Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [22180-22200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21400ιντερφερόνη[ἰντερφερόνη] ι-ντερ-φε-ρό-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη που εκκρίνεται από τα κύτταρα μετά από ιογενή λοίμωξη, προκειμένου να αποτραπεί η αναπαραγωγή ιών: ~ άλφα/βήτα. Βλ. αντισώματα, -όνη. [< αγγλ. interferon, 1957, γαλλ. interféron, 1957]
21402ιντιβιντουαλισμός[ἰντιβιντουαλισμός] ι-ντι-βι-ντου-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. ατομικισμός. [< γαλλ. individualisme]
21403ίντιγκο[ἴντιγκο] ί-ντι-γκο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. μπλε φυτική ή συνθετική χρωστική ουσία. 2. (συνεκδ.) το μπλε βιολετί χρώμα. Πβ. λουλακί. [< αγγλ.-γαλλ. indigo < λατ. indicum < ἰνδικόν]
21404ιντιφάντα[ἰντιφάντα] ι-ντι-φά-ντα ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. εξέγερση των Παλαιστινίων ενάντια στην ισραηλινή κατοχή: πρώτη/δεύτερη ~. [< γαλλ. intifada, 1985, αγγλ. ~, 1987]
21405ίντρανετ[ἴντρανετ] ί-ντρα-νετ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. ενδοδίκτυο: τοπικό ~. ~ πανεπιστημίων/τραπεζών. Βλ. ίντερνετ.
21406ίντριγκα[ἴντριγκα] ί-ντρι-γκα ουσ. (θηλ.): δολοπλοκία, συνωμοσία: κομματικές/οικογενειακές/πολιτικές ~ες. Πβ. μηχανορραφία, πλεκτάνη, ραδιουργία, σκευωρία. [< γερμ. Intrige, γαλλ. intrigue]
21407ιντριγκαδόρος[ἰντριγκαδόρος] ι-ντρι-γκα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ιντριγκαδόρισσα} (προφ.): μηχανορράφος, δολοπλόκος: πολιτικοί ~οι. Βλ. -δόρος.
21408ιντριγκάρω[ἰντριγκάρω] ι-ντρι-γκά-ρω ρ. (μτβ.) {ιντρίγκαρ-ε κ. ιντριγκάρ-ισε} (προφ.): προκαλώ το ενδιαφέρον, προσελκύω την προσοχή: Με ~ει η ιδέα να ... Αυτό που με ~ε περισσότερο ήταν ... Πβ. αναστατώνω, διεγείρω, εξάπτω, εξιτάρω, ερεθίζω. [< ιταλ. intrigare]
21409ιντρόνιο[ἰντρόνιο] ι-ντρό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {ιντρονί-ου}: ΒΙΟΧ. αλληλουχία DNA που δεν κωδικοποιείται και παρεμβάλλεται ανάμεσα στα εξόνια γονιδίου. [< αγγλ. intron, 1978]
21410ίντσα[ἴντσα] ί-ντσα ουσ. (θηλ.) {ιντσ-ών}: ΜΕΤΡΟΛ. (στο βρετανικό κυρ. σύστημα) μονάδα μήκους ίση με 2,54 εκατοστόμετρα: οθόνη/τηλεόραση 32 ~ών (: με διαγώνιο 32 ~ών). Βλ. γιάρδα, πόδι. [< αγγλ. inch]
21411ινφλουέντσα[ἰνφλουέντσα] ιν-φλου-έ-ντσα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. (παλαιότ.) γρίπη. [< ιταλ. influenza]
21412ινφοτέινμεντ[ἰνφοτέινμεντ] ιν-φο-τέ-ιν-μεντ ουσ. (ουδ.): ΜΜΕ ενημερωτικό και ψυχαγωγικό πρόγραμμα. [< αγγλ. infotainment, 1980]
21413ινώδης, ης, ες [ἰνώδης] ι-νώ-δης επίθ. {ινώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.): που αποτελείται από ίνες: ~η: υλικά.|| (ΒΟΤ.) ~η: φυτά. ~εις: ρίζες.|| (ΒΙΟΧ.) ~ης: πρωτεΐνη (βλ. κερατίνη, κολλαγόνο). ~εις: ουσίες.|| (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) ~ης: δακτύλιος/χιτώνας (του οφθαλμού). ~ης: δυσπλασία (: οστική αλλοίωση λόγω προοδευτικής αντικατάστασης του φυσιολογικού μυελού των οστών από ~η συνδετικό ιστό).|| (ΟΡΥΚΤ.) ~εις: κρύσταλλοι. Βλ. -ώδης. ● Ουσ.: ινώδες (το): ΒΙΟΧ. ινική. ● ΣΥΜΠΛ.: κυστική ίνωση βλ. ίνωση [< αρχ. ἰνώδης]
21414ινωδογόνο[ἰνωδογόνο] ι-νω-δο-γό-νο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. γλυκοπρωτεΐνη η οποία μετατρέπεται σε ινική με την επίδραση της θρομβίνης, συμβάλλοντας στην πήξη του αίματος: αυξημένα επίπεδα του ~ου στο πλάσμα. [< γαλλ. fibrinogène, γερμ. Fibrogen]
21415ινωδόλυση[ἰνωδόλυση] ι-νω-δό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. διάλυση των θρόμβων που δημιουργεί η ινική, η οποία συντελείται με την ενζυμική δράση της πλασμίνης: μηχανισμοί πήξης και ~ης. Βλ. θρομβόλυση. [< αγγλ. fibrinolysis, 1907, γαλλ. fibrinolyse, 1937]
21416ίνωμα[ἴνωμα] ί-νω-μα ουσ. (ουδ.) {ινώμ-ατος | -ατα}: ΙΑΤΡ. καλοήθης όγκος από ινώδη συνδετικό ιστό: ~ των γνάθων/της καρδιάς/της μήτρας. Βλ. λειομύωμα, λίπωμα, νεόπλασμα, νευρ~, -ωμα2. [< γαλλ. fibrome
21417ίνωση[ἴνωση] ί-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφύσικη αύξηση της ποσότητας του ινώδους συνδετικού ιστού: προοδευτική ηπατική/πνευμονική ~. ~ του μυοκαρδίου. ● ΣΥΜΠΛ.: κυστική ίνωση & κυστική (ινώδης) νόσος & ινοκυστική νόσος (του παγκρέατος): χρόνια κληρονομική νόσος των εξωκρινών αδένων, που εμφανίζεται συνήθ. σε έμβρυα και παιδιά, προσβάλλει κυρ. τους πνεύμονες και το πάγκρεας και επιφέρει μειωμένο προσδόκιμο ζωής. [< αγγλ. cystic fibrosis, 1938, fibrocystic disease] [< γαλλ. fibrose]
21418ιξός[ἰξός] ι-ξός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) οξός 1. ΒΟΤ. γκι. 2. κολλώδης ουσία η οποία εκκρίνεται από το περικάρπιο του ομώνυμου φυτού: χρήση ~ών για παγίδευση πτηνών (βλ. ξόβεργα). [< αρχ. ἰξός]
21419ιξώδης, ης, ες [ἰξώδης] ι-ξώ-δης επίθ. {ιξώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.) 1. κολλώδης: ~ης: ουσία. 2. ΦΥΣ. που σχετίζεται με το ιξώδες: ~ης: απόσβεση/ροή. ~η: υγρά/υλικά. Βλ. -ώδης. ● Ουσ.: ιξώδες (το): ΦΥΣ. εσωτερική τριβή που αναπτύσσεται μεταξύ των μορίων ρευστού, καθιστώντας το παχύρρευστο: το ~ του αίματος/του λαδιού/του λιπαντικού. ΣΥΝ. γλοιότητα ΑΝΤ. ρευστότητα (2) [< γαλλ. viscosité] , ιξώδης (ο): ΖΩΟΛ. γενική ονομασία τσιμπουριών που παρασιτούν στον σκύλο και σε άλλα θηλαστικά. [< 1: αρχ. ἰξώδης 2: γαλλ. visqueux]
21431ίο(ν)[ἴον] ί-ο(ν) ουσ. (ουδ.) (αρχαιοπρ.): ΒΟΤ. μενεξές. Πβ. βιολέτα, γιούλια. [< αρχ. ἴον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.