| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21444 | ιοντοφόρεση & ιοντοφόρηση | [ἰοντοφόρεση] ι-ο-ντο-φό-ρε-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εισαγωγή ιόντων διαμέσου της επιδερμίδας με τη βοήθεια συνεχούς ρεύματος ως μέθοδος αντιγήρανσης ή θεραπείας δερματικών κυρ. παθήσεων: αισθητική ~. [< αγγλ. iontophoresis, 1909, γαλλ. iontophorèse] | |
| 21445 | ιορδανικός | , ή, ό [ἰορδανικός] ι-ορ-δα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Ιορδανία ή/και τους Ιορδανούς. | |
| 21446 | ιός | [ἰός] ι-ός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. υπερβολικά μικροσκοπικός κυρ. παθογόνος παράγοντας, που αναπαράγεται μόνο μέσα σε κύτταρα ζωντανών ξενιστών: ανθεκτικός/θανατηφόρος ~. Ο ~ της ανθρώπινης ανοσολογικής ανεπάρκειας (βλ. έιτζ)/του απλού έρπητα/της γρίπης/του Δυτικού Νείλου/του έμπολα/της ευλογιάς/ζίκα/της ηπατίτιδας/της ιλαράς/της λύσσας/της λοιμώδους μονοπυρήνωσης/της πολιομυελίτιδας. Ανίχνευση/μετάδοση/μετάλλαξη/στέλεχος ιού. Πρόκληση λοίμωξης λόγω ιού. Ο ~ απομονώθηκε/εντοπίστηκε το έτος … Κυκλοφορεί ~ ικανός να προκαλέσει πανδημία. Οι ιοί είναι ορατοί μόνο με ηλεκτρονικό μικροσκόπιο. Προσβλήθηκε από/κόλλησε τον ιό του/της ... Πβ. μικρόβιο. Βλ. ακυτταρικός, εντεροϊός, κορονοϊός, ρινοϊός.|| (συνεκδ., η μεταδοτική νόσος) Ο φονικός ~ επιτέθηκε στην/έπληξε/χτύπησε την περιοχή. 2. ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα ή κώδικας που παρεμβάλλεται στη λειτουργία υπολογιστή, προκαλώντας ποικίλα προβλήματα, και εξαπλώνεται σε άλλους υπολογιστές, ιδ. μέσω του διαδικτύου. Πβ. σκουλήκι. Βλ. αντιβάιρους, αντι~, κακόβουλο λογισμικό, χάκερ. 3. (μτφ.) επιζήμιος ή ενοχλητικός παράγοντας που συνήθ. εξαπλώνεται: ο ~ της διαφθοράς/της υπερβολής. Πβ. δηλητήριο. ● ΣΥΜΠΛ.: αναπνευστικός συγκυτιακός ιός βλ. συγκυτιακός [< πβ. αρχ. ἰός 'δηλητήριο', γαλλ.-αγγλ. virus. Πβ. West Nile virus, 1940 2: αγγλ. virus, 1972, γαλλ. ~, 1988] | |
| 21451 | ιουδαϊκός | , ή, ό [ἰουδαϊκός] ι-ου-δα-ϊ-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τους Ιουδαίους ή/και τον Ιουδαϊσμό. Πβ. εβραϊκός, ισραηλιτικός. ● ΣΥΜΠΛ.: ιουδαϊκός νόμος: Μωσαϊκός Νόμος. Βλ. Τορά. [< μτγν. ἰουδαϊκός, γαλλ. judaïque, αγγλ. judaistic] | |
| 21452 | Ιουδαίος, Ιουδαία | [Ἰουδαῖος] Ι-ου-δαί-ος επίθ./ουσ.: ΘΡΗΣΚ. πρόσωπο που φέρει την ιστορική, θρησκευτική και πολιτιστική ταυτότητα του λαού του Ισραήλ, των Εβραίων. ● ΣΥΜΠΛ.: περιπλανώμενος Ιουδαίος (μτφ.): αυτός που μετακινείται διαρκώς, χωρίς να μπορεί να εγκατασταθεί μόνιμα σε ένα μέρος. ● ΦΡ.: για τον φόβο των Ιουδαίων & (λόγ.) διά τον φόβον των Ιουδαίων (ΚΔ): για την αποτροπή ενδεχόμενου κινδύνου: ~ ~ αυξημένη ήταν η αστυνόμευση εντός και εκτός γηπέδου. [< μτγν. Ἰουδαῖος] | |
| 21453 | ιουδαϊσμός | [ἰoυδαϊσμός] ι-ου-δα-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ι) 1. ΘΡΗΣΚ. μονοθεϊστική θρησκεία των Ιουδαίων, οι αρχές της οποίας περιέχονται στα Ιερά τους Βιβλία (Ταλμούδ, Τορά) και κατ' επέκτ. ο τρόπος ζωής και οι κοινωνικές και πολιτιστικές πεποιθήσεις που αυτή συνεπάγεται. 2. (περιληπτ.) το ιουδαϊκό έθνος, ο λαός του Ισραήλ. [< μτγν. ἰoυδαϊσμός, γαλλ. judaïsme, αγγλ. judaism] | |
| 21454 | Ιούδας | [Ἰούδας] Ι-ού-δας ουσ. (αρσ.) 1. (μετωνυμ.) προδότης. Πβ. εξωμότης. 2. ΘΡΗΣΚ. ένας από τους δώδεκα μαθητές του Ιησού: ~ ο Ισκαριώτης. ● ΦΡ.: το φιλί του Ιούδα βλ. φιλί [< μτγν. Ἰούδας, γαλλ.-αγγλ. Judas] | |
| 21455 | Ιούλης | βλ. Ιούλιος | |
| 21456 | ιουλιανός1 | , ή, ό [ἰουλιανός] ι-ου-λι-α-νός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ιουλιανό/παλαιό/παλιό ημερολόγιο: το οποίο τέθηκε σε ισχύ από τον Ιούλιο Καίσαρα και καθιέρωνε το πολιτικό έτος των 365 ημερών και ένα δίσεκτο έτος ανά τετραετία. Βλ. γρηγοριανό/νέο ημερολόγιο. [< γαλλ. julien] | |
| 21457 | ιουλιανός2 | , ή, ό [ἰουλιανός] ι-ου-λι-α-νός επίθ.: που τοποθετείται χρονικά τον μήνα Ιούλιο. | |
| 21458 | Ιούλιος | [Ἰούλιος] Ι-ού-λι-ος ουσ. (αρσ.) {Ιουλίου} & (προφ.) Ιούλης: ο έβδομος μήνας του χρόνου και ο δεύτερος του καλοκαιριού. Πβ. Αλωνάρης. [< μτγν. Ἰούλιος] | |
| 21459 | ίουλος | [ἴουλος] ί-ου-λος ουσ. (αρσ.) 1. ΒΟΤ. ταξιανθία. 2. (επιστ.) το χνούδι που εμφανίζεται στα μάγουλα των αγοριών, όταν μπαίνουν στην εφηβεία. [< αρχ. ἴουλος] | |
| 21460 | Ιούνιος | [Ἰούνιος] Ι-ού-νι-ος ουσ. (αρσ.) {Ιουνίου} & (προφ.) Ιούνης: ο έκτος μήνας του χρόνου και ο πρώτος του καλοκαιριού. Πβ. Θεριστής. [< μτγν. Ἰούνιος] | |
| 21461 | ιουρασικός | , ή, ό [ἰουρασικός] ι-ου-ρα-σι-κός επίθ. & (λόγ.) ιουράσιος, ος/α, ο: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με την ιουρασική περίοδο: ~ά: πετρώματα. ● Ουσ.: Ιουρασικό & (λόγ.) Ιουράσιο (το): ιουρασική περίοδος: άνω/κάτω/μέσο ~ό. Βλ. Κρητιδικό, Τριαδικό. ● ΣΥΜΠΛ.: ιουρασική/ιουράσιος (περίοδος): γεωλογική περίοδος του μεσοζωικού αιώνα. [< γαλλ. jurassique] | |
| 21462 | ιούτη | βλ. γιούτα | |
| 21463 | ιπομέα | ι-πο-με-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αναρριχώμενο ποώδες καλλωπιστικό φυτό (οικογ. Convolvulaceae, γένος Ipomoea) με άνθη σε πλήθος χρωμάτων και διχρωμία. Πβ. χωνάκι. [< αγγλ. ipomoea < αρχ. ἴψ, ἰπός ‘σκουλήκι’ + ὅμοιος, γαλλ. ipomée, 1803] | |
| 21464 | ιππάριο | [ἱππάριο] ιπ-πά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. ΠΑΛΑΙΟΝΤ. μικρόσωμο προϊστορικό θηλαστικό που έμοιαζε με άλογο και έφερε τρία δάχτυλα στα άκρα του. 2. ΖΩΟΛ. (λόγ.) αλογάκι. Πβ. πόνι, πουλάρι. 3. ΑΣΤΡΟΝ. μικρός αστερισμός που βρίσκεται στο Βόρειο Ημισφαίριο. [< μτγν. ἱππάριον ‘αλογάκι’ 1: γαλλ.-αγγλ. hipparion] | |
| 21465 | ιππασία | [ἱππασία] ιπ-πα-σί-α ουσ. (θηλ.): η τέχνη της ίππευσης αλόγου: αγώνες (πβ. ιπποδρομία)/άλογο/μπότες/όμιλος/παντελόνι/στολή ~ας. Το (ολυμπιακό) άθλημα της ~ας (βλ. ντρεσάζ). Κάνω/μαθαίνω ~. Πβ. καβαλίκεμα. ● ΣΥΜΠΛ.: θεραπευτική ιππασία: ΙΑΤΡ. μέθοδος αποκατάστασης ασθενών με κινητικά, αισθητηριακά, ψυχολογικά ή μαθησιακά προβλήματα. Πβ. ιπποθεραπεία., τουριστική ιππασία: εναλλακτική μορφή τουρισμού που έχει ως στόχο την επαφή των τουριστών με το φυσικό περιβάλλον μέσω της ιππασίας. ΣΥΝ. ιπποτουρισμός [< αρχ. ἱππασία] | |
| 21466 | ιππαστί | [ἱππαστί] ιπ-πα-στί επίρρ. (αρχαιοπρ.): με τον τρόπο που κάθεται ο αναβάτης στο άλογο· καβάλα. [< μτγν. ἱππαστί] | |
| 21467 | ιππέας | [ἱππέας] ιπ-πέ-ας ουσ. (αρσ.) {ιππ-έα (λογιότ.) -έως | -είς, -έων} (λόγ.) 1. πρόσωπο που ασχολείται με την ιππασία, συχνά επαγγελματικά, συμμετέχοντας σε ιπποδρομίες ή αθλητικούς αγώνες. Πβ. αναβάτης, τζόκεϊ. 2. ΑΡΧ.-ΙΣΤ. έφιππος πολεμιστής: το σώμα των ~έων (πβ. ιππικό). Πβ. καβαλάρης. ● βλ. ιππεύτρια [< 2: αρχ. ἱππεύς] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ