωμάτων: υαλοβάμβακας από ~ ~. [< αγγλ. fiberglas(s), 1937] , οπτική ίνα {συνήθ. στον πληθ.}: ΤΗΛΕΠ. που είναι από γυαλί ή πλαστικό πολύ μικρής διαμέτρου και λειτουργεί ως αγωγός ταχύτατης μεταφοράς δεδομένων με τη μορφή φωτεινών ακτίνων: μονότροπη/πολύτροπη ~ ~. Σύστημα/τεχνολογία/τηλεπικοινωνίες ~ών ~ών. [< αγγλ. optical fiber, 1970] , ακρυλικές ίνες βλ. ακρυλικός, φυτικές/διαιτητικές ίνες βλ. διαιτητικός1 [< 2: αρχ. ἴς, αιτ. ἶνα, γαλλ. fibre, αγγλ. fiber]
21335ινάτιβλ. γινάτι

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.