Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [22160-22180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21388ίντεξ[ἴντεξ] ί-ντεξ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.}: αλφαβητικός κατάλογος όρων και ονομάτων, συνήθ. στο τέλος βιβλίου. Πβ. γλωσσάριο, ευρετήριο. Βλ. περιεχόμενα. [< διεθν. index]
21389ίντερβιου[ἴντερβιου] ί-ντερ-βιου ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ιντερβιού (προφ.): προσωπική συνέντευξη που συνήθ. προηγείται της πρόσληψης σε εργασία. [< αγγλ.-γαλλ. interview]
21390ιντερλευκίνη[ἰντερλευκίνη] ι-ντερ-λευ-κί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη που εκκρίνεται από τα λεμφοκύτταρα και ενεργοποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα. Βλ. κυτοκίνη. [< αγγλ. interleukin, 1979, γαλλ. interleukine, 1985]
21391ιντερλούδιο[ἰντερλούδιο] ι-ντερ-λού-δι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΜΟΥΣ.-ΘΕΑΤΡΟ σύντομο μουσικό κομμάτι ή επεισόδιο το οποίο παρεμβάλλεται μεταξύ δύο μεγαλύτερων μουσικών θεμάτων ή μεταξύ δύο σκηνών ή θεατρικών πράξεων αντίστοιχα. Πβ. ιντερμέτζο. 2. (μτφ.) μικρό χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από μια κατάσταση σε άλλη, διάλειμμα: διαφημιστικό ~. Το ~ των καλοκαιρινών διακοπών. Πβ. παρένθεση. [< ιταλ. interludio]
21392ιντερμέτζο[ἰντερμέτζο] ι-ντερ-μέ-τζο ουσ. (ουδ.) & ιντερμέδιο ΜΟΥΣ. 1. μουσική ή χορευτική σύνθεση που παρεμβάλλεται ανάμεσα στα μέρη θεατρικού ή μουσικού έργου: κωμικό ~. ~ όπερας. Πβ. ιντερλούδιο. ΣΥΝ. διάμεσο (3) 2. ανεξάρτητο μουσικό κομμάτι με ανάλαφρο ύφος. [< ιταλ. intermezzo]
21393ίντερνετ[ἴντερνετ] ί-ντερ-νετ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ιντερνέτ: διαδίκτυο. Βλ. ίντρανετ.
21394ίντερνετ καφέ[ἴντερνετ καφέ] ί-ντερ-νετ κα-φέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.-προφ.) νετ καφέ: καφετέρια όπου ο πελάτης μπορεί να χρησιμοποιήσει υπολογιστή και να έχει πρόσβαση στο διαδίκτυο. [< αγγλ. internet-café, 1994]
21395ιντερνετάκιας[ἰντερνετάκιας] ι-ντερ-νε-τά-κιας ουσ. (αρσ.) (νεαν. αργκό): πρόσωπο που ασχολείται μανιωδώς με το ίντερνετ. Βλ. -άκιας, κομπιουτεράκιας.
21396ιντερνετικός, ή, ό [ἰντερνετικός] ι-ντερ-νε-τι-κός επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με το ίντερνετ: ~ός: τόπος (= ιστότοπος). ~ή: διαφήμιση/διεύθυνση/εταιρεία/πύλη. ~ό: κατάστημα/πρωτόκολλο/ραδιόφωνο/στοίχημα. ~ές: υπηρεσίες. ΣΥΝ. διαδικτυακός, δικτυακός
21397ιντερνετισμός[ἰντερνετισμός] ι-ντερ-νε-τι-σμός ουσ. (αρσ.): 1. εθισμός στη χρήση του διαδικτύου που παρουσιάζεται κυρ. σε παιδιά και εφήβους. 2. λέξη ή φράση που χρησιμοποιείται ευρέως από διαδικτυακούς χρήστες. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. internetism]
21398ιντερπόλ[ἰντερπόλ] ι-ντερ-πόλ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} (κ. με κεφάλ. Ι): Διεθνής Οργάνωση Εγκληματολογικής Αστυνομίας, σκοπός της οποίας είναι η συνεργασία των αστυνομικών και εγκληματολογικών Αρχών διαφορετικών χωρών για την πάταξη του κοινού εγκλήματος: Καταζητείται από την ~. Η ~ εξέδωσε σήμα για τη σύλληψη του διαβόητου κακοποιού. [< αγγλ. International Police (INTERPOL), 1946]
21399ιντερσίτι[ἰντερσίτι] ι-ντερ-σί-τι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. τρένο ταχείας κυκλοφορίας: αμαξοστοιχία ~. [< αγγλ. Intercity, 1955]
21400ιντερφερόνη[ἰντερφερόνη] ι-ντερ-φε-ρό-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη που εκκρίνεται από τα κύτταρα μετά από ιογενή λοίμωξη, προκειμένου να αποτραπεί η αναπαραγωγή ιών: ~ άλφα/βήτα. Βλ. αντισώματα, -όνη. [< αγγλ. interferon, 1957, γαλλ. interféron, 1957]
21401ιντετερμινισμός[ἰντετερμινισμός] ι-ντε-τερ-μι-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφική θεωρία σύμφωνα με την οποία οι ενέργειες και επιλογές των ατόμων δεν προσδιορίζονται από συγκεκριμένα εξωτερικά αίτια, αλλά είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. αιτιοκρατία (1), ντετερμινισμός [< γαλλ. indéterminisme, γερμ. Indeterminismus]
21402ιντιβιντουαλισμός[ἰντιβιντουαλισμός] ι-ντι-βι-ντου-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. ατομικισμός. [< γαλλ. individualisme]
21403ίντιγκο[ἴντιγκο] ί-ντι-γκο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. μπλε φυτική ή συνθετική χρωστική ουσία. 2. (συνεκδ.) το μπλε βιολετί χρώμα. Πβ. λουλακί. [< αγγλ.-γαλλ. indigo < λατ. indicum < ἰνδικόν]
21404ιντιφάντα[ἰντιφάντα] ι-ντι-φά-ντα ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. εξέγερση των Παλαιστινίων ενάντια στην ισραηλινή κατοχή: πρώτη/δεύτερη ~. [< γαλλ. intifada, 1985, αγγλ. ~, 1987]
21405ίντρανετ[ἴντρανετ] ί-ντρα-νετ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. ενδοδίκτυο: τοπικό ~. ~ πανεπιστημίων/τραπεζών. Βλ. ίντερνετ.
21406ίντριγκα[ἴντριγκα] ί-ντρι-γκα ουσ. (θηλ.): δολοπλοκία, συνωμοσία: κομματικές/οικογενειακές/πολιτικές ~ες. Πβ. μηχανορραφία, πλεκτάνη, ραδιουργία, σκευωρία. [< γερμ. Intrige, γαλλ. intrigue]
21407ιντριγκαδόρος[ἰντριγκαδόρος] ι-ντρι-γκα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ιντριγκαδόρισσα} (προφ.): μηχανορράφος, δολοπλόκος: πολιτικοί ~οι. Βλ. -δόρος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.