Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [22200-22220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21430ιολόγος[ἰολόγος] ι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός που έχει ειδικευτεί στην ιολογία. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. virologist, 1946, γαλλ. virologiste, 1970, virologue]
21432ιόν[ἰόν] ι-όν ουσ. (ουδ.) {ιόντ-ος | -α, -ων, συνήθ. στον πληθ.}: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. άτομο ή ομάδα ατόμων που αποκτά αρνητικό ή θετικό φορτίο από την πρόσληψη ή απώλεια ηλεκτρονίων αντίστοιχα: μεταλλικά/μοριακά/νιτρικά/φωσφορικά/χλωριούχα ~α. ~α αργύρου/ασβεστίου/λιθίου/οξυγόνου/σιδήρου/υδρογόνου. Ανταλλαγή/δέσμη/εκπομπή/ζεύγος (: αντίθετα φορτισμένων)/μεταφορά ~ων. Μπαταρία ~ων λιθίου. Βλ. αν~, κατ~. ● ΣΥΜΠΛ.: μηχανή ιόντων: ΤΕΧΝΟΛ. η οποία μέσω ηλεκτρικών εκκενώσεων παράγει μείγμα θετικά φορτισμένων σωματιδίων και δίνει ώθηση σε πύραυλο., πηγή ιόντων: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. ηλεκτρομαγνητική συσκευή ιονισμού μορίων αέρα και εκπομπής τους με τη μορφή δέσμης ακτινοβολίας., συγκέντρωση ιόντων: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. (σε αέριο ή υγρό διάλυμα) ο αριθμός ιόντων ανά μονάδα όγκου. [< αγγλ.-γαλλ. ion < αρχ. ἰόν, μτχ. ενεστ. του ρ. εἶμι ‘πηγαίνω, έρχομαι’]
21433ιονίζω[ἰονίζω] ι-ο-νί-ζω ρ. (αμτβ.) {ιονί-σει, -στηκε, -στεί, ιονίζ-οντας, (λόγ.) μτχ. ενεστ. -ων, -ουσα, -ον, ιονι-σμένος} & (σπανιότ.-ορθότ.) ιοντίζω: ΧΗΜ.-ΦΥΣ. προκαλώ ιονισμό: Ειδική συσκευή που καθαρίζει και ~ει τον αέρα (πβ. ιονιστής). Οι κεραυνοί ~ουν την ατμόσφαιρα. Τα οξέα είναι μοριακές ενώσεις που μπορούν να ~στούν. ~σμένο: αέριο/νερό. ~σμένα: σωματίδια. ● ΣΥΜΠΛ.: ιονίζουσα ακτινοβολία & ιοντίζουσα ακτινοβολία: που παράγει ιονισμό, καθώς απορροφάται από την ύλη. Πβ. ραδιενεργός ακτινοβολία. Βλ. ακτίνες γάμμα, ακτίνες X, ακτινοβολία άλφα, ακτινοβολία βήτα. [< γαλλ. ioniser, αγγλ. ionize]
21434Ιόνιος, α/ος, ο [Ἰόνιος] Ι-ό-νι-ος επίθ./ουσ. (λόγ.) 1. που σχετίζεται με τα νησιά του Ιονίου Πελάγους: ~ο: Πανεπιστήμιο (: που εδρεύει στην Κέρκυρα). ~α: νησιά (= τα Επτάνησα). ΣΥΝ. επτανησιακός 2. Επτανήσιος. [< αρχ. Ἰόνιος]
21435ιονισμός[ἰονισμός] ι-ο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.-ορθότ.) ιοντισμός: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. παραγωγή ιόντων με αφαίρεση ή προσθήκη ενός ηλεκτρονίου σε άτομο ή μόριο χημικής ένωσης, ως αποτέλεσμα ηλεκτρικής φόρτισης, χημικής αντίδρασης ή αύξησης της θερμοκρασίας: ~ της ατμόσφαιρας/του νερού. Συσκευή ~ού (= ιονιστής). Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. απιονισμός ● ΣΥΜΠΛ.: ενέργεια ιονισμού: αυτή που απαιτείται για την απομάκρυνση ενός ηλεκτρονίου από ηλεκτρικά ουδέτερο άτομο., θάλαμος ιονισμού: συσκευή ανίχνευσης και μέτρησης της έντασης ραδιενεργού ακτινοβολίας., σταθερά ιονισμού: ο λόγος των συγκεντρώσεων των διαχωρισμένων ιόντων προς τις συγκεντρώσεις των μη διαχωρισμένων σε ένα διάλυμα, όταν αυτό βρίσκεται σε κατάσταση ισορροπίας. [< γαλλ. ionisation, αγγλ. ionization]
21436ιονιστής[ἰονιστής] ι-ο-νι-στής ουσ. (αρσ.) & ιοντιστής: ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή ιονισμού: φωτοκαταλυτικός ~. ~ αέρα (: που διατηρεί καθαρή την ατμόσφαιρα εσωτερικών χώρων)/αυτοκινήτου/καυσίμου/νερού. Καθαριστής-~. Πβ. εξυγιαντής. Βλ. αφυγραντήρας. [< αγγλ. ionizer, 1901, γαλλ. ioniseur]
21437ιονόσφαιρα[ἰονόσφαιρα] ι-ο-νό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΦ. ανώτερο στρώμα της ατμόσφαιρας (κυμαίνεται περ. από 70 έως 1.000 χιλιόμετρα), στο οποίο η ηλιακή ακτινοβολία προκαλεί ιονισμό των μορίων του αέρα και επηρεάζει τη διάδοση ραδιοκυμάτων. Βλ. εξώ-, μεσό-, στρατό-, τροπό-σφαιρα. [< αγγλ. ionosphere, 1926, γαλλ. ionosphère, 1935]
21438ιονοσφαιρικός, ή, ό [ἰονοσφαιρικός] ι-ο-νο-σφαι-ρι-κός επίθ.: ΓΕΩΦ. που σχετίζεται με την ιονόσφαιρα: ~ός: σταθμός. ~ή: διάδοση (ραδιοκυμάτων). ~ό: στρώμα. [< αγγλ. ionospheric, 1933, γαλλ. ionosphérique, 1948]
21439ιοντίζωβλ. ιονίζω
21440ιοντικός, ή, ό [ἰοντικός] ι-ο-ντι-κός επίθ.: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. που σχετίζεται με τα ιόντα: ~ός: αγωγός/κρύσταλλος. ~ή: αγωγιμότητα/ακτίνα/ισορροπία/ισχύς/προώθηση (πυραύλου). ~ό: ρεύµα. ~ά: κανάλια. ● ΣΥΜΠΛ.: ετεροπολικός/ιοντικός δεσμός βλ. ετεροπολικός [< γαλλ. ionique, αγγλ. ionic]
21441ιοντισμόςβλ. ιονισμός
21442ιοντιστήςβλ. ιονιστής
21443ιοντοεναλλαγή[ἰοντοεναλλαγή] ι-ο-ντο-ε-ναλ-λα-γή ουσ. (θηλ.) & ιοντοανταλλαγή: ΧΗΜ. ανταλλαγή ιόντων του ίδιου φορτίου ανάμεσα σε αδιάλυτο στερεό και σε ηλεκτρολυτικό διάλυμα: ηλεκτροχημική ~. [< αγγλ. ion exchange, 1923]
21444ιοντοφόρεση & ιοντοφόρηση[ἰοντοφόρεση] ι-ο-ντο-φό-ρε-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εισαγωγή ιόντων διαμέσου της επιδερμίδας με τη βοήθεια συνεχούς ρεύματος ως μέθοδος αντιγήρανσης ή θεραπείας δερματικών κυρ. παθήσεων: αισθητική ~. [< αγγλ. iontophoresis, 1909, γαλλ. iontophorèse]
21445ιορδανικός, ή, ό [ἰορδανικός] ι-ορ-δα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Ιορδανία ή/και τους Ιορδανούς.
21446ιός[ἰός] ι-ός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. υπερβολικά μικροσκοπικός κυρ. παθογόνος παράγοντας, που αναπαράγεται μόνο μέσα σε κύτταρα ζωντανών ξενιστών: ανθεκτικός/θανατηφόρος ~. Ο ~ της ανθρώπινης ανοσολογικής ανεπάρκειας (βλ. έιτζ)/του απλού έρπητα/της γρίπης/του Δυτικού Νείλου/του έμπολα/της ευλογιάς/ζίκα/της ηπατίτιδας/της ιλαράς/της λύσσας/της λοιμώδους μονοπυρήνωσης/της πολιομυελίτιδας. Ανίχνευση/μετάδοση/μετάλλαξη/στέλεχος ιού. Πρόκληση λοίμωξης λόγω ιού. Ο ~ απομονώθηκε/εντοπίστηκε το έτος … Κυκλοφορεί ~ ικανός να προκαλέσει πανδημία. Οι ιοί είναι ορατοί μόνο με ηλεκτρονικό μικροσκόπιο. Προσβλήθηκε από/κόλλησε τον ιό του/της ... Πβ. μικρόβιο. Βλ. ακυτταρικός, εντεροϊός, κορονοϊός, ρινοϊός.|| (συνεκδ., η μεταδοτική νόσος) Ο φονικός ~ επιτέθηκε στην/έπληξε/χτύπησε την περιοχή. 2. ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα ή κώδικας που παρεμβάλλεται στη λειτουργία υπολογιστή, προκαλώντας ποικίλα προβλήματα, και εξαπλώνεται σε άλλους υπολογιστές, ιδ. μέσω του διαδικτύου. Πβ. σκουλήκι. Βλ. αντιβάιρους, αντι~, κακόβουλο λογισμικό, χάκερ. 3. (μτφ.) επιζήμιος ή ενοχλητικός παράγοντας που συνήθ. εξαπλώνεται: ο ~ της διαφθοράς/της υπερβολής. Πβ. δηλητήριο. ● ΣΥΜΠΛ.: αναπνευστικός συγκυτιακός ιός βλ. συγκυτιακός [< πβ. αρχ. ἰός 'δηλητήριο', γαλλ.-αγγλ. virus. Πβ. West Nile virus, 1940 2: αγγλ. virus, 1972, γαλλ. ~, 1988]
21451ιουδαϊκός, ή, ό [ἰουδαϊκός] ι-ου-δα-ϊ-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τους Ιουδαίους ή/και τον Ιουδαϊσμό. Πβ. εβραϊκός, ισραηλιτικός. ● ΣΥΜΠΛ.: ιουδαϊκός νόμος: Μωσαϊκός Νόμος. Βλ. Τορά. [< μτγν. ἰουδαϊκός, γαλλ. judaïque, αγγλ. judaistic]
21452Ιουδαίος, Ιουδαία[Ἰουδαῖος] Ι-ου-δαί-ος επίθ./ουσ.: ΘΡΗΣΚ. πρόσωπο που φέρει την ιστορική, θρησκευτική και πολιτιστική ταυτότητα του λαού του Ισραήλ, των Εβραίων. ● ΣΥΜΠΛ.: περιπλανώμενος Ιουδαίος (μτφ.): αυτός που μετακινείται διαρκώς, χωρίς να μπορεί να εγκατασταθεί μόνιμα σε ένα μέρος. ● ΦΡ.: για τον φόβο των Ιουδαίων & (λόγ.) διά τον φόβον των Ιουδαίων (ΚΔ): για την αποτροπή ενδεχόμενου κινδύνου: ~ ~ αυξημένη ήταν η αστυνόμευση εντός και εκτός γηπέδου. [< μτγν. Ἰουδαῖος]
21453ιουδαϊσμός[ἰoυδαϊσμός] ι-ου-δα-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ι) 1. ΘΡΗΣΚ. μονοθεϊστική θρησκεία των Ιουδαίων, οι αρχές της οποίας περιέχονται στα Ιερά τους Βιβλία (Ταλμούδ, Τορά) και κατ' επέκτ. ο τρόπος ζωής και οι κοινωνικές και πολιτιστικές πεποιθήσεις που αυτή συνεπάγεται. 2. (περιληπτ.) το ιουδαϊκό έθνος, ο λαός του Ισραήλ. [< μτγν. ἰoυδαϊσμός, γαλλ. judaïsme, αγγλ. judaism]
21454Ιούδας[Ἰούδας] Ι-ού-δας ουσ. (αρσ.) 1. (μετωνυμ.) προδότης. Πβ. εξωμότης. 2. ΘΡΗΣΚ. ένας από τους δώδεκα μαθητές του Ιησού: ~ ο Ισκαριώτης. ● ΦΡ.: το φιλί του Ιούδα βλ. φιλί [< μτγν. Ἰούδας, γαλλ.-αγγλ. Judas]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.