Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [22180-22200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21408ιντριγκάρω[ἰντριγκάρω] ι-ντρι-γκά-ρω ρ. (μτβ.) {ιντρίγκαρ-ε κ. ιντριγκάρ-ισε} (προφ.): προκαλώ το ενδιαφέρον, προσελκύω την προσοχή: Με ~ει η ιδέα να ... Αυτό που με ~ε περισσότερο ήταν ... Πβ. αναστατώνω, διεγείρω, εξάπτω, εξιτάρω, ερεθίζω. [< ιταλ. intrigare]
21409ιντρόνιο[ἰντρόνιο] ι-ντρό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {ιντρονί-ου}: ΒΙΟΧ. αλληλουχία DNA που δεν κωδικοποιείται και παρεμβάλλεται ανάμεσα στα εξόνια γονιδίου. [< αγγλ. intron, 1978]
21410ίντσα[ἴντσα] ί-ντσα ουσ. (θηλ.) {ιντσ-ών}: ΜΕΤΡΟΛ. (στο βρετανικό κυρ. σύστημα) μονάδα μήκους ίση με 2,54 εκατοστόμετρα: οθόνη/τηλεόραση 32 ~ών (: με διαγώνιο 32 ~ών). Βλ. γιάρδα, πόδι. [< αγγλ. inch]
21411ινφλουέντσα[ἰνφλουέντσα] ιν-φλου-έ-ντσα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. (παλαιότ.) γρίπη. [< ιταλ. influenza]
21412ινφοτέινμεντ[ἰνφοτέινμεντ] ιν-φο-τέ-ιν-μεντ ουσ. (ουδ.): ΜΜΕ ενημερωτικό και ψυχαγωγικό πρόγραμμα. [< αγγλ. infotainment, 1980]
21413ινώδης, ης, ες [ἰνώδης] ι-νώ-δης επίθ. {ινώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.): που αποτελείται από ίνες: ~η: υλικά.|| (ΒΟΤ.) ~η: φυτά. ~εις: ρίζες.|| (ΒΙΟΧ.) ~ης: πρωτεΐνη (βλ. κερατίνη, κολλαγόνο). ~εις: ουσίες.|| (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) ~ης: δακτύλιος/χιτώνας (του οφθαλμού). ~ης: δυσπλασία (: οστική αλλοίωση λόγω προοδευτικής αντικατάστασης του φυσιολογικού μυελού των οστών από ~η συνδετικό ιστό).|| (ΟΡΥΚΤ.) ~εις: κρύσταλλοι. Βλ. -ώδης. ● Ουσ.: ινώδες (το): ΒΙΟΧ. ινική. ● ΣΥΜΠΛ.: κυστική ίνωση βλ. ίνωση [< αρχ. ἰνώδης]
21414ινωδογόνο[ἰνωδογόνο] ι-νω-δο-γό-νο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. γλυκοπρωτεΐνη η οποία μετατρέπεται σε ινική με την επίδραση της θρομβίνης, συμβάλλοντας στην πήξη του αίματος: αυξημένα επίπεδα του ~ου στο πλάσμα. [< γαλλ. fibrinogène, γερμ. Fibrogen]
21415ινωδόλυση[ἰνωδόλυση] ι-νω-δό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. διάλυση των θρόμβων που δημιουργεί η ινική, η οποία συντελείται με την ενζυμική δράση της πλασμίνης: μηχανισμοί πήξης και ~ης. Βλ. θρομβόλυση. [< αγγλ. fibrinolysis, 1907, γαλλ. fibrinolyse, 1937]
21416ίνωμα[ἴνωμα] ί-νω-μα ουσ. (ουδ.) {ινώμ-ατος | -ατα}: ΙΑΤΡ. καλοήθης όγκος από ινώδη συνδετικό ιστό: ~ των γνάθων/της καρδιάς/της μήτρας. Βλ. λειομύωμα, λίπωμα, νεόπλασμα, νευρ~, -ωμα2. [< γαλλ. fibrome
21417ίνωση[ἴνωση] ί-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφύσικη αύξηση της ποσότητας του ινώδους συνδετικού ιστού: προοδευτική ηπατική/πνευμονική ~. ~ του μυοκαρδίου. ● ΣΥΜΠΛ.: κυστική ίνωση & κυστική (ινώδης) νόσος & ινοκυστική νόσος (του παγκρέατος): χρόνια κληρονομική νόσος των εξωκρινών αδένων, που εμφανίζεται συνήθ. σε έμβρυα και παιδιά, προσβάλλει κυρ. τους πνεύμονες και το πάγκρεας και επιφέρει μειωμένο προσδόκιμο ζωής. [< αγγλ. cystic fibrosis, 1938, fibrocystic disease] [< γαλλ. fibrose]
21418ιξός[ἰξός] ι-ξός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) οξός 1. ΒΟΤ. γκι. 2. κολλώδης ουσία η οποία εκκρίνεται από το περικάρπιο του ομώνυμου φυτού: χρήση ~ών για παγίδευση πτηνών (βλ. ξόβεργα). [< αρχ. ἰξός]
21419ιξώδης, ης, ες [ἰξώδης] ι-ξώ-δης επίθ. {ιξώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.) 1. κολλώδης: ~ης: ουσία. 2. ΦΥΣ. που σχετίζεται με το ιξώδες: ~ης: απόσβεση/ροή. ~η: υγρά/υλικά. Βλ. -ώδης. ● Ουσ.: ιξώδες (το): ΦΥΣ. εσωτερική τριβή που αναπτύσσεται μεταξύ των μορίων ρευστού, καθιστώντας το παχύρρευστο: το ~ του αίματος/του λαδιού/του λιπαντικού. ΣΥΝ. γλοιότητα ΑΝΤ. ρευστότητα (2) [< γαλλ. viscosité] , ιξώδης (ο): ΖΩΟΛ. γενική ονομασία τσιμπουριών που παρασιτούν στον σκύλο και σε άλλα θηλαστικά. [< 1: αρχ. ἰξώδης 2: γαλλ. visqueux]
21431ίο(ν)[ἴον] ί-ο(ν) ουσ. (ουδ.) (αρχαιοπρ.): ΒΟΤ. μενεξές. Πβ. βιολέτα, γιούλια. [< αρχ. ἴον]
21423ιοβόλος, ος, ο [ἰοβόλος] ι-ο-βό-λος επίθ. ΣΥΝ. δηλητηριώδης 1. ΒΙΟΛ. που εκκρίνει δηλητήριο: ~ο: φίδι. 2. (μτφ.-λόγ.) πικρόχολος, μοχθηρός: ~ο: σχόλιο. Εξαπέλυσε ~α βέλη κατά του ... Πβ. δηκτ-, καυστ-ικός, φαρμακερός. [< αρχ. ἰοβόλος]
21424ιογενής, ής, ές [ἰογενής] ι-ο-γε-νής επίθ.: ΙΑΤΡ. που οφείλεται σε ιό: ~ής: εγκεφαλίτιδα/ηπατίτιδα/λοίμωξη (πβ. ίωση)/μηνιγγίτιδα/μυοκαρδίτιδα/πνευμονία. ~ές: νόσημα. ~είς: μολύνσεις. Πβ. ιικός. Βλ. -γενής. [< αγγλ. viral, 1937, γαλλ. ~, 1950]
21425ιογόνος, ος, ο [ἰογόνος] ι-ο-γό-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. μολυσματικός, μεταδοτικός: ~ος: δράση. ~α: βακτηρίδια. Πβ. λοιμώδης. Βλ. -γόνος. [< γαλλ. virulent]
21426ιοειδές[ἰοειδές] ι-ο-ει-δές ουσ. (ουδ.) {ιοειδ-ούς | -ή, -ών}: ΒΙΟΛ. παθογόνος παράγοντας παρόμοιος με ιό, αλλά μικρότερος από αυτόν, που προσβάλλει τα φυτά: ανίχνευση ~ών στα εσπεριδοειδή. [< πβ. μτγν. ἰοειδής ΄δηλητηριώδης’, αγγλ. viroid, 1971]
21427ιοκτόνος, ος, ο [ἰοκτόνος] ι-ο-κτό-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. που καταπολεμά τους ιούς: ~ος: δράση.|| (ως ουσ.) Απολύμανση με ~α (ενν. φάρμακα). Πβ. αντιικός. Βλ. -κτόνος. [< αγγλ. virucidal, 1925, γαλλ. virocide, 1972]
21428ιολογία[ἰολογία] ι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κλάδος της μικροβιολογίας που ασχολείται με τη μελέτη των ιών και των ασθενειών που αυτοί προκαλούν: γενική/κλινική/μοριακή ~. ~ φυτών. Βλ. -λογία. [< αγγλ. virology, περ. 1935, γαλλ. virologie, 1945]
21429ιολογικός, ή, ό [ἰολογικός] ι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τους ιούς ή την ιολογία: ~ός: έλεγχος. ~ό: εργαστήριο. ~ές: ασθένειες/εξετάσεις. [< αγγλ. virological, 1953, γαλλ. virologique]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.