Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [22220-22240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21455Ιούληςβλ. Ιούλιος
21456ιουλιανός1, ή, ό [ἰουλιανός] ι-ου-λι-α-νός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ιουλιανό/παλαιό/παλιό ημερολόγιο: το οποίο τέθηκε σε ισχύ από τον Ιούλιο Καίσαρα και καθιέρωνε το πολιτικό έτος των 365 ημερών και ένα δίσεκτο έτος ανά τετραετία. Βλ. γρηγοριανό/νέο ημερολόγιο. [< γαλλ. julien]
21457ιουλιανός2, ή, ό [ἰουλιανός] ι-ου-λι-α-νός επίθ.: που τοποθετείται χρονικά τον μήνα Ιούλιο.
21458Ιούλιος[Ἰούλιος] Ι-ού-λι-ος ουσ. (αρσ.) {Ιουλίου} & (προφ.) Ιούλης: ο έβδομος μήνας του χρόνου και ο δεύτερος του καλοκαιριού. Πβ. Αλωνάρης. [< μτγν. Ἰούλιος]
21459ίουλος[ἴουλος] ί-ου-λος ουσ. (αρσ.) 1. ΒΟΤ. ταξιανθία. 2. (επιστ.) το χνούδι που εμφανίζεται στα μάγουλα των αγοριών, όταν μπαίνουν στην εφηβεία. [< αρχ. ἴουλος]
21460Ιούνιος[Ἰούνιος] Ι-ού-νι-ος ουσ. (αρσ.) {Ιουνίου} & (προφ.) Ιούνης: ο έκτος μήνας του χρόνου και ο πρώτος του καλοκαιριού. Πβ. Θεριστής. [< μτγν. Ἰούνιος]
21461ιουρασικός, ή, ό [ἰουρασικός] ι-ου-ρα-σι-κός επίθ. & (λόγ.) ιουράσιος, ος/α, ο: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με την ιουρασική περίοδο: ~ά: πετρώματα. ● Ουσ.: Ιουρασικό & (λόγ.) Ιουράσιο (το): ιουρασική περίοδος: άνω/κάτω/μέσο ~ό. Βλ. Κρητιδικό, Τριαδικό. ● ΣΥΜΠΛ.: ιουρασική/ιουράσιος (περίοδος): γεωλογική περίοδος του μεσοζωικού αιώνα. [< γαλλ. jurassique]
21462ιούτηβλ. γιούτα
21463ιπομέαι-πο-με-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αναρριχώμενο ποώδες καλλωπιστικό φυτό (οικογ. Convolvulaceae, γένος Ipomoea) με άνθη σε πλήθος χρωμάτων και διχρωμία. Πβ. χωνάκι. [< αγγλ. ipomoea < αρχ. ἴψ, ἰπός ‘σκουλήκι’ + ὅμοιος, γαλλ. ipomée, 1803]
21464ιππάριο[ἱππάριο] ιπ-πά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. ΠΑΛΑΙΟΝΤ. μικρόσωμο προϊστορικό θηλαστικό που έμοιαζε με άλογο και έφερε τρία δάχτυλα στα άκρα του. 2. ΖΩΟΛ. (λόγ.) αλογάκι. Πβ. πόνι, πουλάρι. 3. ΑΣΤΡΟΝ. μικρός αστερισμός που βρίσκεται στο Βόρειο Ημισφαίριο. [< μτγν. ἱππάριον ‘αλογάκι’ 1: γαλλ.-αγγλ. hipparion]
21465ιππασία[ἱππασία] ιπ-πα-σί-α ουσ. (θηλ.): η τέχνη της ίππευσης αλόγου: αγώνες (πβ. ιπποδρομία)/άλογο/μπότες/όμιλος/παντελόνι/στολή ~ας. Το (ολυμπιακό) άθλημα της ~ας (βλ. ντρεσάζ). Κάνω/μαθαίνω ~. Πβ. καβαλίκεμα. ● ΣΥΜΠΛ.: θεραπευτική ιππασία: ΙΑΤΡ. μέθοδος αποκατάστασης ασθενών με κινητικά, αισθητηριακά, ψυχολογικά ή μαθησιακά προβλήματα. Πβ. ιπποθεραπεία., τουριστική ιππασία: εναλλακτική μορφή τουρισμού που έχει ως στόχο την επαφή των τουριστών με το φυσικό περιβάλλον μέσω της ιππασίας. ΣΥΝ. ιπποτουρισμός [< αρχ. ἱππασία]
21466ιππαστί[ἱππαστί] ιπ-πα-στί επίρρ. (αρχαιοπρ.): με τον τρόπο που κάθεται ο αναβάτης στο άλογο· καβάλα. [< μτγν. ἱππαστί]
21467ιππέας[ἱππέας] ιπ-πέ-ας ουσ. (αρσ.) {ιππ-έα (λογιότ.) -έως | -είς, -έων} (λόγ.) 1. πρόσωπο που ασχολείται με την ιππασία, συχνά επαγγελματικά, συμμετέχοντας σε ιπποδρομίες ή αθλητικούς αγώνες. Πβ. αναβάτης, τζόκεϊ. 2. ΑΡΧ.-ΙΣΤ. έφιππος πολεμιστής: το σώμα των ~έων (πβ. ιππικό). Πβ. καβαλάρης. ● βλ. ιππεύτρια [< 2: αρχ. ἱππεύς]
21468ίππειος, α, ο [ἵππειος] ίπ-πει-ος επίθ. (λόγ.): που προέρχεται από τον ίππο ή σχετίζεται με αυτόν: ~ος: ορός (: από το αίμα αλόγου). ~ο: κτηνιατρικό φάρμακο. Πβ. αλογίσιος. [< αρχ. ἵππειος]
21469ίππευση[ἵππευση] ίπ-πευ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ιππεύω: ~ αλόγου. Πβ. ιππασία, καβαλίκεμα. [< μτγν. ἵππευσις]
21470ιππευτικός, ή, ό [ἱππευτικός] ιπ-πευ-τι-κός επίθ.: ιππικός: ~ή: δεινότητα/τέχνη. [< μτγν. ἱππευτικός]
21471ιππεύτρια[ἱππεύτρια] ιπ-πεύ-τρι-α ουσ. (θηλ.): γυναίκα που κάνει ιππασία και συχνά ασχολείται με αυτή επαγγελματικά. Πβ. αμαζόνα. ● βλ. ιππέας
21472ιππεύω[ἱππεύω] ιπ-πεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ίππευ-σα, ιππεύ-οντας} (λόγ.) 1. ανεβαίνω κυρ. σε άλογο ή γαϊδούρι και το κατευθύνω κάπου. Πβ. καβαλικεύω, καβαλώ. ΑΝΤ. αφιππεύω, ξεκαβαλικεύω, ξεπεζεύω 2. κάνω ιππασία. [< αρχ. ἱππεύω ‘πορεύομαι έφιππος, υπηρετώ στο ιππικό’]
21473ιππήλατος, η, ο [ἱππήλατος] ιπ-πή-λα-τος επίθ. (λόγ.): που κινείται με άλογα: ~η: άμαξα. ~ο: όχημα. Βλ. παϊτόνι. [< αρχ. ἱππήλατος]
21474ιππικό[ἱππικό] ιπ-πι-κό ουσ. (ουδ.) (περιληπτ., παλαιότ.): σώμα στρατού του οποίου οι πολεμιστές μάχονταν έφιπποι. Βλ. πεζικό. ΣΥΝ. καβαλαρία (1) [< αρχ. ἱππικόν, γαλλ. cavalerie]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.