| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1217 | αθλητισμός | [ἀθλητισμός] α-θλη-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. το σύνολο των αθλημάτων, η συστηματική ενασχόληση με αυτά και γενικότ. η οργανωτική δομή του αθλητικού συστήματος: αγωνιστικός/επαγγελματικός/ερασιτεχνικός/λαϊκός/μαζικός/σχολικός/χειμερινός ~. ~ ατόμων με αναπηρίες ή ειδικές ανάγκες/υψηλών επιδόσεων. Γενική Γραμματεία/μουσείο/οργανισμός/πρόγραμμα ~ού. Αγαπώ τον/ασχολούμαι με τον/διακρίνομαι στον/επιδίδομαι στον/κάνω ~ό. Βλ. αερ~, ναυτ~, πρωτ~, -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: κλασικός αθλητισμός & αθλητισμός στίβου: το σύνολο των αθλημάτων της κλασικής αρχαιότητας που έχουν επιβιώσει μέχρι σήμερα και (ειδικότ.-καταχρ.) τα αγωνίσματα στίβου (άλματα, δρόμοι, ρίψεις)., μηχανοκίνητος αθλητισμός & μηχανοκίνητα σπορ/αθλήματα: το σύνολο των αθλημάτων που διεξάγονται με μηχανικά μέσα: Οι αγώνες μοτοσικλέτας, η φόρμουλα 1, το τζετ σκι ανήκουν στον ~ο ~ό. [< γαλλ. athlétisme] | |
| 1218 | αθλητοπρέπεια | [ἀθλητοπρέπεια] α-θλη-το-πρέ-πει-α ουσ. (θηλ.) (επίσ., κυρ. στην Κύπρο): συμπεριφορά και ήθος που αρμόζουν σε αθλητή και προάγουν το αθλητικό πνεύμα. | |
| 1219 | αθλητοπρεπής | , ής, ές [ἀθλητοπρεπής] α-θλη-το-πρε-πής επίθ. (επίσ., κυρ. στην Κύπρο): που τον διακρίνει αθλητοπρέπεια: ~ής: συμπεριφορά. Βλ. -πρεπής. | |
| 1220 | αθλιατρική | βλ. αθλητιατρική | |
| 1221 | αθλιατρικός | βλ. αθλητιατρικός | |
| 1222 | αθλίατρος | βλ. αθλητίατρος | |
| 1223 | άθλιος | , α, ο [ἄθλιος] ά-θλι-ος επίθ. 1. που βρίσκεται σε κακή κατάσταση ή είναι κακής ποιότητας και κατ' επέκτ. προκαλεί οίκτο ή αποστροφή: ~ος: δρόμος/καιρός (= απαίσιος, άσχημος). ~α: αμοιβή/διοργάνωση/εμφάνιση/ζωή (= αξιολύπητη, μίζερη, ταλαίπωρη)/οικονομία/συνοικία/ταινία (= απαράδεκτη, θλιβερή). ~ο: έργο. ~ες: συνθήκες εργασίας/ζωής. ~α: νοσοκομεία. Κτίρια που βρίσκονται σε ~α κατάσταση. 2. που χαρακτηρίζεται από ανηθικότητα ή κακοήθεια, φαύλος: ~ος: χαρακτήρας (ΣΥΝ. αχρείος, ελεεινός, τιποτένιος). ~α: επίθεση/συμπεριφορά. ~ο: άρθρο/υποκείμενο. ~ες: μεθοδεύσεις. Δεν υπέκυψε στους ~ους εκβιασμούς τους. Γελοιοποιεί τους συναδέλφους του με τον ~ότερο τρόπο. Βλ. παν~, τρισ~. ● επίρρ.: άθλια & (λόγ.) αθλίως [< αρχ. ἄθλιος] | |
| 1224 | αθλιότητα | [ἀθλιότητα] α-θλι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. άσχημη ή δυσάρεστη κατάσταση που προκαλεί οίκτο ή αποστροφή: ηθική/κοινωνική/οικονομική/πνευματική/τηλεοπτική ~. Ζουν μέσα στην (ανέχεια/δυστυχία και την) ~. Η ~ (: θηριωδία, κτηνωδία) του πολέμου. Πβ. ελεεινότητα, κακομοιριά, μιζέρια. Βλ. -ότητα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} ανήθικη ή κακοήθης ενέργεια ή συμπεριφορά, φαυλότητα: Χαρακτήρισε τα δημοσιεύματα εναντίον του ως ~ες. Αυτά είναι ~ες. ΣΥΝ. αχρειότητα [< αρχ. ἀθλιότης] | |
| 1225 | άθλο | [ἆθλο] ά-θλο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): ηθική και υλική επιβράβευση για νίκη ή διάκριση σε αγώνα ή διαγωνισμό: Το ~ των ολυμπιονικών ήταν ο κότινος. ΣΥΝ. αριστείο, βραβείο, γέρας, έπαθλο ● άθλα (τα): (επίσ.) τα κατορθώματα: τα ~ των προγόνων. Βλ. άθλος.|| (σπανιότ.-ειρων.) Είναι γνωστοί και αυτοί και τα ~ τους! [< αρχ. ἆθλον] | |
| 1226 | αθλο- & αθλ- | : α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στον αθλητισμό ή το έπαθλο: αθλο-θεσία/~θέτηση/~θετώ/~παιδιές. | |
| 1227 | αθλοθέτης | [ἀθλοθέτης] α-θλο-θέ-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αθλοθέτρια}: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αθλοθετεί: χορηγός-~. Απονομή βραβείων/διεξαγωγή διαγωνισμού με ~η τον δήμο/το ίδρυμα ... ~ες της εκδήλωσης/του καλλιτεχνικού αγώνα.|| (ως επίθ.) ~ οργανισμός. Αθλοθέτρια εταιρεία.|| (μτφ.-ΘΕΟΛ.) Ο μάρτυρας έλαβε τον στέφανο της δικαιοσύνης από τον ~η Θεό/Χριστό. Βλ. -θέτης. ΣΥΝ. αγωνοθέτης [< αρχ. ἀθλοθέτης, γαλλ. athlothète, αγγλ. athlothete] | |
| 1228 | αθλοθέτηση | [ἀθλοθέτηση] α-θλο-θέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) & αθλοθεσία (επίσ.): σύσταση και διοργάνωση αγώνα ή διαγωνισμού με απονομή επάθλου: ~ (ποδοσφαιρικού/σχολικού) τουρνουά/βραβείων/εκδήλωσης/κυπέλλου. | |
| 1229 | αθλοθετώ | [ἀθλοθετῶ] α-θλο-θε-τώ ρ. (μτβ.) {αθλοθετ-εί, -ώντας | αθλοθέτ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: αναλαμβάνω την προκήρυξη ή/και τη διεξαγωγή αγώνα ή διαγωνισμού με απονομή επάθλου καθώς και την επίδοσή του στο νικητή: ~ αγώνισμα/κύπελλο/τουρνουά/τρόπαιο. ~ημένος: έπαινος. ~ημένο: βραβείο. Βλ. -θετώ. [< μτγν. ἀθλοθετῶ] | |
| 1230 | αθλοπαιδιά | [ἀθλοπαιδιά] α-θλο-παι-δι-ά ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ. αθλοπαιδιές} (επίσ.): αθλητικό παιχνίδι, συνήθ. ομαδικό, που συνδυάζει σωματική άσκηση και ψυχαγωγία: κανόνες/όργανα ~άς. Αίθουσα/κλειστό γυμναστήριο/διεξαγωγή ~ών. ΣΥΝ. σπορ (1) | |
| 1231 | άθλος | [ἆθλος] ά-θλος ουσ. (αρσ.): επίπονο, δύσκολο ή ηρωικό κατόρθωμα, επίτευγμα: μεγάλος/σπουδαίος ~. Εκδοτικός/επιστημονικός/καλλιτεχνικός/οικονομικός/συγγραφικός ~. Επιτυγχάνω/κατορθώνω/πανηγυρίζω/πραγματοποιώ έναν ~ο. Η αυτογνωσία είναι μέγας ~. (ΜΥΘΟΛ.) Oι δώδεκα ~οι του Hρακλή. Πβ. ανδραγάθημα.|| (ειρων., για αξιόμεμπτη πράξη) Διαλαλούσε τους ~ους του. [< αρχ. ἆθλος] | |
| 1232 | αθλοφόρος | , ος, ο [ἀθλοφόρος] α-θλο-φό-ρος επίθ. (επίσ.) 1. που έχει κατακτήσει έπαθλο, τροπαιούχος: (κυρ. ΘΕΟΛ.) ~ος: Άγιος/μάρτυρας (: που μαρτύρησε για τη χριστιανική πίστη). Βλ. νικη-, τροπαιο-φόρος. 2. (σπάν.) που απονέμει έπαθλο: ~ος: αγώνας. Παρούσα στην απονομή των βραβείων ήταν η ~ Αρχή. Βλ. αθλοθέτης. [< 1: αρχ. ἀθλοφόρος] | |
| 1233 | αθλώ | [ἀθλῶ] α-θλώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αθλ-εί ... | άθλ-ησε, -είται, -ήθηκα, -ούμενος} 1. ασκώ ή γυμνάζω, συνήθ. τακτικά, προπονώ: ~ το σώμα μου. 2. ΘΕΟΛ. (λόγ.-μτφ.) (για Αγίους, μάρτυρες) αγωνίζομαι για τον Χριστό, βρίσκω μαρτυρικό θάνατο: ~ησε επί αυτοκρατορίας .../στον στίβο της πνευματικής ζωής. ● Παθ.: αθλούμαι: ασκούμαι σε κάποιο άθλημα, γυμνάζομαι: Αποφεύγει την καθιστική ζωή και ~είται καθημερινά. ● Μτχ.: αθλούμενος , η, ο: ~η: νεολαία. ~οι: μαθητές.|| (ως ουσ.) Το σώμα του ~ου. [< αρχ. ἀθλῶ] | |
| 1234 | αθόλωτος | , η, ο [ἀθόλωτος] α-θό-λω-τος επίθ. (σπάν.-λογοτ.): που δεν έχει θολώσει, καθαρός, διαυγής: ~ο: κρασί/ποτάμι. ~α: γυαλιά.|| (μτφ.) ~ος: νους. ~ο: μάτι (ΑΝΤ. θολωμένο). Αγνή και ~η ψυχή. [< αρχ. ἀθόλωτος] | |
| 1235 | αθόρυβος | , η, ο [ἀθόρυβος] α-θό-ρυ-βος επίθ. 1. (κυρ. για μηχανήματα, ηλεκτρικές συσκευές) που δεν προκαλούν θόρυβο με τη λειτουργία τους: ~ος: ανεμιστήρας/κινητήρας (ΑΝΤ. θορυβώδης). ~ο: ψυγείο.|| (ως ουσ.-προφ.) Βάζω/έχω το κινητό στο ~ο/(σπανιότ.) σιωπηλό. 2. (μτφ.) που δεν δημιουργεί θόρυβο γύρω από το όνομά του ή που γίνεται χωρίς προβολή: σεμνός και ~ καλλιτέχνης.|| ~η: δράση/ζωή (πβ. ειρηνική)/προσφορά. Με ~η και συστηματική δουλειά έφτασε στην κορυφή. ● επίρρ.: αθόρυβα & (λόγ.) αθορύβως [< αρχ. ἀθόρυβος, γαλλ. silencieux] | |
| 1236 | αθός | βλ. ανθός |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ