Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [22200-22220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21423ιοβόλος, ος, ο [ἰοβόλος] ι-ο-βό-λος επίθ. ΣΥΝ. δηλητηριώδης 1. ΒΙΟΛ. που εκκρίνει δηλητήριο: ~ο: φίδι. 2. (μτφ.-λόγ.) πικρόχολος, μοχθηρός: ~ο: σχόλιο. Εξαπέλυσε ~α βέλη κατά του ... Πβ. δηκτ-, καυστ-ικός, φαρμακερός. [< αρχ. ἰοβόλος]
21424ιογενής, ής, ές [ἰογενής] ι-ο-γε-νής επίθ.: ΙΑΤΡ. που οφείλεται σε ιό: ~ής: εγκεφαλίτιδα/ηπατίτιδα/λοίμωξη (πβ. ίωση)/μηνιγγίτιδα/μυοκαρδίτιδα/πνευμονία. ~ές: νόσημα. ~είς: μολύνσεις. Πβ. ιικός. Βλ. -γενής. [< αγγλ. viral, 1937, γαλλ. ~, 1950]
21425ιογόνος, ος, ο [ἰογόνος] ι-ο-γό-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. μολυσματικός, μεταδοτικός: ~ος: δράση. ~α: βακτηρίδια. Πβ. λοιμώδης. Βλ. -γόνος. [< γαλλ. virulent]
21426ιοειδές[ἰοειδές] ι-ο-ει-δές ουσ. (ουδ.) {ιοειδ-ούς | -ή, -ών}: ΒΙΟΛ. παθογόνος παράγοντας παρόμοιος με ιό, αλλά μικρότερος από αυτόν, που προσβάλλει τα φυτά: ανίχνευση ~ών στα εσπεριδοειδή. [< πβ. μτγν. ἰοειδής ΄δηλητηριώδης’, αγγλ. viroid, 1971]
21427ιοκτόνος, ος, ο [ἰοκτόνος] ι-ο-κτό-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. που καταπολεμά τους ιούς: ~ος: δράση.|| (ως ουσ.) Απολύμανση με ~α (ενν. φάρμακα). Πβ. αντιικός. Βλ. -κτόνος. [< αγγλ. virucidal, 1925, γαλλ. virocide, 1972]
21428ιολογία[ἰολογία] ι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κλάδος της μικροβιολογίας που ασχολείται με τη μελέτη των ιών και των ασθενειών που αυτοί προκαλούν: γενική/κλινική/μοριακή ~. ~ φυτών. Βλ. -λογία. [< αγγλ. virology, περ. 1935, γαλλ. virologie, 1945]
21429ιολογικός, ή, ό [ἰολογικός] ι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τους ιούς ή την ιολογία: ~ός: έλεγχος. ~ό: εργαστήριο. ~ές: ασθένειες/εξετάσεις. [< αγγλ. virological, 1953, γαλλ. virologique]
21430ιολόγος[ἰολόγος] ι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός που έχει ειδικευτεί στην ιολογία. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. virologist, 1946, γαλλ. virologiste, 1970, virologue]
21432ιόν[ἰόν] ι-όν ουσ. (ουδ.) {ιόντ-ος | -α, -ων, συνήθ. στον πληθ.}: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. άτομο ή ομάδα ατόμων που αποκτά αρνητικό ή θετικό φορτίο από την πρόσληψη ή απώλεια ηλεκτρονίων αντίστοιχα: μεταλλικά/μοριακά/νιτρικά/φωσφορικά/χλωριούχα ~α. ~α αργύρου/ασβεστίου/λιθίου/οξυγόνου/σιδήρου/υδρογόνου. Ανταλλαγή/δέσμη/εκπομπή/ζεύγος (: αντίθετα φορτισμένων)/μεταφορά ~ων. Μπαταρία ~ων λιθίου. Βλ. αν~, κατ~. ● ΣΥΜΠΛ.: μηχανή ιόντων: ΤΕΧΝΟΛ. η οποία μέσω ηλεκτρικών εκκενώσεων παράγει μείγμα θετικά φορτισμένων σωματιδίων και δίνει ώθηση σε πύραυλο., πηγή ιόντων: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. ηλεκτρομαγνητική συσκευή ιονισμού μορίων αέρα και εκπομπής τους με τη μορφή δέσμης ακτινοβολίας., συγκέντρωση ιόντων: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. (σε αέριο ή υγρό διάλυμα) ο αριθμός ιόντων ανά μονάδα όγκου. [< αγγλ.-γαλλ. ion < αρχ. ἰόν, μτχ. ενεστ. του ρ. εἶμι ‘πηγαίνω, έρχομαι’]
21433ιονίζω[ἰονίζω] ι-ο-νί-ζω ρ. (αμτβ.) {ιονί-σει, -στηκε, -στεί, ιονίζ-οντας, (λόγ.) μτχ. ενεστ. -ων, -ουσα, -ον, ιονι-σμένος} & (σπανιότ.-ορθότ.) ιοντίζω: ΧΗΜ.-ΦΥΣ. προκαλώ ιονισμό: Ειδική συσκευή που καθαρίζει και ~ει τον αέρα (πβ. ιονιστής). Οι κεραυνοί ~ουν την ατμόσφαιρα. Τα οξέα είναι μοριακές ενώσεις που μπορούν να ~στούν. ~σμένο: αέριο/νερό. ~σμένα: σωματίδια. ● ΣΥΜΠΛ.: ιονίζουσα ακτινοβολία & ιοντίζουσα ακτινοβολία: που παράγει ιονισμό, καθώς απορροφάται από την ύλη. Πβ. ραδιενεργός ακτινοβολία. Βλ. ακτίνες γάμμα, ακτίνες X, ακτινοβολία άλφα, ακτινοβολία βήτα. [< γαλλ. ioniser, αγγλ. ionize]
21434Ιόνιος, α/ος, ο [Ἰόνιος] Ι-ό-νι-ος επίθ./ουσ. (λόγ.) 1. που σχετίζεται με τα νησιά του Ιονίου Πελάγους: ~ο: Πανεπιστήμιο (: που εδρεύει στην Κέρκυρα). ~α: νησιά (= τα Επτάνησα). ΣΥΝ. επτανησιακός 2. Επτανήσιος. [< αρχ. Ἰόνιος]
21435ιονισμός[ἰονισμός] ι-ο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.-ορθότ.) ιοντισμός: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. παραγωγή ιόντων με αφαίρεση ή προσθήκη ενός ηλεκτρονίου σε άτομο ή μόριο χημικής ένωσης, ως αποτέλεσμα ηλεκτρικής φόρτισης, χημικής αντίδρασης ή αύξησης της θερμοκρασίας: ~ της ατμόσφαιρας/του νερού. Συσκευή ~ού (= ιονιστής). Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. απιονισμός ● ΣΥΜΠΛ.: ενέργεια ιονισμού: αυτή που απαιτείται για την απομάκρυνση ενός ηλεκτρονίου από ηλεκτρικά ουδέτερο άτομο., θάλαμος ιονισμού: συσκευή ανίχνευσης και μέτρησης της έντασης ραδιενεργού ακτινοβολίας., σταθερά ιονισμού: ο λόγος των συγκεντρώσεων των διαχωρισμένων ιόντων προς τις συγκεντρώσεις των μη διαχωρισμένων σε ένα διάλυμα, όταν αυτό βρίσκεται σε κατάσταση ισορροπίας. [< γαλλ. ionisation, αγγλ. ionization]
21436ιονιστής[ἰονιστής] ι-ο-νι-στής ουσ. (αρσ.) & ιοντιστής: ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή ιονισμού: φωτοκαταλυτικός ~. ~ αέρα (: που διατηρεί καθαρή την ατμόσφαιρα εσωτερικών χώρων)/αυτοκινήτου/καυσίμου/νερού. Καθαριστής-~. Πβ. εξυγιαντής. Βλ. αφυγραντήρας. [< αγγλ. ionizer, 1901, γαλλ. ioniseur]
21437ιονόσφαιρα[ἰονόσφαιρα] ι-ο-νό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΦ. ανώτερο στρώμα της ατμόσφαιρας (κυμαίνεται περ. από 70 έως 1.000 χιλιόμετρα), στο οποίο η ηλιακή ακτινοβολία προκαλεί ιονισμό των μορίων του αέρα και επηρεάζει τη διάδοση ραδιοκυμάτων. Βλ. εξώ-, μεσό-, στρατό-, τροπό-σφαιρα. [< αγγλ. ionosphere, 1926, γαλλ. ionosphère, 1935]
21438ιονοσφαιρικός, ή, ό [ἰονοσφαιρικός] ι-ο-νο-σφαι-ρι-κός επίθ.: ΓΕΩΦ. που σχετίζεται με την ιονόσφαιρα: ~ός: σταθμός. ~ή: διάδοση (ραδιοκυμάτων). ~ό: στρώμα. [< αγγλ. ionospheric, 1933, γαλλ. ionosphérique, 1948]
21439ιοντίζωβλ. ιονίζω
21440ιοντικός, ή, ό [ἰοντικός] ι-ο-ντι-κός επίθ.: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. που σχετίζεται με τα ιόντα: ~ός: αγωγός/κρύσταλλος. ~ή: αγωγιμότητα/ακτίνα/ισορροπία/ισχύς/προώθηση (πυραύλου). ~ό: ρεύµα. ~ά: κανάλια. ● ΣΥΜΠΛ.: ετεροπολικός/ιοντικός δεσμός βλ. ετεροπολικός [< γαλλ. ionique, αγγλ. ionic]
21441ιοντισμόςβλ. ιονισμός
21442ιοντιστήςβλ. ιονιστής
21443ιοντοεναλλαγή[ἰοντοεναλλαγή] ι-ο-ντο-ε-ναλ-λα-γή ουσ. (θηλ.) & ιοντοανταλλαγή: ΧΗΜ. ανταλλαγή ιόντων του ίδιου φορτίου ανάμεσα σε αδιάλυτο στερεό και σε ηλεκτρολυτικό διάλυμα: ηλεκτροχημική ~. [< αγγλ. ion exchange, 1923]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.