| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21381 | ινσουλινοεξαρτώμενος | , η, ο [ἰνσουλινοεξαρτώμενος] ιν-σου-λι-νο-ε-ξαρ-τώ-με-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. συνήθ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 βλ. διαβήτης2, σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 βλ. διαβήτης2 [< αγγλ. insulin-dependent, 1961, γαλλ. insulinodépendant, 1974] | |
| 21382 | ινσουλινοθεραπεία | [ἰνσουλινοθεραπεία] ιν-σου-λι-νο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπευτική αγωγή με στόχο τη ρύθμιση της ινσουλίνης στα άτομα που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη. Βλ. -θεραπεία. [< αγγλ. insulin therapy, γαλλ. insulinothérapie, περ. 1950] | |
| 58693 | ίνσταγκραμ | [ἴνσταγκραμ] ιν-στα-γκραμ (ουδ.) & (προφ. ίνστα) {άκλ.}: ΔΙΑΔΙΚΤ. εφαρμογή κοινωνικής δικτύωσης για λήψη, επεξεργασία και κοινοποίηση φωτογραφιών και πολύ σύντομων βίντεο. Βλ. βάιμπερ. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Instagram < insta(nt camera) + (tele)gram, 2010] | |
| 21383 | ινστιτούτο | [ἰνστιτοῦτο] ιν-στι-τού-το ουσ. (ουδ.) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Ι) 1. ίδρυμα το οποίο αναπτύσσει σημαντική δραστηριότητα σε κάποιον τομέα, επιστημονικό, τεχνολογικό, πολιτιστικό, εκπαιδευτικό· συνεκδ. το αντίστοιχο κτίριο: Γαλλικό/Ιταλικό Μορφωτικό/Παιδαγωγικό ~. ~ Αστρονομίας και Αστροφυσικής/Βιολογίας/Δασικών Ερευνών/Επεξεργασίας του Λόγου/Θετικών Επιστημών και Εφαρμογών/Καταναλωτών/Nεοελληνικών Σπουδών. 2. ονομασία κρατικού ή ιδιωτικού εκπαιδευτικού οργανισμού: ~ Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΙΕΚ)/Τεχνολογικής Εκπαίδευσης. ~ επιμόρφωσης. Βλ. εκπαιδευ-, φροντισ-τήριο. 3. τίτλος που δίνεται σε ιδιωτικές επιχειρήσεις για εμπορικούς λόγους: ~ αδυνατίσματος/αισθητικής. Πβ. κέντρο. ● ΣΥΜΠΛ.: Γεωδυναμικό Ινστιτούτο βλ. γεωδυναμικός, ινστιτούτο ομορφιάς βλ. ομορφιά [< μεσν. ινστιτούτα 'διατάξεις, νομοθετήματα', γαλλ. institut, αγγλ. institute] | |
| 21384 | ινστρουμένταλ | [ἰνστρουμένταλ] ιν-στρου-μέ-νταλ επίθ. {άκλ.}: ΜΟΥΣ. οργανικός: ~ κομμάτια/τραγούδια. Πβ. ορχηστρικός. Βλ. φωνητικός.[< αγγλ.-γαλλ. instrumental] | |
| 21385 | ινστρούχτορας | [ἰνστρούχτορας] ιν-στρού-χτο-ρας ουσ. (αρσ.) & ινστρούκτορας (κυρ. ειρων.): καθοδηγητής κομμουνιστικού κυρ. κόμματος, κινήματος ή οργάνωσης. Βλ. συμβουλάτορας. [< ρωσ. instruktor] | |
| 21386 | ιντελεκτουέλ | [ἰντελεκτουέλ] ι-ντε-λε-κτου-έλ επίθ. {άκλ.} (συνήθ. ειρων.): κουλτουριάρικος. [< γαλλ. intellectuel] | |
| 21387 | ιντελιγκέντσια | [ἰντελιγκέντσια] ι-ντε-λι-γκέ-ντσι-α ουσ. (θηλ.) (περιληπτ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. μορφωμένοι, διανοούμενοι: η διεθνής ~. Η ~ της εποχής. Πβ. άνθρωποι των γραμμάτων, διανόηση, πνευματική ηγεσία. [< γαλλ. intelligentsia, 1902 < ρωσ. intelligentsija] | |
| 21388 | ίντεξ | [ἴντεξ] ί-ντεξ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.}: αλφαβητικός κατάλογος όρων και ονομάτων, συνήθ. στο τέλος βιβλίου. Πβ. γλωσσάριο, ευρετήριο. Βλ. περιεχόμενα. [< διεθν. index] | |
| 21389 | ίντερβιου | [ἴντερβιου] ί-ντερ-βιου ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ιντερβιού (προφ.): προσωπική συνέντευξη που συνήθ. προηγείται της πρόσληψης σε εργασία. [< αγγλ.-γαλλ. interview] | |
| 21390 | ιντερλευκίνη | [ἰντερλευκίνη] ι-ντερ-λευ-κί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη που εκκρίνεται από τα λεμφοκύτταρα και ενεργοποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα. Βλ. κυτοκίνη. [< αγγλ. interleukin, 1979, γαλλ. interleukine, 1985] | |
| 21391 | ιντερλούδιο | [ἰντερλούδιο] ι-ντερ-λού-δι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΜΟΥΣ.-ΘΕΑΤΡΟ σύντομο μουσικό κομμάτι ή επεισόδιο το οποίο παρεμβάλλεται μεταξύ δύο μεγαλύτερων μουσικών θεμάτων ή μεταξύ δύο σκηνών ή θεατρικών πράξεων αντίστοιχα. Πβ. ιντερμέτζο. 2. (μτφ.) μικρό χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από μια κατάσταση σε άλλη, διάλειμμα: διαφημιστικό ~. Το ~ των καλοκαιρινών διακοπών. Πβ. παρένθεση. [< ιταλ. interludio] | |
| 21392 | ιντερμέτζο | [ἰντερμέτζο] ι-ντερ-μέ-τζο ουσ. (ουδ.) & ιντερμέδιο ΜΟΥΣ. 1. μουσική ή χορευτική σύνθεση που παρεμβάλλεται ανάμεσα στα μέρη θεατρικού ή μουσικού έργου: κωμικό ~. ~ όπερας. Πβ. ιντερλούδιο. ΣΥΝ. διάμεσο (3) 2. ανεξάρτητο μουσικό κομμάτι με ανάλαφρο ύφος. [< ιταλ. intermezzo] | |
| 21393 | ίντερνετ | [ἴντερνετ] ί-ντερ-νετ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ιντερνέτ: διαδίκτυο. Βλ. ίντρανετ. | |
| 21394 | ίντερνετ καφέ | [ἴντερνετ καφέ] ί-ντερ-νετ κα-φέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.-προφ.) νετ καφέ: καφετέρια όπου ο πελάτης μπορεί να χρησιμοποιήσει υπολογιστή και να έχει πρόσβαση στο διαδίκτυο. [< αγγλ. internet-café, 1994] | |
| 21395 | ιντερνετάκιας | [ἰντερνετάκιας] ι-ντερ-νε-τά-κιας ουσ. (αρσ.) (νεαν. αργκό): πρόσωπο που ασχολείται μανιωδώς με το ίντερνετ. Βλ. -άκιας, κομπιουτεράκιας. | |
| 21396 | ιντερνετικός | , ή, ό [ἰντερνετικός] ι-ντερ-νε-τι-κός επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με το ίντερνετ: ~ός: τόπος (= ιστότοπος). ~ή: διαφήμιση/διεύθυνση/εταιρεία/πύλη. ~ό: κατάστημα/πρωτόκολλο/ραδιόφωνο/στοίχημα. ~ές: υπηρεσίες. ΣΥΝ. διαδικτυακός, δικτυακός | |
| 21397 | ιντερνετισμός | [ἰντερνετισμός] ι-ντερ-νε-τι-σμός ουσ. (αρσ.): 1. εθισμός στη χρήση του διαδικτύου που παρουσιάζεται κυρ. σε παιδιά και εφήβους. 2. λέξη ή φράση που χρησιμοποιείται ευρέως από διαδικτυακούς χρήστες. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. internetism] | |
| 21398 | ιντερπόλ | [ἰντερπόλ] ι-ντερ-πόλ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} (κ. με κεφάλ. Ι): Διεθνής Οργάνωση Εγκληματολογικής Αστυνομίας, σκοπός της οποίας είναι η συνεργασία των αστυνομικών και εγκληματολογικών Αρχών διαφορετικών χωρών για την πάταξη του κοινού εγκλήματος: Καταζητείται από την ~. Η ~ εξέδωσε σήμα για τη σύλληψη του διαβόητου κακοποιού. [< αγγλ. International Police (INTERPOL), 1946] | |
| 21399 | ιντερσίτι | [ἰντερσίτι] ι-ντερ-σί-τι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. τρένο ταχείας κυκλοφορίας: αμαξοστοιχία ~. [< αγγλ. Intercity, 1955] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ