| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21358 | ινίδιο | [ἰνίδιο] ι-νί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΦΥΣΙΟΛ.-ΒΙΟΛ. πολύ λεπτή ίνα: μυϊκό ~. ~α ακτίνης/κολλαγόνου/χρωματίνης. Βλ. μικροϊνίδια. [< γαλλ. fibrille] | |
| 21359 | ινική | [ἰνική] ι-νι-κή ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ελαστική, αδιάλυτη πρωτεΐνη που παράγεται από το ινωδογόνο με τη δράση της θρομβίνης και συμβάλλει στην πήξη του αίματος. Βλ. πλασμίνη. ΣΥΝ. ινώδες [< γαλλ. fibrine] | |
| 21360 | ινίο | [ἰνίο] ι-νί-ο ουσ. (ουδ.): ΑΝΑΤ. το οπίσθιο και κάτω τμήμα της κεφαλής. [< αρχ. ἰνίον] | |
| 21362 | ινκόγκνιτο | [ἰνκόγκνιτο] ιν-κό-γκνι-το επίρρ. & (σπάν.) ινκόγνιτο & ιγκόγνιτο & ιγκόγκνιτο: (συνήθ. για επίσημο ή διάσημο πρόσωπο) με απόλυτη μυστικότητα: Κυκλοφορώ/ταξιδεύω ~. Ο μεγάλος σταρ επισκέφτηκε ~ την Αθήνα. Πβ. ανεπίσημα, ανώνυμα, ιδιωτικά, κρυφά, μυστικά.|| (σπάν. ως ουσ.) Σεβόμενοι το ~ του συγγραφέα (πβ. ανωνυμία). [< ιταλ.-γαλλ. incognito] | |
| 21363 | ίνκτζετ | [ἴνκτζετ] ίνκ-τζετ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. εκτυπωτής που λειτουργεί με ψεκασμό μελάνης. [< αγγλ. ink-jet, 1976] | |
| 21364 | ινοαδένωμα | [ἰνοαδένωμα] ι-νο-α-δέ-νω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. καλόηθες, σκληρό ογκίδιο που αποτελείται από ινώδη και αδενικό ιστό: ψηλαφητό ~. ~ μαστού. Αφαίρεση ~ατος. Βλ. λίπωμα. [< αγγλ. fibroadenoma, γαλλ. fibroadénome | |
| 21365 | ινοβλάστη | [ἰνοβλάστη] ι-νο-βλά-στη ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΙΟΛ. καθένα από τα κύτταρα από τα οποία σχηματίζονται οι ελαστικές ίνες του συνδετικού ιστού και παράγεται το κολλαγόνο. [< γαλλ. fibroblaste, αγγλ. fibroblast] | |
| 21366 | ινοβλαστικός | , ή, ό [ἰνοβλαστικός] ι-νο-βλα-στι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με τις ινοβλάστες: ~ός: αυξητικός παράγοντας (: που συμβάλλει στην κυτταρική ανάπτυξη)/όγκος. ~ή: αντίδραση. [< γαλλ. fibroblastique, αγγλ. fibroblastic] | |
| 21367 | ινοκυστικός | , ή, ό [ἰνοκυστικός] ι-νο-κυ-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που χαρακτηρίζεται από υπερβολική ανάπτυξη ινώδους ιστού και δημιουργία κύστεων, ιδ. σε έναν αδένα: ~ή: μαστοπάθεια. ● ΣΥΜΠΛ.: κυστική ίνωση βλ. ίνωση [< αγγλ. fibrocystic, γαλλ. fibrokystique] | |
| 21368 | ινομυαλγία | [ἰνομυαλγία] ι-νο-μυ-αλ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από διάχυτο χρόνιο μυοσκελετικό πόνο σε συγκεκριμένα σημεία και οδηγεί σε κόπωση και διαταραχές του ύπνου. Βλ. -αλγία. [< αγγλ. fibromyalgia, 1980, γαλλ. fibromyalgie, 1996] | |
| 21369 | ινομύωμα | [ἰνομύωμα] ι-νο-μύ-ω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. καλοήθης όγκος από ινώδη και μυϊκό ιστό: ~ της μήτρας (πβ. λειομύωμα). Εκπυρήνιση ~άτων (= ινομυωματεκτομή). Βλ. -ωμα2. [< γαλλ. fibromyome, αγγλ. fibromyoma] | |
| 21370 | ινομυωματεκτομή | [ἰνομυωματεκτομή] ι-νο-μυ-ω-μα-τε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση ινομυωμάτων: λαπαροσκοπική/υστεροσκοπική ~. Βλ. εκπυρήνιση, -εκτομή. [< αγγλ. fibromyomectomy, γαλλ. fibromyomectomie] | |
| 21371 | ίνοξ | [ἴνοξ] ί-νοξ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΧΗΜ. ανοξείδωτος χάλυβας. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. inox < acier inox(ydable), 1933] | |
| 21374 | ινοσανίδα | [ἰνοσανίδα] ι-νο-σα-νί-δα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. δομικό υλικό που κατασκευάζεται από ίνες ξύλου κατώτερης ποιότητας, συμπιεσμένες και συγκολλημένες με στερεό ή υγρό υλικό σε μορφή άκαμπτης πλάκας: ~ες μέσης πυκνότητας (= εμ-ντι-έφ). Βλ. μοριοσανίδα. [< αγγλ. fibreboard] | |
| 21375 | ινοσίνη | [ἰνοσίνη] ι-νο-σί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. νουκλεοτίδιο (σύμβ. C10H12N4O5) το οποίο ενεργοποιεί τα απαιτούμενα γονίδια για την αναγέννηση νευρικών ινών που έχουν υποστεί βλάβες. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. inosine, 1911, γαλλ. ~, γερμ. Inosin] | |
| 21376 | ινοσιτόλη | [ἰνοσιτόλη] ι-νο-σι-τό-λη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ισομερής αλκοόλη (σύμβ. C6H12O6) που βρίσκεται σε φυτικούς και ζωικούς ιστούς, ανήκει στο σύμπλεγμα των βιταμινών Β, θεωρείται αυξητικός παράγοντας και συμβάλλει στον μεταβολισμό του λίπους. Βλ. μυο~, χολίνη, -όλη. [< αγγλ.-γαλλ. inositol, γερμ. Inosit] | |
| 21377 | ινότροπος | , ος, ο [ἰνότροπος] ι-νό-τρο-πος επίθ. & ινοτρόπος: ΙΑΤΡ. που επηρεάζει τις συσπάσεις των μυών, ιδ. της καρδιάς: ~ος: δράση/ουσία.|| (ως ουσ.) Χορήγηση ~ων (ενν. φαρμάκων. Βλ. νοραδρεναλ-, ντοπαμ-ίνη). Βλ. συμπαθητικομιμητικός. [< αγγλ. inotropic, 1903, γαλλ. inotrope, γερμ. inotrop] | |
| 21378 | ινουλίνη | [ἰνουλίνη] ι-νου-λί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πολυσακχαρίτης, συναφής με το άμυλο, ο οποίος βρίσκεται στις ρίζες του ραδικιού, της αγκινάρας και άλλων φυτών: σιρόπι ~ης. Βλ. πρεβιοτικά, -ίνη. [< γαλλ. inuline] | |
| 21379 | ΙΝΣ | (το): Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη]. | |
| 21380 | ινσουλίνη | [ἰνσουλίνη] ιν-σου-λί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. παγκρεατική ορμόνη, η ανεπαρκής έκκριση της οποίας προκαλεί σακχαρώδη διαβήτη: ενέσεις/επίπεδα/χορήγηση ~ης. Βλ. γλυκαγόνη, -ίνη. [< αγγλ. insulin, 1914, γαλλ. insuline, 1931] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ