Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [22140-22160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21367ινοκυστικός, ή, ό [ἰνοκυστικός] ι-νο-κυ-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που χαρακτηρίζεται από υπερβολική ανάπτυξη ινώδους ιστού και δημιουργία κύστεων, ιδ. σε έναν αδένα: ~ή: μαστοπάθεια. ● ΣΥΜΠΛ.: κυστική ίνωση βλ. ίνωση [< αγγλ. fibrocystic, γαλλ. fibrokystique]
21368ινομυαλγία[ἰνομυαλγία] ι-νο-μυ-αλ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από διάχυτο χρόνιο μυοσκελετικό πόνο σε συγκεκριμένα σημεία και οδηγεί σε κόπωση και διαταραχές του ύπνου. Βλ. -αλγία. [< αγγλ. fibromyalgia, 1980, γαλλ. fibromyalgie, 1996]
21369ινομύωμα[ἰνομύωμα] ι-νο-μύ-ω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. καλοήθης όγκος από ινώδη και μυϊκό ιστό: ~ της μήτρας (πβ. λειομύωμα). Εκπυρήνιση ~άτων (= ινομυωματεκτομή). Βλ. -ωμα2. [< γαλλ. fibromyome, αγγλ. fibromyoma]
21370ινομυωματεκτομή[ἰνομυωματεκτομή] ι-νο-μυ-ω-μα-τε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση ινομυωμάτων: λαπαροσκοπική/υστεροσκοπική ~. Βλ. εκπυρήνιση, -εκτομή. [< αγγλ. fibromyomectomy, γαλλ. fibromyomectomie]
21371ίνοξ[ἴνοξ] ί-νοξ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΧΗΜ. ανοξείδωτος χάλυβας. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. inox < acier inox(ydable), 1933]
21374ινοσανίδα[ἰνοσανίδα] ι-νο-σα-νί-δα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. δομικό υλικό που κατασκευάζεται από ίνες ξύλου κατώτερης ποιότητας, συμπιεσμένες και συγκολλημένες με στερεό ή υγρό υλικό σε μορφή άκαμπτης πλάκας: ~ες μέσης πυκνότητας (= εμ-ντι-έφ). Βλ. μοριοσανίδα. [< αγγλ. fibreboard]
21375ινοσίνη[ἰνοσίνη] ι-νο-σί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. νουκλεοτίδιο (σύμβ. C10H12N4O5) το οποίο ενεργοποιεί τα απαιτούμενα γονίδια για την αναγέννηση νευρικών ινών που έχουν υποστεί βλάβες. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. inosine, 1911, γαλλ. ~, γερμ. Inosin]
21376ινοσιτόλη[ἰνοσιτόλη] ι-νο-σι-τό-λη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ισομερής αλκοόλη (σύμβ. C6H12O6) που βρίσκεται σε φυτικούς και ζωικούς ιστούς, ανήκει στο σύμπλεγμα των βιταμινών Β, θεωρείται αυξητικός παράγοντας και συμβάλλει στον μεταβολισμό του λίπους. Βλ. μυο~, χολίνη, -όλη. [< αγγλ.-γαλλ. inositol, γερμ. Inosit]
21377ινότροπος, ος, ο [ἰνότροπος] ι-νό-τρο-πος επίθ. & ινοτρόπος: ΙΑΤΡ. που επηρεάζει τις συσπάσεις των μυών, ιδ. της καρδιάς: ~ος: δράση/ουσία.|| (ως ουσ.) Χορήγηση ~ων (ενν. φαρμάκων. Βλ. νοραδρεναλ-, ντοπαμ-ίνη). Βλ. συμπαθητικομιμητικός. [< αγγλ. inotropic, 1903, γαλλ. inotrope, γερμ. inotrop]
21378ινουλίνη[ἰνουλίνη] ι-νου-λί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πολυσακχαρίτης, συναφής με το άμυλο, ο οποίος βρίσκεται στις ρίζες του ραδικιού, της αγκινάρας και άλλων φυτών: σιρόπι ~ης. Βλ. πρεβιοτικά, -ίνη. [< γαλλ. inuline]
21379ΙΝΣ(το): Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη].
21380ινσουλίνη[ἰνσουλίνη] ιν-σου-λί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. παγκρεατική ορμόνη, η ανεπαρκής έκκριση της οποίας προκαλεί σακχαρώδη διαβήτη: ενέσεις/επίπεδα/χορήγηση ~ης. Βλ. γλυκαγόνη, -ίνη. [< αγγλ. insulin, 1914, γαλλ. insuline, 1931]
21381ινσουλινοεξαρτώμενος, η, ο [ἰνσουλινοεξαρτώμενος] ιν-σου-λι-νο-ε-ξαρ-τώ-με-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. συνήθ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 βλ. διαβήτης2, σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 βλ. διαβήτης2 [< αγγλ. insulin-dependent, 1961, γαλλ. insulinodépendant, 1974]
21382ινσουλινοθεραπεία[ἰνσουλινοθεραπεία] ιν-σου-λι-νο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπευτική αγωγή με στόχο τη ρύθμιση της ινσουλίνης στα άτομα που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη. Βλ. -θεραπεία. [< αγγλ. insulin therapy, γαλλ. insulinothérapie, περ. 1950]
58693ίνσταγκραμ[ἴνσταγκραμ] ιν-στα-γκραμ (ουδ.) & (προφ. ίνστα) {άκλ.}: ΔΙΑΔΙΚΤ. εφαρμογή κοινωνικής δικτύωσης για λήψη, επεξεργασία και κοινοποίηση φωτογραφιών και πολύ σύντομων βίντεο. Βλ. βάιμπερ. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Instagram < insta(nt camera) + (tele)gram, 2010]
21383ινστιτούτο[ἰνστιτοῦτο] ιν-στι-τού-το ουσ. (ουδ.) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Ι) 1. ίδρυμα το οποίο αναπτύσσει σημαντική δραστηριότητα σε κάποιον τομέα, επιστημονικό, τεχνολογικό, πολιτιστικό, εκπαιδευτικό· συνεκδ. το αντίστοιχο κτίριο: Γαλλικό/Ιταλικό Μορφωτικό/Παιδαγωγικό ~. ~ Αστρονομίας και Αστροφυσικής/Βιολογίας/Δασικών Ερευνών/Επεξεργασίας του Λόγου/Θετικών Επιστημών και Εφαρμογών/Καταναλωτών/Nεοελληνικών Σπουδών. 2. ονομασία κρατικού ή ιδιωτικού εκπαιδευτικού οργανισμού: ~ Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΙΕΚ)/Τεχνολογικής Εκπαίδευσης. ~ επιμόρφωσης. Βλ. εκπαιδευ-, φροντισ-τήριο. 3. τίτλος που δίνεται σε ιδιωτικές επιχειρήσεις για εμπορικούς λόγους: ~ αδυνατίσματος/αισθητικής. Πβ. κέντρο. ● ΣΥΜΠΛ.: Γεωδυναμικό Ινστιτούτο βλ. γεωδυναμικός, ινστιτούτο ομορφιάς βλ. ομορφιά [< μεσν. ινστιτούτα 'διατάξεις, νομοθετήματα', γαλλ. institut, αγγλ. institute]
21384ινστρουμένταλ[ἰνστρουμένταλ] ιν-στρου-μέ-νταλ επίθ. {άκλ.}: ΜΟΥΣ. οργανικός: ~ κομμάτια/τραγούδια. Πβ. ορχηστρικός. Βλ. φωνητικός.[< αγγλ.-γαλλ. instrumental]
21385ινστρούχτορας[ἰνστρούχτορας] ιν-στρού-χτο-ρας ουσ. (αρσ.) & ινστρούκτορας (κυρ. ειρων.): καθοδηγητής κομμουνιστικού κυρ. κόμματος, κινήματος ή οργάνωσης. Βλ. συμβουλάτορας. [< ρωσ. instruktor]
21386ιντελεκτουέλ[ἰντελεκτουέλ] ι-ντε-λε-κτου-έλ επίθ. {άκλ.} (συνήθ. ειρων.): κουλτουριάρικος. [< γαλλ. intellectuel]
21387ιντελιγκέντσια[ἰντελιγκέντσια] ι-ντε-λι-γκέ-ντσι-α ουσ. (θηλ.) (περιληπτ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. μορφωμένοι, διανοούμενοι: η διεθνής ~. Η ~ της εποχής. Πβ. άνθρωποι των γραμμάτων, διανόηση, πνευματική ηγεσία. [< γαλλ. intelligentsia, 1902 < ρωσ. intelligentsija]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.