Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [22120-22140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21344ίνδιο[ἴνδιο] ίν-δι-ο ουσ. (ουδ.) {ινδίου}: ΧΗΜ. χημικό στοιχείο (σύμβ. In, Ζ 49), μαλακό μέταλλο αργυρόλευκου χρώματος. Βλ. ίντιγκο. [< γαλλ.-αγγλ. indium < ind(igo) + -ium]
21345ινδογερμανικός, ή, ό [ἰνδογερμανικός] ιν-δο-γερ-μα-νι-κός επίθ. (παρωχ.): ινδοευρωπαϊκός. [< γερμ. indogermanisch]
21346ινδοευρωπαϊκός, ή, ό [ἰνδοευρωπαϊκός] ιν-δο-ευ-ρω-πα-ϊ-κός επίθ.: που σχετίζεται με τις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες ή τους Ινδοευρωπαίους: (ΓΛΩΣΣ.) ~ή: γλωσσολογία/θεωρία/καταγωγή/ρίζα.|| ~ά: φύλα. ● Ουσ.: Ινδοευρωπαϊκή (η) (επίσ.) & Ινδοευρωπαϊκά (τα): ΓΛΩΣΣ. υποθετική μητέρα γλώσσα των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Βλ. πρωτόγλωσσα. ● ΣΥΜΠΛ.: ινδοευρωπαϊκές γλώσσες: ΓΛΩΣΣ. οικογένεια γλωσσών οι οποίες παρουσιάζουν κοινά στοιχεία ως προς το λεξιλόγιο και τη δομή εξαιτίας της προέλευσής τους από μία αρχική μητέρα γλώσσα και οι οποίες εξαπλώθηκαν αρχικά στο μεγαλύτερο τμήμα της Ευρώπης και της Ασίας και έπειτα σε όλο σχεδόν τον κόσμο. [< γαλλ. indo-européen, αγγλ. Ιndo-Εuropean]
21347Ινδοευρωπαίοι[Ἰνδοευρωπαῖοι] Ιν-δο-ευ-ρω-παί-οι ουσ. (αρσ.) (οι): πληθυσμοί που μιλούσαν την Ινδοευρωπαϊκή. Πβ. αρία φυλή. [< γαλλ. Indo-Européens , αγγλ. Indo-Europeans]
21348ινδοκάρυδο[ἰνδοκάρυδο] ιν-δο-κά-ρυ-δο ουσ. (ουδ.) (απαρχαιωμ.): καρύδα. [< αγγλ. Indian nut]
21349ινδόλη[ἰνδόλη] ιν-δό-λη ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ινδόλιο (το): ΧΗΜ. κρυσταλλική ένωση (σύμβ. C8H7N)που βρίσκεται στην ανθρακόπισσα και σε ορισμένα φυτά (σταυρανθή, γιασεμί, πορτοκαλιά) ή παρασκευάζεται τεχνητά και χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία ή ως αντιδραστήριο. Βλ. -όλη. [< αγγλ. indole < ind(igo) + -ole]
21350ινδονησιακός, ή, ό [ἰνδονησιακός] ιν-δο-νη-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Ινδονησία ή/και τους Iνδονήσιους. [< γαλλ. indonésien]
21351Ινδός, Ινδή[Ἰνδός] Ιν-δός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Ινδία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την ινδική υπηκοότητα.
21352ινδουισμός[ἰνδουισμός] ιν-δου-ι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. η κυρίαρχη πολυθεϊστική θρησκεία της Ινδίας. Βλ. βραχμανισμός, -ισμός. [< γαλλ. hindouisme]
21353ινδουιστής[ἰνδουιστής] ιν-δου-ι-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. ινδουίστρια}: οπαδός του ινδουισμού. [< γαλλ. hindouiste, 1948]
21354ινδουιστικός, ή, ό [ἰνδουιστικός] ιν-δου-ι-στι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον ινδουισμό ή τους ινδουιστές: ~ή: θρησκεία/φιλοσοφία. Βλ. -ιστικός1. [< γαλλ. hindouiste, 1948]
21357ινιακός, ή, ό [ἰνιακός] ι-νι-α-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που βρίσκεται στο οπίσθιο και κάτω μέρος του κρανίου, στην περιοχή του ινίου: ~ός: λοβός (εγκεφάλου). ~ή: χώρα. ~ό: νεύρο/οστό. ● ΣΥΜΠΛ.: ινιακό τρήμα: οπή μέσα από την οποία περνά το άνω άκρο του νωτιαίου μυελού και συνδέεται με τον εγκέφαλο. [< γαλλ. occipital]
21358ινίδιο[ἰνίδιο] ι-νί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΦΥΣΙΟΛ.-ΒΙΟΛ. πολύ λεπτή ίνα: μυϊκό ~. ~α ακτίνης/κολλαγόνου/χρωματίνης. Βλ. μικροϊνίδια. [< γαλλ. fibrille]
21359ινική[ἰνική] ι-νι-κή ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ελαστική, αδιάλυτη πρωτεΐνη που παράγεται από το ινωδογόνο με τη δράση της θρομβίνης και συμβάλλει στην πήξη του αίματος. Βλ. πλασμίνη. ΣΥΝ. ινώδες [< γαλλ. fibrine]
21360ινίο[ἰνίο] ι-νί-ο ουσ. (ουδ.): ΑΝΑΤ. το οπίσθιο και κάτω τμήμα της κεφαλής. [< αρχ. ἰνίον]
21362ινκόγκνιτο[ἰνκόγκνιτο] ιν-κό-γκνι-το επίρρ. & (σπάν.) ινκόγνιτο & ιγκόγνιτο & ιγκόγκνιτο: (συνήθ. για επίσημο ή διάσημο πρόσωπο) με απόλυτη μυστικότητα: Κυκλοφορώ/ταξιδεύω ~. Ο μεγάλος σταρ επισκέφτηκε ~ την Αθήνα. Πβ. ανεπίσημα, ανώνυμα, ιδιωτικά, κρυφά, μυστικά.|| (σπάν. ως ουσ.) Σεβόμενοι το ~ του συγγραφέα (πβ. ανωνυμία). [< ιταλ.-γαλλ. incognito]
21363ίνκτζετ[ἴνκτζετ] ίνκ-τζετ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. εκτυπωτής που λειτουργεί με ψεκασμό μελάνης. [< αγγλ. ink-jet, 1976]
21364ινοαδένωμα[ἰνοαδένωμα] ι-νο-α-δέ-νω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. καλόηθες, σκληρό ογκίδιο που αποτελείται από ινώδη και αδενικό ιστό: ψηλαφητό ~. ~ μαστού. Αφαίρεση ~ατος. Βλ. λίπωμα. [< αγγλ. fibroadenoma, γαλλ. fibroadénome
21365ινοβλάστη[ἰνοβλάστη] ι-νο-βλά-στη ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΙΟΛ. καθένα από τα κύτταρα από τα οποία σχηματίζονται οι ελαστικές ίνες του συνδετικού ιστού και παράγεται το κολλαγόνο. [< γαλλ. fibroblaste, αγγλ. fibroblast]
21366ινοβλαστικός, ή, ό [ἰνοβλαστικός] ι-νο-βλα-στι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με τις ινοβλάστες: ~ός: αυξητικός παράγοντας (: που συμβάλλει στην κυτταρική ανάπτυξη)/όγκος. ~ή: αντίδραση. [< γαλλ. fibroblastique, αγγλ. fibroblastic]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.