| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21336 | ινβέρτερ | [ἰνβέρτερ] ιν-βέρ-τερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΗΛΕΚΤΡ. συσκευή που μετατρέπει το συνεχές ρεύμα σε εναλλασσόμενο: κλιματιστικό με ~. Τεχνολογία ~ (: κυρ. στον κλιματισμό, που εξασφαλίζει οικονομικότερη λειτουργία). ΣΥΝ. εναλλάκτης ρεύματος [< αγγλ. inverter, 1926] | |
| 21337 | ΙΝΒΙ | (ο): Ιησούς Ναζωραίος Βασιλεύς Ιουδαίων. | |
| 21338 | ίνδαλμα | [ἴνδαλμα] ίν-δαλ-μα ουσ. (ουδ.) {ινδάλμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. (μτφ.) πρόσωπο που γίνεται αντικείμενο θαυμασμού, υπερβολικής αγάπης και εκδηλώσεων λατρείας: εθνικό/λαϊκό/ποπ/ροκ ~. Έγινε το ~ των φιλάθλων της ομάδας. Οι νέοι τον είχαν (σαν) ~. Τηλεοπτικά ~ατα. Απομυθοποίηση ~άτων. Πβ. πρότυπο. Βλ. θεός. ΣΥΝ. είδωλο (3) 2. (σπάν.) η ιδανική εικόνα που έχει κάποιος στο μυαλό του για κάτι. Πβ. απείκασμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ακουστική εικόνα βλ. εικόνα, οπτική εικόνα βλ. εικόνα [< πβ. μτγν. ἴνδαλμα ‘μορφή, νοητή απεικόνιση, ψευδαίσθηση’] | |
| 21339 | ινδιάνικος | , η, ο [ἰνδιάνικος] ιν-δι-ά-νι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τους Ινδιάνους. [< γαλλ. indien] | |
| 21340 | Ινδιάνος | [Ἰνδιάνος] Ιν-δι-ά-νος ουσ. (αρσ.) , Ινδιάνα (η): ιθαγενής της αμερικανικής ηπείρου· ερυθρόδερμος. [< γαλλ. Indien] | |
| 21341 | ινδικός | , ή, ό [ἰνδικός] ιν-δι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Ινδία ή/και τους Ινδούς. ● Ουσ.: Ινδικά (τα) & (επίσ.) Ινδική (η): η ινδική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα., ινδικό (το) (επίσ.): λουλάκι. ● ΣΥΜΠΛ.: ινδική κάνναβη: ποικιλία κάνναβης (επιστ. ονομασ. Cannabis indica) από την οποία παρασκευάζεται το χασίς και η μαριχουάνα και κατ' επέκτ. οι ίδιες οι παραισθησιογόνες ουσίες., ινδική καρύδα: καρύδα., ινδικό χοιρίδιο: ΖΩΟΛ. κοινή ονομασία κατοικίδιων τρωκτικών (γένος Cavia) με πολύ κοντά αυτιά που χρησιμοποιούνται συχνά και ως πειραματόζωα. Βλ. χάμστερ. [< αρχ. ἰνδικός] | |
| 21343 | ινδικτιών | [ἴνδικτος] ίν-δι-κτος ουσ. (θηλ.) {ινδίκτ-ου} ΕΚΚΛΗΣ. 1. εκκλησιαστικό έτος: η αρχή της ~ου (= η 1η Σεπτεμβρίου). Η ακολουθία της ~ου. 2. (σπάν.) ινδικτιώνα. [< μεσν. ίνδικτος] | |
| 21342 | ινδικτιώνα | [ἰνδικτιώνα] ιν-δι-κτι-ώ-να ουσ. (θηλ.) {ινδικτιώνες} & (λόγ.) ινδικτιών {ινδικτιώνος}: ΕΚΚΛΗΣ. -ΙΣΤ. (από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου ως τη μεταβυζαντινή περίοδο) χρονολογική μονάδα δεκαπέντε ετών, με αφετηρία την 1η Σεπτεμβρίου. ΣΥΝ. ίνδικτος (2) [< μτγν. ἰνδικτιών] | |
| 21344 | ίνδιο | [ἴνδιο] ίν-δι-ο ουσ. (ουδ.) {ινδίου}: ΧΗΜ. χημικό στοιχείο (σύμβ. In, Ζ 49), μαλακό μέταλλο αργυρόλευκου χρώματος. Βλ. ίντιγκο. [< γαλλ.-αγγλ. indium < ind(igo) + -ium] | |
| 21345 | ινδογερμανικός | , ή, ό [ἰνδογερμανικός] ιν-δο-γερ-μα-νι-κός επίθ. (παρωχ.): ινδοευρωπαϊκός. [< γερμ. indogermanisch] | |
| 21346 | ινδοευρωπαϊκός | , ή, ό [ἰνδοευρωπαϊκός] ιν-δο-ευ-ρω-πα-ϊ-κός επίθ.: που σχετίζεται με τις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες ή τους Ινδοευρωπαίους: (ΓΛΩΣΣ.) ~ή: γλωσσολογία/θεωρία/καταγωγή/ρίζα.|| ~ά: φύλα. ● Ουσ.: Ινδοευρωπαϊκή (η) (επίσ.) & Ινδοευρωπαϊκά (τα): ΓΛΩΣΣ. υποθετική μητέρα γλώσσα των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Βλ. πρωτόγλωσσα. ● ΣΥΜΠΛ.: ινδοευρωπαϊκές γλώσσες: ΓΛΩΣΣ. οικογένεια γλωσσών οι οποίες παρουσιάζουν κοινά στοιχεία ως προς το λεξιλόγιο και τη δομή εξαιτίας της προέλευσής τους από μία αρχική μητέρα γλώσσα και οι οποίες εξαπλώθηκαν αρχικά στο μεγαλύτερο τμήμα της Ευρώπης και της Ασίας και έπειτα σε όλο σχεδόν τον κόσμο. [< γαλλ. indo-européen, αγγλ. Ιndo-Εuropean] | |
| 21347 | Ινδοευρωπαίοι | [Ἰνδοευρωπαῖοι] Ιν-δο-ευ-ρω-παί-οι ουσ. (αρσ.) (οι): πληθυσμοί που μιλούσαν την Ινδοευρωπαϊκή. Πβ. αρία φυλή. [< γαλλ. Indo-Européens , αγγλ. Indo-Europeans] | |
| 21348 | ινδοκάρυδο | [ἰνδοκάρυδο] ιν-δο-κά-ρυ-δο ουσ. (ουδ.) (απαρχαιωμ.): καρύδα. [< αγγλ. Indian nut] | |
| 21349 | ινδόλη | [ἰνδόλη] ιν-δό-λη ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ινδόλιο (το): ΧΗΜ. κρυσταλλική ένωση (σύμβ. C8H7N)που βρίσκεται στην ανθρακόπισσα και σε ορισμένα φυτά (σταυρανθή, γιασεμί, πορτοκαλιά) ή παρασκευάζεται τεχνητά και χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία ή ως αντιδραστήριο. Βλ. -όλη. [< αγγλ. indole < ind(igo) + -ole] | |
| 21350 | ινδονησιακός | , ή, ό [ἰνδονησιακός] ιν-δο-νη-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Ινδονησία ή/και τους Iνδονήσιους. [< γαλλ. indonésien] | |
| 21351 | Ινδός, Ινδή | [Ἰνδός] Ιν-δός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Ινδία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την ινδική υπηκοότητα. | |
| 21352 | ινδουισμός | [ἰνδουισμός] ιν-δου-ι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. η κυρίαρχη πολυθεϊστική θρησκεία της Ινδίας. Βλ. βραχμανισμός, -ισμός. [< γαλλ. hindouisme] | |
| 21353 | ινδουιστής | [ἰνδουιστής] ιν-δου-ι-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. ινδουίστρια}: οπαδός του ινδουισμού. [< γαλλ. hindouiste, 1948] | |
| 21354 | ινδουιστικός | , ή, ό [ἰνδουιστικός] ιν-δου-ι-στι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον ινδουισμό ή τους ινδουιστές: ~ή: θρησκεία/φιλοσοφία. Βλ. -ιστικός1. [< γαλλ. hindouiste, 1948] | |
| 21357 | ινιακός | , ή, ό [ἰνιακός] ι-νι-α-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που βρίσκεται στο οπίσθιο και κάτω μέρος του κρανίου, στην περιοχή του ινίου: ~ός: λοβός (εγκεφάλου). ~ή: χώρα. ~ό: νεύρο/οστό. ● ΣΥΜΠΛ.: ινιακό τρήμα: οπή μέσα από την οποία περνά το άνω άκρο του νωτιαίου μυελού και συνδέεται με τον εγκέφαλο. [< γαλλ. occipital] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ